Η 3η Φεβρουαρίου του 2006 ήταν μια Παρασκευή σαν όλες τις όλες. Ο 11χρονος Άλεξ Μεσχισβίλι θα συναντούσε τους φίλους του και στη συνέχεια θα πήγαινε στο μαγαζί του πατριού του ώστε παρέα να επέστρεφαν στο σπίτι.
Μέχρι αργά το βράδυ εκείνης της Παρασκευής, ο Άλεξ δεν είχε επιστρέψει και δεν είχε ενημερώσει τη μητέρα του για το πού βρισκόταν. Ο Άλεξ ήταν πάντα τυπικός. Η μητέρα του, η Νατέλα, πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι δεν πρόκειται για μια παιδική αργοπορία, αλλά για κάτι πολύ σοβαρότερο.
Η αστυνομία ειδοποιήθηκε. Ακολούθησαν εκτεταμένες έρευνες των Αρχών σε συνεργασία με ομάδες εθελοντών.
Η υπόθεση του Άλεξ συγκλόνισε την Ελλάδα
Η Γιάννα Πιλιτσίδου, Ιδρυτικό Μέλος της Πρωτοβουλίας για το Παιδί και Υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων & Εξεύρεσης Χορηγιών, ήταν μία από τους δεκάδες Βεροιώτες που βγήκαν στους δρόμους αναζητώντας τον μικροκαμωμένο Άλεξ με τα χαρακτηριστικά γυαλιά και τα ευγενικά μάτια.
Μιλώντας στο ΒΗΜΑ, η Γιάννα Πιλιτσίδου θυμάται: «Εγώ ήμουν στον σύλλογο γονέων και κηδεμόνων στο σχολείο που πήγαινε ο Άλεξ. Έζησα τα πάντα από πάρα πολύ κοντά. Έντονες, ψυχοφθόρες στιγμές.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που συγκεντρωθήκαμε στο σχολείο για να οργανώσουμε ομάδες ώστε να βγούμε να ψάξουμε στην πόλη το παιδί. Θυμάμαι είχε ρίξει χιόνι και δυσκόλευε ακόμα περισσότερο τις αναζητήσεις. Ήταν τότε που ακούσαμε από μία ψυχολόγο που είχαμε στο σχολείο τη λέξη bullying. Την ακούγαμε για πρώτη φορά. Μας εξήγησε και μας είπε ότι αυτό που έχει συμβεί πρέπει να είναι bullying».
Ατύχημα; Απαγωγή; Εγκληματική ενέργεια; Απόδραση; Τα σενάρια οργίαζαν ενώ κανένα στοιχείο δεν μπορούσε να ανοίξει δρόμο και να δώσει απαντήσεις. Η Νατέλα αναζητά εναγωνίως το μοναχοπαίδι της.
«Περνούν οι μέρες και τα σενάρια για την εξαφάνιση φουντώνουν. Όλα είχαν ακουστεί, κάθε πιθανό σενάριο. Χάθηκε πολύτιμος χρόνος. Θα έπρεπε να υπήρχαν πιο συντονισμένες ενέργειες από την πλευρά των ειδικών, υψηλότερο επίπεδο ετοιμότητας», αναφέρει η κα Πιλιτσίδου.
Παράλληλα, η Αγγελική Νικολούλη με το «Φως στο Τούνελ» ξεκινά μια πολύμηνη μεθοδική δημοσιογραφική έρευνα. Οι μαρτυρίες που συγκεντρώνει, κάνουν τον κλοιό να στενεύει.
Οι πιθανότητες ο Άλεξ να έχει φύγει μόνος του ή να έχει πέσει θύμα απαγωγής εξανεμίζονται. Η περίπτωση του ατυχήματος παραμένει ψηλά στη λίστα. Όπως κι εκείνη της εγκληματικής ενέργειας. Καμία από τις δύο δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί.
Οι έρευνες συνεχίζονται. Τα στόματα παραμένουν πεισματικά σφαλισμένα. Οι μαρτυρίες που συνέλεξε η Αγγελική Νικολούλη ανέδειξαν την ύπαρξη της πενταμελούς παρέας ανηλίκων που είχε αναπτύξει βίαιη συμπεριφορά.
