Για την Άρτεμη Αλκαλάη το Ολοκαύτωμα δεν υπήρξε ποτέ μια μακρινή υποσημείωση στα βιβλία της ιστορίας, αλλά μια αθόρυβη, διαρκής παρουσία στα οικογενειακά τραπέζια, στα βλέμματα των μεγάλων, στις ακατανόητες στα παιδικά μάτια της απουσίες. Των παππούδων, των θείων, των συγγενών. Ήταν μια αδιόρατη σκιά που σκέπαζε τις σιωπές του πατέρα της και τις αφηγήσεις της γιαγιάς της.

Με την ιδιότητα της εικαστικού —αλλά στην πραγματικότητα της συλλέκτριας ανθρώπινων θραυσμάτων— η Αλκαλάη ξεκίνησε από το 1999 να διαχειρίζεται το τραύμα του Ολοκαυτώματος μέσα από την τέχνη. Ήταν μια πηγαία και ασυνείδητη απόφαση, που δεν ήξερε πού θα την οδηγήσει.

Ο νόστος προς τη μνήμη των προγόνων της και το συλλογικό βίωμα της εβραϊκής κοινότητας την καθοδήγησε να αναζητήσει τους τελευταίους Έλληνες επιζώντες των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Και να δημιουργήσει τελικά το συγκλονιστικό εικαστικό-ερευνητικό project «Έλληνες Εβραίοι επιζώντες του Ολοκαυτώματος», το οποίο με τη σειρά του γέννησε ένα ντοκιμαντέρ («Η Τέχνη της Μνήμης») σε σκηνοθεσία Αννέτας Παπαθανασίου, που προβάλλεται σήμερα στο Ινστιτούτο Γκαίτε της Θεσσαλονίκης και την 1η Φεβρουαρίου στο Los Angeles Greek Film Festival.

Η Αλκαλάη μπήκε στα σπίτια των επιζήσαντων του Ολοκαυτώματος με σεβασμό, κάθισε μαζί τους, άκουσε τη μαρτυρία τους, μοιράστηκε το φαγητό τους και, τελικά, την εμπιστοσύνη τους. Μέσα από 69 φωτογραφικές μαρτυρίες κατάφερε κάτι συγκλονιστικό: να μετατρέψει τους ανώνυμους αριθμούς που ήταν χαραγμένοι στα χέρια τους σε πρόσωπα οικεία, σε ανθρώπους που σε κοιτούν στα μάτια και διεκδικούν τη θέση τους στο παρόν.

Κρατώντας ως συνδετικό κρίκο ένα μικρό, χειροποίητο σπιτάκι —σύμβολο της εστίας που έγινε στάχτη και ξαναχτίστηκε από το μηδέν— η Αλκαλάη δεν παρέδωσε απλώς ένα συγκλονιστικό εικαστικό project, αλλά δημιούργησε παράλληλα μια ανεκτίμητη ιστορική παρακαταθήκη.

Στη συζήτησή μας που έγινε με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος, η Αλκαλάη περιγράφει την ιεροτελεστία της φωτογράφησης, τη στιγμή που η εικόνα γίνεται μνημείο, και τη δύναμη μιας γενιάς που επιβίωσε, δημιούργησε και δεν ξέχασε ποτέ. Αυτή τη μνήμη η εικαστικός διατηρεί μέσα από το έργο της ζωντανή και εμφατικά παρούσα.

Τι σηματοδοτεί η Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος σε έναν κόσμο που μοιάζει να ξεχνά και να επιστρέφει στη βία και τις συγκρούσεις;

Είναι η διατήρηση της μνήμης ενός ακραίου γεγονότος που επηρέασε ολόκληρη την Ευρώπη. Μιλάμε για μια περίοδο, μέσα σε μόλις πέντε χρόνια, όπου στην ήπειρό μας δολοφονήθηκαν εκατομμύρια άνθρωποι. Αναφερόμαστε σε έναν τρομακτικά μεγάλο αριθμό θυμάτων, σε βασανιστήρια, σε μια γενοκτονία που στράφηκε κατά των Εβραίων, αλλά και των Ρoμά και των Σίντι.

