Λίγες ώρες πριν οι αγρότες πάρουν τις τελικές τους αποφάσεις στα μπλόκα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έστειλε ένα σαφές μήνυμα, επιχειρώντας να οριοθετήσει τόσο τις προθέσεις όσο και τα όρια της κυβέρνησης.
Από τη μία πλευρά, επανέλαβε το ζήτημα της σταθερότητας, της συνέπειας και της οικονομικής υπευθυνότητας, από την άλλη, οι εκπρόσωποι του πρωτογενούς τομέα αποχώρησαν από το Μέγαρο Μαξίμου δηλώνοντας απογοητευμένοι και αποφασισμένοι να συνεχίσουν τις κινητοποιήσεις.
Το μήνυμα του πρωθυπουργού διατυπώθηκε δημόσια στο πλαίσιο της συζήτησής του με τον Ηλία Κανέλλη, στον πρώτο κύκλο εκδηλώσεων «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα – Συζητήσεις στο Ωδείο Αθηνών».
Ειδικότερα, ο κ. Μητσοτάκης χαρακτήρισε τη συνάντηση «μακρά, ενδιαφέρουσα και ειλικρινή», αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι ήταν «σχετικά ανοργάνωτη» λόγω του μεγάλου αριθμού εκπροσώπων, ενώ σημείωσε ότι «πολλά από τα ζητήματα που συζητήθηκαν θα μπορούσαν να είχαν τεθεί νωρίτερα, ώστε να είχε εκτονωθεί εγκαίρως η ένταση».
Ο κ. Μητσοτάκης ξεκαθάρισε ότι από την πρώτη στιγμή η κυβέρνηση ήταν σαφής πως οποιεσδήποτε λύσεις θα πρέπει να σέβονται τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας, να είναι κοινωνικά δίκαιες και απολύτως συμβατές με το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη μεταρρύθμιση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τη μετάπτωσή του στην ΑΑΔΕ, την οποία χαρακτήρισε «αναγκαίο αλλά όχι από μόνο του ικανό βήμα» για τον εκσυγχρονισμό του αγροτικού τομέα. Όπως είπε, στόχος είναι το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης να πάψει να λειτουργεί αποκλειστικά ως υπουργείο επιδοτήσεων και αποζημιώσεων και να υπηρετήσει την ανάπτυξη ενός ανταγωνιστικού πρωτογενούς τομέα, σε «σταθερά θεμέλια» που θα διασφαλίζουν ότι οι αγρότες λαμβάνουν όσα πραγματικά δικαιούνται.
«Προτιμώ να είμαι ενίοτε δυσάρεστος»
Αναφερόμενος στη στάση των αγροτών, ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι δεν είναι «αφελής», υποστηρίζοντας πως πίσω από τις κινητοποιήσεις υπήρχαν και «συγκεκριμένα κομματικά κριτήρια» και λογικές του παρελθόντος.
Τόνισε, ωστόσο, ότι διαφάνεια και δικαιοσύνη είναι αδιαπραγμάτευτες έννοιες και ξεκαθάρισε πως η κυβέρνηση δεν πρόκειται να επαναλάβει λάθη προηγούμενων ετών, όταν αποφάσεις εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου οδηγούσαν τελικά στην επιστροφή χρημάτων «με τόκο». «Προτιμώ να είμαι ενίοτε δυσάρεστος και να πω ότι κάποιες διεκδικήσεις δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, παρά να δώσουμε επιταγές χωρίς αντίκρισμα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σε ό,τι αφορά τις αποφάσεις που αναμένεται να λάβουν οι αγρότες στα μπλόκα, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε «συγκρατημένα αισιόδοξος», εκφράζοντας την ελπίδα ότι «θα πρυτανεύσει η λογική», σημειώνοντας πως η κοινωνία είναι εξαντλημένη και ότι η παρατεταμένη παραμονή στους δρόμους δεν προσφέρει πρόσθετο όφελος. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το κλείσιμο δρόμων είναι παράνομο και ότι το λεγόμενο «εθιμικό δίκαιο» ανοχής τέτοιων πρακτικών δεν μπορεί πλέον να συνεχιστεί.
Δημιουργία αγροτικού επιμελητηρίου;
Κλείνοντας, έθεσε και το ζήτημα της εκπροσώπησης του αγροτικού κόσμου, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο δημιουργίας αγροτικού επιμελητηρίου, ώστε η κυβέρνηση να έχει σταθερούς και θεσμικούς συνομιλητές. «Ο διάλογος με τους αγρότες πρέπει να είναι συνεχής», τόνισε, «αλλά και εμείς, ως εκλεγμένη κυβέρνηση, οφείλουμε να γνωρίζουμε με ποιον συνομιλούμε και ποιος εκφράζει πραγματικά τον αγροτικό κόσμο».