Τέσσερις μήνες αργότερα η αστυνομία καλεί το καθένα ξεχωριστά για κατάθεση. Οι μαρτυρίες των παιδιών που φέρονταν να είχαν επαφή με τον Άλεξ εκείνο το απόγευμα γίνονταν όλο και πιο αντιφατικές.
Άλλα μιλούσαν για φραστικό επεισόδιο, άλλα για καβγά, ενώ άλλα περιέγραφαν μια απλή συνάντηση μεταξύ φίλων. Οι ιστορίες άλλαζαν. Λεπτομέρειες που για κάποιους μπορεί να ήταν ασήμαντες, ενεργοποιούσαν πεδία έρευνας που απαιτούσαν τη μέγιστη προσοχή. Όσο η υπόθεση γινόταν σκοτεινά περίπλοκη, οι μαρτυρίες των πέντε παιδιών που είχαν συναντηθεί με τον Άλεξ δήλωναν ότι δεν ήξεραν τίποτα.
Οι ασυνέπειες και οι αντιφατικές πληροφορίες που έδιναν όλο και πλήθαιναν. Τελικά, το καθένα ξεχωριστά επιβεβαίωσε το μέρος όπου είχαν θάψει το σώμα του Άλεξ. Στις 4 Ιουνίου 2006, τα παιδιά απέσυραν την προηγούμενη κατάθεσή τους, λέγοντας ότι δέχθηκαν εκφοβισμό από την αστυνομία για να παραδεχτούν την ενοχή τους.
Στα μέσα Ιουνίου 2006, ο αντιεισαγγελέας Στέφανος Ζαρκαζιάς επέστρεψε στην ασφάλεια Βέροιας τη δικογραφία που έχει σχηματιστεί για την υπόθεση.
Η Αγγελική Νικολούλη μιλά στο ΒΗΜΑ για τη νύχτα που κράτησε για πάντα
Η Αγγελική Νικολούλη μιλά στο ΒΗΜΑ για την έρευνα της υπόθεσης που συγκλόνισε την τοπική κοινωνία της Βέροιας και το πανελλήνιο. «Οι πρώτες εικόνες που ανακαλώ στην μνήμη μου, είναι σκληρές και ανεξίτηλες.
Ένα παιδί που εξαφανίζεται μες στη νύχτα, μια πόλη αδιάφορη στην αρχή για αυτό το “ξένο παιδί”, μουδιασμένη στη πορεία, με βλέμματα που απέφευγαν να συναντηθούν. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα ότι κάτι σοβαρό έχει συμβεί και ακολούθησα τα χνάρια του Άλεξ εκείνη τη νύχτα.
Αντιφάσεις, μισές αλήθειες και μια αμήχανη ατμόσφαιρα γύρω από μαθητές στο σχολείο του παιδιού που ήξεραν περισσότερα απ’ όσα έλεγαν.
Ήταν μια βαθιά έρευνα που μας έβαλε απότομα στον κόσμο των ανηλίκων, εκεί όπου η βία μπορεί να κρύβεται πίσω από παιχνίδια, παρέες και σχολικές αυλές. Μπήκα στο σχολείο και μίλησα με μαθητές εστιάζοντας στους πιο “ατίθασους”.
Ακόμη θυμάμαι έντονα τον αρχηγό της “άγριας παρέας” των πέντε παιδιών, το Ελληνόπουλο, να μου λέει: “του λέγαμε Ρωσάκι φύγε από δω”. Όταν τον ρώτησα τι του έχει συμβεί, μου έδωσε την εικόνα ότι θα μπορούσαν να του έχουν κάνει κακό και μάλιστα πολλοί».
Η αλήθεια ήταν εκεί. Ορθωνόταν μπροστά στη σιωπή και ζητούσε να αποκαλυφθεί. «Η αλήθεια άρχισε να ξεδιπλώνεται ολοκάθαρη πλέον στο “Τούνελ” όταν αποκαλύφθηκε ότι αυτά τα παιδιά είχαν βρεθεί εκείνη τη νύχτα στον δρόμο του. Του είχαν στήσει καρτέρι έξω από το φροντιστήριό του.