Η επιζήσασα Σάντρα Μάτσα Κοέν, κάποτε κρατούμενη του Άουσβιτς με τον αριθμό  Α–8338, ήταν το πρώτο πρόσωπο που απαθανάτισε η Αλκαλάη για το εικαστικό και ερευνητικό project της © Άρτεμις Αλκαλάη

Η ελπίδα μας είναι ο κόσμος να γνωρίσει αυτό το μοναδικό γεγονός στην ιστορία της ανθρωπότητας. Βέβαια, πάντα υπάρχουν συρράξεις, έχουμε πολέμους και σφαγές, αλλά καμία δεν έγινε με τον συγκεκριμένο τρόπο και με αυτούς τους αριθμούς. Κυρίως, καμία δεν έγινε με αυτόν τον βιομηχανοποιημένο τρόπο εξόντωσης.

Για εμένα, αυτή η ημέρα είναι μια δικαίωση για αυτούς που χάθηκαν. Είναι μια ανάγκη να αναφέρονται τα δεινά τους, η παρουσία τους και η συνεισφορά τους στην ανθρωπότητα. Αυτό συνιστά τη μνήμη.

«Ήθελα να βγάλω τους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος από την ανωνυμία των αριθμών και να τους μετατρέψω σε πρόσωπα με ταυτότητα, αναγνωρίσιμα και οικεία».

Προέρχεστε από μια οικογένεια με άμεση, επώδυνη σχέση με το Ολοκαύτωμα. Πώς λειτούργησε αυτή η κληρονομιά στη δική σας ζωή;

Πράγματι, στην οικογένειά μου υπήρξαν πολλά θύματα. Πρέπει να αναλογιστούμε ότι στην Ελλάδα χάθηκε ένα τεράστιο ποσοστό του εβραϊκού πληθυσμού. Σε πολλές πόλεις ο αφανισμός άγγιξε το 99%, ενώ ολόκληρες κοινότητες χάθηκαν στο 100%.

Παρόλο που οι γονείς μου σώθηκαν επειδή κρύβονταν —ο πατέρας μου στην Αθήνα και η μητέρα μου στον Βόλο— χάσαμε πάρα πολλούς συγγενείς που δεν επέστρεψαν ποτέ από τα στρατόπεδα.

Φωτογραφίζοντας την Ματίλντα Αμόν -εκτοπισμένη από τη Θεσσαλονίκη στο Άουσβιτς- και τον σύζυγό της το 2016

Για εμένα, χρειάστηκε να ωριμάσει ο χρόνος. Άρχισα να ασχολούμαι συστηματικά με το τραύμα στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Στην αρχή μόνο εικαστικά, μέσα από τη δουλειά μου με τις μαριονέτες.

Μετά, σιγά-σιγά, βρήκα το κουράγιο να αντιμετωπίσω κατά πρόσωπο αυτούς τους ανθρώπους που επέστρεψαν από το Άουσβιτς, το Μπέργκεν-Μπέλζεν και τα άλλα στρατόπεδα.

Οι μνήμες από το Ολοκαύτωμα συζητούνταν από τους μεγαλύτερους όταν ήσασταν παιδί; Μεγαλώσατε με αυτές τις αφηγήσεις;

Ξέρετε,  δεν συνηθιζόταν να αναφέρεται αυτό το τραγικό γεγονός όσο τα παιδιά ήταν ακόμη μικρά. Απλώς δεν μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε ορισμένες ανεξήγητες απουσίες: αναρωτιόμασταν πολλές φορές πού είναι ο παππούς, η γιαγιά, ο θείος, τα αδέλφια των γονιών μας. Αλλά και αντικείμενα που είναι κι αυτά με τη σειρά τους φορείς μνήμης απουσίαζαν. Δεν υπήρχαν καν φωτογραφίες.