«Δεν πήραμε τίποτα»
Παρά τις προσδοκίες για ουσιαστικές ανακοινώσεις, οι αγρότες αποχώρησαν λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «δεν πήραμε τίποτα», ξεκαθαρίζοντας ότι τα μπλόκα παραμένουν και ότι οι τελικές αποφάσεις θα ληφθούν την Τρίτη, μέσα από συνελεύσεις σε όλη τη χώρα.
Ο πρόεδρος της Ενωτικής Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων Λάρισας, Ρίζος Μαρούδας, δήλωσε ανοιχτά ότι δεν είναι ικανοποιημένος από τη συνάντηση, τονίζοντας πως όσα χρήματα έχουν δοθεί μέχρι σήμερα προέκυψαν υπό την πίεση των κινητοποιήσεων. Όπως είπε, «η κυβέρνηση έχει τον δημοσιονομικό χώρο να λύσει τα προβλήματα, αλλά όχι την πολιτική βούληση», προαναγγέλλοντας συνέχιση των αγώνων.
Αντίστοιχα αιχμηρός ήταν και ο πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Καστοριάς, Θωμάς Μόσχος, ο οποίος έκανε λόγο για «τοίχο», υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρξαν απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα και προειδοποιώντας για κατάρρευση της κτηνοτροφίας.
Δυσαρέσκεια εξέφρασαν και εκπρόσωποι άλλων κλάδων του πρωτογενούς τομέα. Ο πρόεδρος του Αλιευτικού Συλλόγου Βόλου, Παναγιώτης Περάκης, έθεσε ζητήματα όπως η παράνομη αλιεία, ο λαγοκέφαλος και τα θαλάσσια θηλαστικά, επισημαίνοντας ότι η αντιμετώπιση της παρανομίας θα ωφελούσε τόσο το κράτος όσο και τους αλιείς. Από την πλευρά της μελισσοκομίας, ο Κωνσταντίνος Λεονταράκης μίλησε για έναν κλάδο που «εκπέμπει SOS εδώ και χρόνια», σημειώνοντας ότι, αν και τα αιτήματα τέθηκαν, οι προσδοκίες παραμένουν χαμηλές, με τη μόνη συγκεκριμένη δέσμευση να αφορά μια μελλοντική διυπουργική σύσκεψη.
Τη γραμμή της κυβέρνησης αποτύπωσε στις δηλώσεις του ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Κώστας Τσιάρας, ο οποίος έκανε λόγο για «παραγωγική συζήτηση» και επιβεβαίωσε ότι τέθηκαν όλα τα βασικά ζητήματα του πρωτογενούς τομέα. Όπως είπε, θα εξεταστούν επιπλέον θέματα, όπως ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στο πετρέλαιο στην αντλία, καθώς και ζητήματα κτηνοτροφίας, αλιείας και μελισσοκομίας. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι δεν υπάρχει περιθώριο για επιπρόσθετα οικονομικά μέτρα.
Η εισήγηση Μητσοτάκη στη συνάντηση
Στην εισήγησή του προς τους αγρότες, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να ρίξει τους τόνους, δηλώνοντας ότι δεν προσδοκά συμφωνία σε όλα, αλλά μια «ουσιαστική και ειλικρινή συζήτηση» που θα μπορούσε να βάλει τέλος σε μια περίοδο μεγάλης έντασης. Αναγνώρισε ότι υπάρχουν δίκαια αιτήματα, υπενθύμισε παρεμβάσεις που έχουν ήδη γίνει –όπως στο αγροτικό ρεύμα και την επιστροφή του ΕΦΚ– και τόνισε ότι η κυβέρνηση θα πει με καθαρότητα τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει.
Το χάσμα, ωστόσο, παραμένει. Ενώ η κυβέρνηση εκπέμπει μήνυμα σταθερότητας, συνέπειας και δημοσιονομικών ορίων, οι αγρότες δηλώνουν ότι ο χρόνος εξαντλείται και ότι χωρίς απτές λύσεις οι κινητοποιήσεις θα συνεχιστούν. Οι επόμενες ώρες και οι αποφάσεις στα μπλόκα θα δείξουν αν το μήνυμα Μητσοτάκη θα λειτουργήσει εκτονωτικά ή αν η σύγκρουση θα μπει σε νέα, πιο σκληρή φάση.