Το 11χρονο αγόρι έχασε τη ζωή του από αυτά τα παιδιά, όπως αποφάνθηκε και η δικαιοσύνη. Η μητέρα του, η Νατέλα, εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αναζητά το άψυχο σώμα του, που φρόντισαν να εξαφανίσουν, για να το θρηνήσει.
Ως εκπομπή συνεχίζουμε την έρευνα, αν και έχουν περάσει τόσα χρόνια. Πρόσφατα, μετά από μαρτυρίες, εστιάσαμε σε συγκεκριμένο σημείο της παλιάς πόλης της Βέροιας, αλλά οι αρχές δεν προχώρησαν γιατί εκεί υπάρχουν ιδιοκτησίες. Ίσως στα θεμέλια κάποιας από αυτές να βρίσκεται θαμμένο το μυστικό του παιδιού», αναφέρει η Αγγελική Νικολούλη.
«Πού να μπλέκω;»
Φόβος, αδιαφορία και μια αλήθεια σε διαρκή αναμονή. «Στην υπόθεση του Άλεξ η αλήθεια φώναζε, ήταν εκεί, διάσπαρτη σε μαρτυρίες των εμπλεκόμενων παιδιών που άλλαζαν, σε ενήλικες που σιωπούσαν. Το “πού να μπλέκω”, ο φόβος της έκθεσης δηλαδή, το τι θα πει ο κόσμος στη μικρή κοινωνία της Βέροιας, λειτούργησαν σαν τείχος που κληθήκαμε να γκρεμίσουμε.
Αυτό ήταν ίσως το πιο οδυνηρό στοιχείο της έρευνας: όχι η έλλειψη στοιχείων, αλλά το γεγονός ότι υπήρχαν κομμάτια της αλήθειας και κανείς δεν τολμούσε να τα ενώσει. Αν από την αρχή είχαν χωρίσει την “ομάδα των πέντε”, αν τα φιλοξενούσαν σε κάποιους χώρους με την επιτήρηση ειδικών θα ήταν όλα διαφορετικά, οι απαντήσεις θα είχαν δοθεί.
Καταφέραμε τότε και με τη βοήθεια του δικηγόρου του κ. Γεωργίου, ο μικρός Βορειοηπειρώτης της παρέας, να φύγει από το άρρωστο περιβάλλον, να μετοικήσει στην Αθήνα και να τεθεί υπό προστασία ως σημαντικός μάρτυρας.
Αν και επιχείρησαν στην πορεία να τον βρουν, δεν άλλαξε ποτέ τα όσα είπε στις αρχές και σε έμενα. Εκεί, φαινόταν καθαρά το παιχνίδι του θανάτου, η τρικλοποδιά στα σκαλιά του δημαρχείου το αίμα που έτρεχε από το κεφάλι του Άλεξ, τα στοιχεία που πέταξαν στα σκουπίδια, η μεταφορά του στο παλιό ακατοίκητο σπίτι από όπου τον πήραν μετά με ένα καρότσι σούπερ μάρκετ και τον μετέφεραν στην Μπαρμπούτα, στην παλιά πόλη της Βέροιας. Εκεί, κάποιοι ενήλικες συγγενείς της “παρέας των πέντε” φρόντισαν να εξαφανίσουν την σορό του», αναφέρει η Αγγελική Νικολούλη.
Η ομολογία
«Ενα από τα παιδιά έκλεισε τον δρόμο του Αλεξ έξω από το δημαρχείο και τρεις φίλοι μου άρχισαν να τον χτυπούν, γιατί λίγο πιο πριν βρίστηκαν. Τον χτυπούσαν με κλωτσιές και μπουνιές. Ομως δεν είχε χάσει τις αισθήσεις του και προσπάθησε να ξεφύγει προς τα σκαλιά κάτω.
Το ένα από τα παιδιά τού έβαλε τρικλοποδιά. Επεσε κι έμεινε ακίνητος. Ένα άλλο παιδί μόλις τον είδε έτσι, έβαλε να ακούσει την καρδιά του, αν ζούσε κι έβαλε ένα χαρτομάντιλο πίσω στο κεφάλι του γιατί εκεί είχε χτυπήσει κι έτρεχε αίμα.