Από την άλλη, ο πατέρας μου δεν μιλούσε ποτέ για αυτό. Οι περισσότεροι άνθρωποι της γενιάς μου μάθαμε τα περισσότερα από τους παππούδες, οι οποίοι συχνά δεν μετέδιδαν τις εμπειρίες τους στα παιδιά τους, αλλά τις εμπιστεύονταν στα εγγόνια τους. Κάπως έτσι αρχίσαμε να συνθέτουμε την ιστορία, και σταδιακά, μέσα από αναγνώσματα, ταινίες και την τηλεόραση, εμπλουτίσαμε τις γνώσεις μας.

Ποιο ήταν το κίνητρο που σας ώθησε να μετατρέψετε αυτό το τραύμα σε τέχνη; Ήταν μια προσπάθεια επούλωσης ή μια ανάγκη να αναζητήσετε απαντήσεις;

Είναι ένα σύμπλεγμα όλων αυτών. Όταν ξεκινάς δεν έχεις στον νου σου έναν συνειδητό στόχο. Ο στόχος μου δεν ήταν να διδάξω, να εκπαιδεύσω τον κόσμο ή να δικαιώσω τους προγόνους μου. Ήταν περισσότερο μια εσωτερική ανάγκη.

Φωτογραφία του επιζήσαντα του Άουσβιτς Σάμυ Μοντιάνο και της συζύγου του

Καταπιάστηκα με το θέμα του Ολοκαυτώματος γύρω στα 40 μου, μια ηλικία όπου αρχίζεις να στρέφεσαι προς τα μέσα. Έχεις περάσει τα χρόνια της πρώτης νιότης και αναλογίζεσαι από πού προέρχεσαι και τι συνέβη πριν από σένα , στο κοντινό ή μακρινό παρελθόν.

Σε αυτό το πλαίσιο άρχισα να ενδιαφέρομαι περισσότερο, να παρακολουθώ σεμινάρια, να διαβάζω βιβλία και να ασχολούμαι και εικαστικά. Το έργο άλλαζε συνέχεια μορφή, εξελισσόταν μαζί μου.

Ήταν τραυματικό για εσάς να βουτάτε σε μια τόσο σκοτεινή ιστορία, γνωρίζοντας πως αφορά άτομα της κοινότητας αλλά και του κοινωνικού περιβάλλοντός σας;

Πιστεύω πως είναι μια γνώση την οποία οφείλουμε να ερευνήσουμε και να τοποθετηθούμε απέναντί της. Είναι ενδιαφέρον πως ο καθένας διαχειρίζεται το τραύμα διαφορετικά.

Όταν έκανα την πρώτη μου έκθεση το 1999, ο πατέρας μου δεν μπορούσε καν να μπει στον χώρο, είχε αναστατωθεί τρομακτικά. Η μητέρα μου, αντίθετα, ερχόταν κάθε μέρα.

Έτσι και εμείς, τα αδέλφια μου και εγώ, το αντιμετωπίζουμε διαφορετικά. Εγώ, μέσα από τον εικαστικό δρόμο, βρήκα μια προσωπική θεραπευτική προσέγγιση σε αυτό το πολύ βαρύ ζήτημα.

«Έχω δει συγγενείς να χαϊδεύουν τις φωτογραφίες, να τις αγγίζουν με τόση στοργή, σαν να είναι ο ίδιος ο άνθρωπός τους εκεί»

Η πρώτη σας έκθεση είχε ως κεντρικό στοιχείο τις μαριονέτες. Πώς ένα παιδικό παιχνίδι έγινε σύμβολο του Ολοκαυτώματος;

Είχα ξεκινήσει να φτιάχνω μαριονέτες γιατί με ενδιέφερε πολύ το παιχνίδι αυτό και ο συμβολισμός του και κάποια στιγμή, μαζί με μια φίλη επιμελήτρια, την Αντρέ Ζιβανάρη, τις είδαμε γυμνές, πριν δηλαδή τις ντύσω με τα ρούχα που είχα ράψει. Είπαμε πως είναι πιο όμορφες έτσι — έμοιαζαν με σώματα πεσμένα, με νεκρούς.

