Μια από τις μεγαλύτερες ασπίδες του συντηρητισμού είναι η νοσταλγία. Για λόγους που μάλλον σχετίζονται με την αυτοσυντήρηση του είδους τείνουμε να ντύνουμε το παρελθόν με ρούχα πολυτελέστερα από εκείνα που όντως φορούσε. Ως έναν τρόπο διαφυγής από τις δυσκολίες του παρόντος, φαντασιωνόμαστε ότι οι περασμένες εποχές διατηρούσαν μια μεγαλύτερη αυθεντικότητα.
Αν είσαι, φίλη αναγνώστρια, κοντά στα 50, θα έχεις σίγουρα φίλους και φίλες που γκρινιάζουν, π.χ., για την κατάσταση της διασκέδασης στις μέρες μας. Όλα τούς φταίνε. Από την απαγόρευση του καπνίσματος στα μπαρ, τις μουσικές που ακούει η νεολαία, τον τρόπο που διασκεδάζει. Όλα αποτελούν στόχους σύγκρισης με το τότε, που όλα ήταν πιο γνήσια – ασχέτως αν γυρνούσες σπίτι και τα ρούχα σου ήθελαν κλίβανο, ή που αν είχες άσθμα απλά δεν έβγαινες.
Κάπως έτσι δημιουργούνται και οι μύθοι του παρελθόντος. Από τα περιβόητα στέκια, τα οποία τουλάχιστον επιτελούσαν και τον ρόλο συγκρότησης μικρών κοινοτήτων, μέχρι τις ηρωικές μορφές. Όλως παραδόξως – ή και όχι τόσο παραδόξως εντέλει – οι μυθικές μορφές συνήθως συνδέονται με κάποια μορφή παραβατικότητας, που με τη σειρά της συνδέεται με κάποιο αξιακό πλέγμα.
Κλασικό τέτοιο παράδειγμα είναι η περίπτωση του Νίκου Κοεμτζή, που μια μέρα (ή, σωστότερα, μια νύχτα) σαν σήμερα το 1973 σκότωσε τρεις θαμώνες νυχτερινού κέντρου για μια παραγγελιά. Έχοντας βγει με την παρέα του για να διασκεδάσουν, πάνω στο κέφι παρήγγειλε ένα τραγούδι για να χορέψει ο αδερφός του ο Δημοσθένης. Μια παρέα αστυνομικών που χόρευαν ταυτόχρονα δεν σεβάστηκε το ιερό δικαίωμα της παραγγελιάς και παρέμεινε στην πίστα. Ο Κοεμτζής αλλόφρων έβγαλε μαχαίρι και άρχισε να γεμίζει τη νύχτα με αίμα (συγγνώμη για τον φτηνό λυρισμό, αλλά ταιριάζει με αυτές τις αφηγήσεις).
Στην πρόσληψη της ιστορίας του Κοεμτζή σημαντικό ρόλο παίζει η κατάδειξη της φτωχικής καταγωγής του, το γεγονός ότι κάποια θύματά του ήταν αστυνομικοί, μια ολόκληρη αφήγηση δηλαδή που εντοπίζει το ιδιότυπο ήθος της παραγγελιάς στη λαϊκότητα. Το Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο, το τραγούδι-σταθμός που έγραψε ο Διονύσης Σαββόπουλος για τον Κοεμτζή αποτελεί νομίζω την επιτομή αυτής της προσέγγισης.
Όσο και αν προσπαθώ να συναισθανθώ την τραγωδία της περίπτωσης Κοεμτζή, άλλο τόσο δεν μπορώ να καταλάβω τη μυθοποίηση. Δεν γίνεται να μη βλέπουμε ακόμα και σήμερα τον τοξικό τρόπο που δομείται στις παραδοσιακές κοινωνίες η αρρενωπότητα, έτοιμη πάντα να προσβληθεί με το παραμικρό και έτοιμη να σκοτώσει για να προστατεύσει μια τιμή απροσδιόριστης υφής.
Γιατί αν δει κανείς τα πράγματα υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, που λένε, είναι κάπως γελοίο να πεθαίνουν άνθρωποι επειδή απλώς κάποιος δεν χόρεψε μόνος. Και είναι εγκληματικό η εκτόνωση της κοινωνικής και πολιτικής καταπίεσης να μεταμφιέζεται και να ξεπλένεται εντέλει σε μια προσωπική υπόθεση.
Ξέρω ότι πολλοί και πολλές θα τα δείτε αυτά ως ένα ακόμα σύμπτωμα της woke κουλτούρας που έρχεται να μας πάρει τα ιερά και τα όσια της φυλής. Επειδή ωστόσο δύσκολα οι περισσότεροι και περισσότερες αυτής της κατηγορίας θα συναινούσατε να γυρίσετε 53 χρόνια πίσω στο νυχτερινό κέντρο της Κυψέλης και να βιώσετε το μίσος και το πάθος εκείνης της βραδιάς, είναι ίσως χρήσιμο να σκεφτούμε μήπως κάνοντας τη ζωή μας λίγο πιο «φλώρικη» (που λένε – ή έστω λέγανε – οι πιτσιρικάδες) θα την καθιστούσαμε πιο ανεκτική, πιο ήρεμη, ίσως και πιο δοτική.
Με δυο λέξεις, πιο αξιοβίωτη…



