Όταν η Γιώτα Διαμαντή διορίστηκε δασκάλα στο μονοθέσιο σχολείο της Φουρνάς στην Ευρυτανία πριν από τρία χρόνια, η μοίρα του χωριού ήταν προκαθορισμένη. Με τρεις μόνο μαθητές την πρώτη χρονιά και δύο τη δεύτερη, το κλείσιμο του σχολείου έμοιαζε με μαθηματική βεβαιότητα. «Φέτος θα είχαμε έναν μαθητή. Το νηπιαγωγείο είχε ήδη κλείσει, οπότε δεν υπήρχε προοπτική να αυξηθεί ο αριθμός, ούτε από την Φουρνά, αλλά ούτε και από κανένα άλλο χωριό σε ακτίνα 25 χλμ», εξηγεί η 32χρονη.

Η ίδια, εκπαιδευτικός με δύο μεταπτυχιακά (Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης και Αξιοποίηση της Κίνησης στην Ειδική Αγωγή) και υποψήφια διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας με θέμα την Τεχνητή Νοημοσύνη και την Κριτική Σκέψη, είχε ζητήσει από μόνη της τον διορισμό σε μονοθέσιο.
«Ποτέ δεν είχα ασχοληθεί ακαδημαϊκά με αυτή την ιδιάζουσα μορφή διδασκαλίας, που είναι το μονοθέσιο σχολείο. Ήθελα να ζήσω την εμπειρία, θεωρώντας ότι σε ένα μικρό σχολείο είσαι ο δάσκαλος, ο διευθυντής, ο προγραμματιστής, αυτός που τρέχει και δημιουργεί τα προγράμματα. Έχεις μεγαλύτερη ευελιξία και χώρο να υλοποιήσεις ιδέες που ίσως δεν θα μπορούσες σε ένα μεγάλο αστικό σχολείο, όπου όλα λειτουργούν σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή».

Το κάλεσμα μέσω Instagram και η εκρηκτική άμεση ανταπόκριση
Η αποδοχή που της επιφύλαξαν οι κάτοικοι, από την πρώτη μέρα, ήταν συγκινητική: «Με έκαναν να νιώσω αμέσως την αξία, την ουσία του επαγγέλματός μου. Πολλές φορές στα μεγάλα αστικά κέντρα ο δάσκαλος είναι κάτι ανάμεσα σε θηριοδαμαστή και απλό διεκπεραιωτή.
Στη Φουρνά ήρθαν να με χαιρετήσουν την πρώτη μέρα άνθρωποι από όλο το χωριό. Έβλεπα, στο βλέμμα ανθρώπων με διπλάσια ή και τριπλάσια ηλικία από την δική μου, την εκτίμηση στον ρόλο του δασκάλου και στο ότι ένα νέο παιδί έρχεται να υπηρετήσει σε μια ορεινή, δυσπρόσιτη, απομονωμένη περιοχή».

Πριν καλά-καλά όμως αρχίσει να προσαρμόζεται στις δυνατότητες που τις προσέφερε η καινούργια της ζωή, η κ. Διαμαντή ήρθε αντιμέτωπη με την προοπτική όλο αυτό να τελειώσει άδοξα. Τότε αποφάσισε να κάνει την ανατροπή. Απευθύνθηκε στον ιερέα, τόσο για τον κοινωνικό του ρόλο στη μικρή κοινωνία όσο και γιατί ήταν ο πατέρας του εναπομείναντα μαθητή στο Δημοτικό.
Μαζί, δημιούργησαν ένα σχέδιο δράσης με στόχο να έρθει μία επιπλέον οικογένεια με μικρά παιδιά στην Φουρνά. Το σχέδιο θα κάλυπτε το αρχικό κόστος διαμονής της οικογένειας, την εξασφάλιση εργασίας στους γονείς και πρόσβαση σε σωστά εκπαιδευτικά και κοινωνικά προγράμματα.