Αμέσως η σκέψη μου ταξίδεψε πίσω. Κατάλαβα ότι είχε έρθει η στιγμή να ασχοληθώ με αυτό το ζήτημα.

Οι ξύλινες μαριονέτες μετατράπηκαν από παιχνίδι σε μέσο για να μιλήσω για αυτή την ιστορία. Δεν ήθελα μια ρεαλιστική απεικόνιση της φρίκης ή των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Δεν με ενδιέφερε καθόλου αυτό. Ήθελα, μέσα από τον μικρό, παιδικό κόσμο, να αφιερώσω μερικά έργα στους ανθρώπους που εκτοπίστηκαν και δολοφονήθηκαν.

Με την επιζήσασα του Άουσβιτς Νάκη Μπέγα – συνελήφθη στα Τρίκαλα και εκτοπίστηκε στο Άουσβιτς- στη Λάρισα το 2014

Ήρθε όμως και η στιγμή που συναντήσατε επιζώντες για το επόμενο project σας. Πώς προσεγγίσατε αυτούς τους ανθρώπους;

Η προσέγγιση είχε τις δικές της ιδιαιτερότητες. Ξεκίνησα από την Αθήνα με ανθρώπους που ανήκαν στο οικείο μου περιβάλλον και μετά η πληροφορία μεταδόθηκε από στόμα σε στόμα.

Ταξίδεψα και συνάντησα κόσμο στη Θεσσαλονίκη, στη Λάρισα , στον Βόλο, στη Ρόδο, στην Κέρκυρα αλλά και στο εξωτερικό στις χώρες όπου μετανάστευσαν μετά τον πόλεμο. Συχνά πήγαινα συστημένη από φίλους ή συγγενείς και από κοινοτικούς φορείς οπότε καταρχάς με εμπιστεύονταν.

Οι συναντήσεις μας δεν ήταν μια τυπική φωτογράφηση ή μια στεγνή συνέντευξη. Καθόμασταν μαζί πολλές ώρες, μιλούσαμε, συχνά τρώγαμε και πίναμε μαζί. Μου έλεγαν ιστορίες οικογενειακές που δεν είχαν καμία σχέση με το Ολοκαύτωμα.

Οι άνθρωποι αυτοί ήταν αρκετά ή και πολύ ηλικιωμένοι —από 80 έως 104 ετών— οπότε έπρεπε να κινηθώ με σεβασμό και ταχύτητα. Δεν πίεσα ποτέ κανέναν. Αν ένιωθα πως η ανάμνηση τους προκαλούσε πόνο, κλείναμε την κάμερα. Εκείνοι όριζαν το πλαίσιο της συνάντησής μας.

«Όταν βλέπετε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο, που θα μπορούσε να είναι η θεία σας ή ο γείτονάς σας, να φέρει το τατουάζ των στρατοπέδων, η ιστορία αποκτά πρόσωπο»

Πώς πραγματοποιούνταν η φωτογράφηση;

Ήθελα να αισθάνονται άνετα. Τους φωτογράφιζα στο μέρος όπου τους βόλευε: στο δωμάτιό τους, στην κουζίνα, στην αγαπημένη τους πολυθρόνα. Πολλές φορές τραβούσα εκατοντάδες φωτογραφίες για να καταλήξουμε στην ιδανική λήψη που θα χρησιμοποιούσαμε.

Σχεδόν ποτέ δεν ήταν μόνοι τους. Πάντα υπήρχαν γύρω τους οι σύζυγοι, τα παιδιά, οι φίλοι ή οι φροντιστές τους. Αυτό το περιβάλλον αγάπης και φροντίδας ήταν πολύ σημαντικό, γιατί οι άνθρωποι αυτοί είχαν υποστεί τεράστια δεινά και η παρουσία των δικών τους ήταν μια μορφή αποκατάστασης.