Φωνάζω εγώ για ασθενοφόρο, όμως εκείνος που ήταν από πάνω του με το χαρτομάντιλο, είπε “όχι, γιατί θα μπλέξουμε”. Και έτσι τον πήγαμε σε ένα (ακατοίκητο) σπίτι. Τα γυαλάκια του Αλεξ μού τα έδωσαν να τα πετάξω στον κάδο με τα σκουπίδια.
Οι τρεις από τους φίλους μου τον κρατούσαν από το κεφάλι, τη μέση και τα πόδια για να τον μεταφέρουν στο σπίτι, εγώ κι ένας ακόμη περιμέναμε απ’ έξω. Δύο ημέρες μετά πήγαμε πάλι στο σπίτι για να τον πάρουμε. Ομως κάποιο από τα παιδιά (σ.σ.: αυτά που είχαν πρωτοστατήσει στον ξυλοδαρμό) είχε ήδη μιλήσει με τον παππού, τον θείο του και τον αδελφό του για να τον πάνε αλλού».
Το απόσπασμα από την καταλυτική μαρτυρία-ομολογία ενός ανήλικου μέλους μιας πενταμελούς παρέας παραμένει ανατριχιαστικά κυνικό.
Οι ποινές
Τα πέντε παιδιά κρίθηκαν ένοχα από το Μονομελές Δικαστήριο Ανηλίκων της Θεσσαλονίκης και, σύμφωνα με τον νόμο περί ανηλίκων, τους επιβλήθηκαν αναμορφωτικά μέτρα. Το αδίκημα που τους βάραινε ήταν το κακούργημα της μη σκοπούμενης, θανατηφόρου σωματικής βλάβης και για περιύβριση νεκρού.
Το 2011 ο παππούς δύο μελών της παρέας, καταδικάστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης σε φυλάκιση 4 ετών και 6 μηνών, για υπόθαλψη εγκληματία κατά συρροή και για ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, γνώριζε για την εμπλοκή των εγγονών του στην εξαφάνιση, αλλά την απέκρυψε από τις διωκτικές αρχές. Οι γονείς των μελών της σκληρής παρέας καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών με αναστολή, αφού κρίθηκαν ένοχοι από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης για το αδίκημα της παραμέλησης εποπτείας ανηλίκων.
Μόνο η μητέρα ενός παιδιού αθωώθηκε, μια και είχε ζητήσει τη βοήθεια των Αρχών για την παραβατικότητα του γιου της.
Μέχρι σήμερα οι δράστες δεν έχουν αποκαλύψει πού εξαφάνισαν το πτώμα του Άλεξ Μεσχισβίλι. Από το 2017, οι ανακριτές εξακολουθούν να αναζητούν το πτώμα.
Ευθύνες συλλογικές και αλληλένδετες
«Όταν έμαθα για την εμπλοκή των παιδιών, πραγματικά έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Όχι, γιατί δεν θα μπορούσε να έχει περάσει από το μυαλό μου η εμπλοκή τους, αλλά γιατί κατάλαβα πόσο θύματα ήταν όλα τους.
Φυσικά, πρώτα ο Άλεξ και μετά οι ίδιοι οι θύτες. Από πού να το πιάσεις; Από τον Άλεξ που έφυγε τόσο άδικα, από τις οικογένειες που δεν είχαν κανέναν συνεκτικό κρίκο πέρα από αυτόν της συγκάλυψης;
Η μεγάλη διαπίστωση ήταν ότι δεν υπήρχε ένα πλαίσιο οργανωμένο που να μπορεί να σταθεί δίπλα σε παιδιά που βρίσκονται σε ανάγκη και κίνδυνο είτε. Θα μου πεις, ο Άλεξ δεν ήξερε ότι βρίσκεται σε κίνδυνο, όμως υπήρχαν άλλα παιδιά που δεν τα προλάβαμε τότε. Οι θύτες ήταν παιδιά βαριά παραμελημένα. Την εικόνα αυτή την είχαμε ως σύλλογος γονέων και πριν την εξαφάνιση του Άλεξ.