«Η ανάγκη να σωθεί το σχολείο γέννησε την πρωτοβουλία “Νέα Ζωή στο Χωριό”, μας λέει η κ. Διαμαντή. Έκανα ένα κάλεσμα με βίντεο και το ανήρτησα σε λογαριασμό μιας ομάδας γυναικών στο Instagram. Η ανταπόκριση ήταν σεισμική. Μέσα σε ένα 24ωρο δεχτήκαμε πάνω από 1.000 κλήσεις, από ανθρώπους που ήθελαν να βοηθήσουν και από άλλους που ήθελαν να έρθουν στο χωριό».
Περισσότεροι από 20 μαθητές μέσα σε ένα χρόνο
«Τα βάλαμε κάτω και είπαμε, για να έρθει μία οικογένεια να ζήσει σε αυτόν τον τόπο θα πρέπει να δώσουμε κάποια κίνητρα. Τα κίνητρα αυτά είναι η κατοικία, η εργασία και κάποιες υπηρεσίες εκπαιδευτικές, ψυχαγωγικές, πολιτιστικές. Κάποια πράγματα που θα έκαναν την ποιότητα ζωής τους καλύτερη».

Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα βρήκαν ποια σπίτια ήταν διαθέσιμα στο χωριό και θα μπορούσαν να ενοικιαστούν. Σε κάποια κράτησαν χαμηλά τα ενοίκια, ενώ μέσα από χορηγίες επιδότησαν το ενοίκιο για τους πρώτους έξι μήνες.
Στη συνέχεια κατέγραψαν πού θα μπορούσαν να υπάρχουν θέσεις εργασίας και επικοινώνησαν με τους αρμόδιους: «Υπάρχει ο δασικός συνεταιρισμός ξυλείας, ο ξενώνας, το εστιατόριο. Στην πορεία φέραμε και μια επένδυση, έναν καινούργιο φούρνο. Επίσης, μέσω συμβουλευτικής εκπαιδεύσαμε τους γονείς ώστε να μπουν σε κάποιο πρόγραμμα, για να μπορέσουν και οι ίδιοι να δραστηριοποιηθούν επιχειρηματικά. Όντως, η πρώτη οικογένεια άνοιξε το δικό της μαγαζί, ένα μεζεδοπωλείο μαζί με γλυκοπωλείο. Οπότε άνοιξαν και δύο νέες επιχειρήσεις στην Φουρνά. Το επόμενο μήνα θα ανοίξει και ένα μίνι μάρκετ».
Όσο για τις παροχές για τα παιδιά, ξεκίνησαν με το να καλύψουν κενά των μονοθέσιων σχολείων, όπως δωρεάν διαδικτυακά μαθήματα Αγγλικών -μέσα σε έναν χρόνο όλοι οι μαθητές πήραν το πρώτο τους δίπλωμα- , και δωρεάν αθλητική δραστηριότητα το απόγευμα.
«Ενισχύσαμε το σχολείο με χορηγίες, με διαδραστικούς πίνακες, με υπολογιστές», συνεχίζει την περιγραφή η εκπαιδευτικός. «Κάναμε συνεργασίες με ελληνόγλωσσα σχολεία του εξωτερικού και κάποια επιπλέον εκπαιδευτικά προγράμματα. Ακόμη και ρομποτική για το οποίο βραβευθήκαμε στο Φεστιβάλ Καλαμάτας “Ευφυών Συστημάτων και Ρομποτικής” υπό την αιγίδα του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Αναλάβαμε δηλαδή συμπληρωματικές δράσεις για την εκπαίδευση, την ψυχαγωγία και την κοινωνικοποίηση της οικογένειας και των παιδιών».

Η κοινωνική ντουλάπα αλληλεγγύης με είδη σπιτιού, ένδυσης και υπόδησης και ό,τι άλλο θα μπορούσε να χρειαστεί για την εύρυθμη λειτουργία ενός σπιτικού διατέθηκαν δωρεάν, όπως και το γεύμα των παιδιών στο σχολείο.
«Κάναμε πέρυσι και φέτος συνεργασία με το Ίδρυμα Πρόληψης, το οποίο σε άλλες περιοχές στέλνει γεύματα από φούρνους ή ανθρώπους που συνεργάζονται μαζί τους και μαγειρεύουν τα γεύματα. Στην δική μας περίπτωση, επειδή είμαστε πολύ απομονωμένοι, δόθηκε στον τοπικό ξενώνα η δυνατότητα, μέσω του εστιατορίου του και προσλαμβάνοντας έναν γονέα από τις νέες οικογένειες -δημιουργήθηκε δηλαδή και θέση εργασίας-, να ετοιμάζει τα γεύματα καθημερινά, σύμφωνα με τα ενδεδειγμένα διαιτολόγια. Τα παιδιά θα φάνε δηλαδή το φρούτο τους, το ολικής άλεσης αρτοσκεύασμα, χωρίς να πληρώνουν».
Το επιτυχημένο μοντέλο που επεικτείνεται και σε άλλα χωριά
«Από την ανάγκη μας και από όσα αντιμετωπίζαμε κάθε φορά, πράτταμε. Στην αρχή, δεν είχαμε στο μυαλό μας ότι θα μπορούσε η δράση μας γίνει πανελλήνια και να επηρεάσει τόσο πολύ κόσμο», ομολογεί.