Ο Μοσέ Κοέν με το χαρακτηριστικό σπίτι της εικαστικού το 2015. Ο Κοέν εκτοπίστηκε από τη Ρόδο στο Άουσβιτς

Για εμένα, ο στόχος ήταν να φτάσω στον πυρήνα, να πάρω το απόσταγμα της σοφίας τους, να κατανοήσω την αντοχή τους. Αυτή η συγκλονιστική επαφή με μεταμόρφωσε ριζικά, ένιωσα βαθιά τον άλλο, άλλαξε τον τρόπο που ιεραρχώ τα πράγματα στην ζωή μου. Είμαι ειλικρινά ευγνώμων σ’ αυτούς τους ανθρώπους και στις οικογένειές τους.

Στις φωτογραφίες οι επιζώντες κρατούν ένα μικρό χειροποίητο σπιτάκι, επίσης δική σας δημιουργία. Ποια είναι η συμβολική του σημασία;

Το σπίτι είναι για εμένα το αρχέτυπο της αγάπης, της ασφάλειας, της μητρικής γλώσσας και της πατρίδας. Είναι αυτό που έχασαν βίαια οι άνθρωποι όταν εκτοπίστηκαν και αυτό που έπρεπε να ξαναχτίσουν από την αρχή επιστρέφοντας. Το σπιτάκι λειτούργησε ως ένα συμβολικό εικαστικό αντικείμενο που διευκόλυνε την επικοινωνία.

«Το σπίτι είναι για εμένα το αρχέτυπο της αγάπης, της ασφάλειας, της μητρικής γλώσσας και της πατρίδας. Είναι αυτό που έχασαν βίαια οι άνθρωποι όταν εκτοπίστηκαν»

Ήταν μια διαδραστική διαδικασία· το τοποθετούσαν όπου ήθελαν, μιλούσαν για αυτό, και μέσα από αυτή τη διαδικασία “ξεκλείδωναν” μνήμες για τη ζωή τους προπολεμικά, τον εκτοπισμό και την επιστροφή.

Το σπίτι, για όλους μας, είτε για τους επιζώντες είτε για τους σύγχρονους πρόσφυγες και άστεγους, για τους ανθρώπους που λόγω πολέμων ή φυσικών καταστροφών χάνουν την εστία τους παραμένει ένα πανίσχυρο στοιχείο που εμπεριέχει τη μνήμη, συνυφαίνει όλη μας την ύπαρξη.

Σε πολλές λήψεις επιλέγετε να φαίνεται ο αριθμός στο χέρι των επιζώντων. Τι επιδιώκετε με αυτή την αποτύπωση;

Η επιλογή αυτή δεν γίνεται για λόγους εντυπωσιασμού. Γίνεται γιατί οι νέες γενιές συχνά δεν γνωρίζουν τίποτα για αυτό το τατουάζ, για το γεγονός ότι ο αριθμός αυτός υπήρξε η μοναδική ταυτότητα αυτών των ανθρώπων για χρόνια. Επίσης, καθώς υπάρχουν αρνητές του Ολοκαυτώματος, αυτές οι φωτογραφίες αποτελούν μια αδιάψευστη απόδειξη.

Ο Νταβίντ Μωσέ – εκτοπίστηκε από τη Θεσσαλονίκη στο Άουσβιτς- με τη φωτογραφία της Αλκαλάη σε έκθεση του 2016

Όταν βλέπετε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο, που θα μπορούσε να είναι η θεία σας ή ο γείτονάς σας, να φέρει αυτή τη σφραγίδα, η ιστορία παύει να είναι ένας αφηρημένος αριθμός στα βιβλία και αποκτά πρόσωπο.

Ήθελα να βγάλω αυτούς τους ανθρώπους από την ανωνυμία των στατιστικών και να τους μετατρέψω σε πρόσωπα με ταυτότητα, αναγνωρίσιμα και οικεία.