Εγώ η ίδια είχα προσπαθήσει νωρίτερα να επέμβω στην οικογένεια δύο εκ των δραστών για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Δεν προλάβαμε. Η υπόθεση του Άλεξ μάς έδειξε τι συμβαίνει όταν η κοινωνία δεν βλέπει. Κοιτάμε, αλλά δεν βλέπουμε επί της ουσίας.
Από το σοκ της εξαφάνισης του Άλεξ αποκαλύφθηκε ότι πρέπει να γίνει κάτι οργανωμένο, σταθερό και με συνέχεια ώστε να στέκεται δίπλα στα παιδιά που βρίσκονται σε ανάγκη και κίνδυνο», τονίζει η κα Πιλιτσίδου επισημαίνοντας διαχρονικές ελλείψεις στην παιδική προστασία σε μια κοινωνία που ακόμα και σήμερα μοιάζει να έχει κανονικοποιήσει τη βία ακόμα και μεταξύ ανηλίκων.
Η Αγγελική Νικολούλη, επισημαίνει: «Οι ευθύνες ήταν και παραμένουν συλλογικές και αλληλένδετες. Η οικογένεια συχνά παλεύει μόνη, χωρίς επαρκή στήριξη και χωρίς την κατάλληλη γνώση ώστε να αναγνωρίσει έγκαιρα τα σημάδια και τον κίνδυνο.
Στην περίπτωση του Άλεξ, αν και τα εντόπισαν, το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν πώς θα κουκουλώσουν το έγκλημα. Έχω ακόμη στα αυτιά μου τα λόγια της γιαγιάς των ελληνόπουλων να μου λέει ότι “για ένα ρωσάκι έκανες τα πάντα άνω κάτω;”
Το σχολείο δεν κατάφερε ή δεν μπόρεσε να εντοπίσει και να διαχειριστεί τα περιστατικά της βίας και του εκφοβισμού. Και η Πολιτεία απουσίαζε, χωρίς ουσιαστικές δομές πρόληψης, χωρίς μηχανισμούς προστασίας των παιδιών ακόμη και όταν καταδικάστηκαν για το έγκλημα αυτό σύμφωνα με τον νόμο των ανηλίκων.
Όταν η βία γίνεται κομμάτι της καθημερινότητας, όλοι έχουμε μερίδιο ευθύνης. Γιατί ανεχθήκαμε, γιατί υποτιμήσαμε, γιατί σιωπήσαμε. Ο Άλεξ ήταν το πιο τραγικό αποτέλεσμα αυτής της αλυσίδας αδυναμιών της κοινωνίας μας».
Και εγένετο «Πρωτοβουλία για το Παιδί»
Ήταν -και είναι- πια ξεκάθαρο. Η υπόθεση Άλεξ έδειξε τι συμβαίνει όταν η κοινωνία εθελοτυφλεί. Όταν η κοινωνία κοιτάει χωρίς να βλέπει.
Η συγκεκριμένη υπόθεση λειτούργησε ως σημείο καμπής και καταλύτης κοινωνικής αφύπνισης, καθώς ανέδειξε με δραματικό τρόπο βαθιά και διαχρονικά κενά στην προστασία των παιδιών: την αδυναμία έγκαιρου εντοπισμού παιδιών σε κίνδυνο, την απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών πρόληψης, καθώς και τη σιωπή ή αδράνεια της κοινωνίας απέναντι στη βία, την παραμέληση και τον κοινωνικό αποκλεισμό ανηλίκων.
Ανέδειξε επίσης ότι παιδιά που ζουν σε συνθήκες βαριάς παραμέλησης και κακοποίησης μπορούν, μέσα από θυμό και ματαίωση, να στραφούν με τρόπο ακραίο και ανεξέλεγκτο
εναντίον άλλων, πιο αδύναμων παιδιών.
«Μέσα στο σοκ που άφησε πίσω της αυτή η αποκάλυψη, γεννήθηκε η ανάγκη για κάτι οργανωμένο, σταθερό και τοπικό: έναν φορέα που να στέκεται δίπλα σε παιδιά που βρίσκονται σε ανάγκη ή σε κίνδυνο.