Πώς αντιδρούσαν οι ίδιοι οι επιζώντες ή οι οικογένειές τους όταν αργότερα είδαν τις φωτογραφίες τους εκτεθειμένες στον δημόσιο χώρο;

Οι αντιδράσεις είναι συγκλονιστικές. Όσο ζούσαν, οι ίδιοι οι επιζώντες επισκέπτονταν τις εκθέσεις. Μετά την απώλειά τους, έρχονται τα παιδιά, τα εγγόνια, ακόμα και τα δισέγγονά τους. Φωτογραφίζονται κάτω από την εικόνα του γονιού, του παππού ή της γιαγιάς. Έχω δει συγγενείς να χαϊδεύουν τη φωτογραφία, να την αγγίζουν με τόση στοργή, σαν να είναι ο ίδιος ο άνθρωπός τους εκεί.

Θυμάμαι έναν επιζώντα που μας ζήτησε να κρατήσει τη φωτογραφία του στα χέρια του και να την κοιτάξει κατάματα, όπως κοιτάζεται κανείς στον καθρέφτη. Εκεί κατάλαβα πόσο δυνατή είναι η εικόνα. Στον δημόσιο χώρο, η φωτογραφία αποκτά μια μνημειακή διάσταση, γίνεται μια καταγραφή που χαράζεται στο παρόν και το μέλλον.

«Η εποχή των πρωτογενών μαρτυριών έχει πλέον τελειώσει. Περνάμε στην εποχή της μετα-μνήμης, όπου η πληροφορία έρχεται διαμεσολαβημένη από τις επόμενες γενιές»

Συνολικά, για πόσες μαρτυρίες μιλάμε και πώς ολοκληρώθηκε αυτός ο κύκλος;

Συνάντησα συνολικά 69 επιζώντες Έλληνες, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το project αυτό ολοκληρώθηκε με φυσικό τρόπο κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Λόγω των περιορισμών, δεν μπορούσα πια να ταξιδέψω ούτε να επισκεφθώ ηλικιωμένους ανθρώπους, καθώς φοβόμουν μην τους θέσω σε κίνδυνο.

Προσπάθησα να συνεχίσω μέσω διαδικτυακών πλατφορμών, αλλά η έλλειψη φυσικής παρουσίας έκανε τη συνάντηση τελείως διαφορετική. Πήρε μια διάσταση πιο επίκαιρη-ένα σχόλιο για τη δυνατότητα επικοινωνίας τον καιρό του κόβιντ.

Με τον επιζήσαντα του Άουσβιτς Ντίνο Μάτσα το 2014 στον Βόλο

Σήμερα, οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους έχουν φύγει από την ζωή. Θεωρούμε ότι η εποχή των πρωτογενών μαρτυριών έχει πλέον τελειώσει. Περνάμε στην εποχή της «μετα-μνήμης», όπου η πληροφορία έρχεται διαμεσολαβημένη από τις επόμενες γενιές. Είναι μια διαφορετική, αλλά εξίσου σημαντική μορφή μνήμης.

Η ταινία «Η Τέχνη της Μνήμης» πώς προέκυψε μέσα από αυτή τη διαδρομή;

Πρώτα δημιουργήσαμε το site το 2020, με την επιμελήτρια του πρότζεκτ Ευγενία Αλεξάκη και τη γραφίστρια Ρεβέκκα Βιτάλ εν μέσω πανδημίας. Καταλάβαμε πως χρειαζόμασταν ένα μέσο που θα μπορούσε να φτάσει στο κοινό του, αφού οι εκθέσεις είχαν περιορισμούς επισκεπτών.

Η ταινία ήρθε ως ανάγκη για μεγαλύτερη διάχυση αλλά και επιθυμία σύνθεσης του «ετερόκλητου» υλικού σε ένα πλαίσιο : Από τις μαριονέτες της δεκαετίας του ’90, στα υφαντά του 2000 και τέλος στις φωτογραφίες των επιζώντων.

Προτείναμε την ιδέα στην Αννέτα Παπαθανασίου και με τη στήριξη της Γερμανικής Πρεσβείας και της ΕΡΤ ξεκινήσαμε το ντοκιμαντέρ. Στόχος μας ήταν να δείξουμε πώς η τέχνη, εδώ η εικαστική ματιά είναι ένας άλλος δρόμος, άλλος τρόπος, εξίσου σημαντικός με τον λόγο.

Κατά πόσον μπορεί δηλαδή να αναπαραστήσει ένα ακραίο ιστορικό γεγονός και να συνεισφέρει στη διάσωση της μνήμης μέσα από την δική της ιδιαίτερη γλώσσα.

YouTube thumbnail

Σε μια εποχή όπου ο αντισημιτισμός φαίνεται να επανέρχεται με ένταση, πώς τοποθετείται το έργο σας;

Είναι πράγματι μια πολύ δύσκολη εποχή. Ο αντισημιτισμός αυτή τη στιγμή έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις, αγγίζοντας σχεδόν προπολεμικά όρια.

Συχνά στις προβολές το κοινό ζητά να τοποθετηθώ για τις τρέχουσες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Προσπαθώ να εξηγήσω ότι αν και η δουλειά μου αφορά ένα ιστορικό κεφάλαιο που συνέβη πριν από 80 χρόνια, η ταινία της Αννέτας Παπαθανασίου είναι σαφώς αντιπολεμική. Ως καλλιτέχνης είμαι κατά της βίας από όπου και αν προέρχεται.

Πιστεύω ακράδαντα πως η τέχνη έχει τη δύναμη να αγκαλιάζει και να εκφράζει τον πόνο και το τραύμα οικουμενικά. Όπως η Γκερνίκα του Πικάσο έγινε ένα από τα ισχυρότερα αντιπολεμικά έργα του 20 αιώνα, σύμβολο για κάθε συμφορά, για κάθε πράξη βίας ανά τον κόσμο, έτσι και η τέχνη για το Ολοκαύτωμα ή για οποιοδήποτε άλλο ιστορικό κεφάλαιο μπορεί να αγγίξει τον καθένα μας ανεξαρτήτως καταγωγής ή θρησκείας.

Το προσωπικό ή συλλογικό τραύμα, η απώλεια, ο πόνος, η απουσία είναι θέματα που δεν γνωρίζουν σύνορα. Η τέχνη έχει τη δύναμη να ξεπεράσει το τοπικό και το χρονικό πλαίσιο του γεγονότος και να μας αφορά όλους. Η τέχνη δε διχάζει. Στη φύση της έχει δράση συμπεριληπτική και συμφιλιωτική.

Η επιζήσασα του Μπέργκεν Μπέλζεν Νίνα Μπενρουμπή © Άρτεμις Αλκαλάη

Ποια είναι τα επόμενα εικαστικά σας σχέδια; Συνεχίζετε να εργάζεστε πάνω σε αυτά τα αρχέτυπα;

Αφενός συνεχίζω την καταγραφή και τεκμηρίωση για να κλείσει ο κύκλος με τους Έλληνες Εβραίους επιζώντες. Επικοινωνώ και με τους απογόνους της δεύτερης γενιάς.

Αφετέρου εργάζομαι πάνω σε δύο νέα projects. Το ένα αφορά πάλι το σπίτι, τη γνωστή εμμονή μου εδώ και δεκαετίες αλλά επικεντρώνεται σε ανθρώπους που το έχασαν σήμερα, στο δικό μας παρόν: εκτοπισμένους, πρόσφυγες, μετανάστες, άστεγους.

Το δεύτερο έχει σχέση με καθαρά προσωπικά βιώματα και αφορά στην απώλεια της μητέρας μου, η οποία έφυγε πρόσφατα από την ζωή. Εστιάζω στην απουσία της μητρικής φιγούρας. Η μάνα και το σπίτι είναι τα δύο πρώτα σημαντικά αρχέτυπα του κόσμου μας και με αυτά επιλέγω να συνεχίσω να δουλεύω. Θα δούμε πώς εξελίσσονται.

Η τέχνη, ξέρετε, πρέπει να φαίνεται στην πράξη, όχι μόνο στα λόγια. Το στοίχημα είναι η υλοποίησή τους.

Info: «Η Τέχνη της Μνήμης», σενάριο-σκηνοθεσία: Αννέτα Παπαθανασίου, επιστημονική σύμβουλος: Ευγενία Αλεξάκη