Έτσι, σχεδόν δύο χρόνια μετά, πολίτες κάθε κοινωνικής θέσης και ιδιότητας αποφάσισαν να αντιδράσουν και να απλώσουν δίχτυ προστασίας για τα αδύναμα και άτυχα παιδιά, ιδρύοντας τον Σύλλογο Κοινωνικής Πρωτοβουλίας Βέροιας “Πρωτοβουλία για το Παιδί», αναφέρει στο ΒΗΜΑ ο Βαλάντης Καραγιάννης, Γενικός Διευθυντής.
Και προσθέτει: «η υπόθεση Άλεξ λειτουργεί για την Πρωτοβουλία ως όριο μνήμης και διαρκής υπενθύμιση καθήκοντος· ένα ιστορικό σημείο αναφοράς που εξηγεί γιατί η κοινωνία οφείλει να βλέπει έγκαιρα, να παρεμβαίνει προληπτικά και να μην σιωπά όταν παιδιά βρίσκονται σε κίνδυνο».
Η Πρωτοβουλία για το Παιδί διαθέτει ένα ολοκληρωμένο δίκτυο δομών και υπηρεσιών που καλύπτει κάθε στάδιο παρέμβασης – από την πρόληψη και την άμεση προστασία, μέχρι τη θεραπεία του τραύματος και την κοινωνική επανένταξη.
Το δίκτυο δομών της Πρωτοβουλίας περιλαμβάνει: Το Σπίτι της Βεργίνας, για παιδιά σε κίνδυνο, το Κέντρο Ημερήσιας Φροντίδας και Στήριξης Οικογένειας, το Κέντρο Αναφοράς και Συμβουλευτικής Βέροιας, το Κέντρο Θεραπείας Τραύματος, τη Στέγη Ημιαυτόνομης Διαβίωσης Νέων και το Κέντρο Αρωγής και Ενδυνάμωσης Εφήβων.
«Ως κοινωνία έχουμε χρέος να σταθούμε στο πλευρό των παιδιών. Ο δικός μας ρόλος είναι συμπληρωματικός των κρατικών δομών. Δεν ερχόμαστε να αντικαταστήσουμε το Κράτος, ερχόμαστε να βοηθήσουμε όπου υπάρχει ανάγκη. Θέλουμε να προσφέρουμε στην κοινωνία. Ο καθένας με το λιθαράκι του και με τον τρόπο του», αναφέρει στο ΒΗΜΑ ο Αντώνης Βήτος, μέλος του Δ.Σ..
Και προσθέτει: «Έστω κι ένα παιδί να μπορέσουμε να βοηθήσουμε είναι κέρδος για την κοινωνία μας. Είναι τεράστια η χαρά και η ηθική ικανοποίηση να βλέπεις παιδιά που έχουν βοηθηθεί από την Πρωτοβουλία να στέκονται στα πόδια τους και να προοδεύουν στις ζωές τους».
Πρόγραμμα «Πρωτοβουλία για τη Βία κατά των Παιδιών»
Η «Πρωτοβουλία για τη Βία κατά των Παιδιών», που υλοποιείται στα πλαίσια του προγράμματος PREVENT*, αποτελεί ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα που στοχεύει στην πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των παιδιών μέσω εκπαιδευτικών δράσεων και ψηφιακών εργαλείων, με δράσεις εκπαίδευσης σε σχολικές μονάδες δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στον νομό Ημαθίας.
«Είμαστε πεπεισμένοι ότι η πρόληψη της βίας ξεκινά με την ενημέρωση, την ευαισθητοποίηση και τη στήριξη της κοινότητας. Μέσα από την “Πρωτοβουλία για τη Βία κατά των Παιδιών”, ενισχύουμε δράσεις που δίνουν στα παιδιά, στους γονείς και στους εκπαιδευτικούς τα εργαλεία για να αναγνωρίζουν, να προλαμβάνουν και να αντιμετωπίζουν τη βία», αναφέρει στο ΒΗΜΑ η Τζένιφερ Κλαρκ, Διευθύντρια Προγραμμάτων και Δωρεών Ιδρύματος Μποδοσάκη.
«Δεν εστιάζει στην παρέμβαση όταν η βία έχει ήδη συμβεί, αλλά αντίθετα δίνει βάρος στο να θωρακίσουμε τα παιδιά και να δημιουργήσουμε γύρω τους ένα προστατευτικό δίκτυο», επισημαίνει ο κ. Καραγιάννης.
Το πρόγραμμα απευθύνεται σε τρεις βασικές ομάδες: τους μαθητές, τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς. Στόχος του είναι να τους δώσει γνώσεις, εργαλεία και πρακτικές ώστε να μπορούν να αναγνωρίζουν, να αποτρέπουν και να αντιμετωπίζουν περιστατικά βίας.
Βασικοί άξονές του είναι: α) η ανάπτυξη μεθοδολογιών και εργαλείων πρόληψης για όλες τις μορφές βίας κατά των παιδιών, β) η ψηφιακή πλατφόρμα ασύγχρονης εκπαίδευσης, η οποία φιλοξενεί το σχετικό εκπαιδευτικό υλικό και είναι ελεύθερα προσβάσιμη, γ) η κινητοποίηση της κοινότητας μέσα από δράσεις ενημέρωσης και συνεργασίας με σχολεία και τοπικούς φορείς.
Για να σπάσει η σιωπή
Αναγνώριση, αποτροπή, αντιμετώπιση. Τρεις λέξεις που δεν μπορούν -και δεν πρέπει- να διαχωρίζονται όταν μιλάμε για τη βία και δη τη βία των ανηλίκων. Η προστασία των παιδιών είναι συλλογική υποχρέωση. Η εξαφάνιση του Άλεξ χαράχθηκε στο συλλογικό ασυνείδητο ως μια τραγική υπόθεση ακραίας βιαιότητας.
20 χρόνια μετά η Αγγελική Νικολούλη θα πει στο ΒΗΜΑ: «Κουβαλάω το πρόσωπο ενός παιδιού που δεν μεγάλωσε ποτέ. Κουβαλάω την αίσθηση της αδικίας στο πρόσωπο της μητέρας του που βασανίζεται εδώ και 20 χρόνια, καθώς κανείς δεν υπέδειξε πού τον έθαψαν.
Κουβαλάω την ψυχρότητα και την αδιαφορία των παιδιών όταν τα αναζήτησα μετά από χρονιά, με την ελπίδα να μιλήσουν, να ακουστεί από τα χείλη τους έστω ένα “συγγνώμη”. Είχαν σβήσει από τη μνήμη τους το γεγονός και ο ένας από αυτούς, αλβανικής υπηκοότητας, δεν δίστασε να εκδηλώσει επιθετική και προσβλητική συμπεριφορά εναντίον της μητέρας του παιδιού.
Κουβαλάω όμως και την ευθύνη ο Άλεξ να μην ξεχαστεί. Για εμένα η συνέχεια της έρευνας δεν είναι απλώς μια δημοσιογραφική διαδικασία, αλλά προσωπικό χρέος στη μητέρα του και στην κοινωνία.
Το έχω πει και θα το ξαναπώ, αυτή την υπόθεση όσο μου δίνει ο Θεός δύναμη θα την ψάχνω».
*«Πρόκειται για ένα από τα 24 έργα για την πρόληψη και καταπολέμηση της έμφυλης βίας και της βίας κατά των παιδιών που έχουν χρηματοδοτηθεί από τον Απρίλιο στην Ελλάδα στο πλαίσιο του προγράμματος PREVENT. Το πρόγραμμα PREVENT σχεδίασε και κατέθεσε το Ίδρυμα Μποδοσάκη το 2023 στην Ε.Ε. σε συνεργασία με το Κέντρο Στήριξης ΜΚΟ στην Κύπρο και η έγκρισή της χρηματοδότησής του κάνει δυνατή την υλοποίηση αυτών των 24 έργων σήμερα. Συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του προγράμματος Citizens, Equality, Rights and Values (CERV), το Ίδρυμα Μποδοσάκη και το Κέντρο Στήριξης ΜΚΟ, με συνολικό ποσό επιχορήγησης €2,3 εκ.».