Περιγράφει τη στιγμή που αντιλήφθηκαν το μέγεθος της πρόκλησης: «Όταν μαζεύτηκε μια λίστα που κάθε μέρα αυξανόταν και έφτασαν τις 150 οι οικογένειες, και άλλη μια λίστα με χωριά σε παρόμοια κατάσταση που ζητούσαν την βοήθεια μας, εκεί κληθήκαμε να γίνουμε ο συνδετικός κρίκος».
Έτσι, το επόμενο χωριό που μπήκε στο πρόγραμμα ήταν η Ζίτσα και τώρα ο φορέας υιοθέτησε ένα άλλο στην Βοιωτία. «Πλέον μιλάμε για ένα μοντέλο, το οποίο έχει στηθεί μέσα στο πεδίο και μπορεί να αναπαραχθεί και σε άλλους τόπους, όπως αναπαράγεται τώρα στη Ζίτσα, όπου πήγε η πρώτη οικογένεια και περιμένουμε μέσα στον επόμενο μήνα και την δεύτερη. Όπως θα αναπαραχθεί και τον άλλο μήνα στη Βοιωτία όπου ο στόχος είναι να μεταβούν πέντε οικογένειες μέσα στο 2026».

Η ίδια η κ. Διαμαντή εξηγεί γιατί θεωρεί ότι το δικό τους μοντέλο αποκέντρωσης δείχνει να επιτυγχάνει: «Συνήθως παίρνονται αποσπασματικά μέτρα, κυρίως χρηματοδοτήσεις και επιδόματα. Το να δώσω κάποια χρήματα στις οικογένειες, αυτό δεν αποτελεί στην πραγματικότητα κίνητρο για να αλλάξει κάποιος τη ζωή του. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα πλαίσιο. Εμείς χτίζουμε το πλαίσιο. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αγρότες και γι’ αυτό έχουμε περιέλθει σε αυτή την κατάσταση».
Ανάμεσα στις δυσκολίες που αντιμετώπισε ήταν και οι αργοί ρυθμοί με τους οποίους κινείται η κρατική μηχανή. Έτσι, αποφάσισε να στηριχθεί στην ατομική πρωτοβουλία και τον εθελοντισμό: «Στην Ελλάδα, έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που δεν θέλουμε να κάνουμε πράγματα γιατί θεωρούμε ότι θα καταπονηθούμε ή θα κατηγορηθούμε. Δεν ήταν πάντα έτσι. Ο Έλληνας ξεχωρίζει για το φιλότιμο που έχει και για τον τρόπο που διαχειριζόταν τις δυσκολίες. Πάντα βοηθούσε ο ένας τον άλλον».

Χωριό ή πόλη;
Εκτός όμως από επιτυχημένη επαγγελματίας και επιστήμονας, η Γιώτα Διαμαντή είναι μία νέα γυναίκα, παντρεμένη, που σε λίγους μήνες περιμένει το πρώτο της παιδί, η οποία αποφάσισε να αφήσει πίσω τις ευκολίες μιας ζωής σε αστικό κέντρο για να εγκατασταθεί σε ένα απομακρυσμένο χωριό. Ποια είναι η προσωπική της εμπειρία;
«Μεγάλωσα στη Μακρακόμη, αλλά οι παππούδες μου είναι από εδώ, από το διπλανό χωριό. Είμαι παιδί του τόπου δηλαδή», μάς λέει. «Ξέρετε πολλές φορές λέμε ότι στην πόλη έχουμε πρόσβαση στα πάντα, στο να πας θέατρο, γυμναστήριο ή σε μια μουσική σκηνή. Για να τα κάνεις όμως όλα αυτά πρέπει να έχεις και χρόνο και χρήμα. Εγώ, δουλεύοντας στην πόλη, δεν προλάβαινα ποτέ να τα κάνω αυτά μέσα στην καθημερινότητά μου. Τα κρατούσα μόνο για το Σαββατοκύριακο. Εδώ, ακόμη και με την απόσταση από τον σύζυγό μου που μένει και εργάζεται στον Βόλο, βρίσκουμε τρόπο να βρισκόμαστε συχνά».

Μάλιστα, μας εξηγεί πώς στο χωριό θα μπορούσε τελικά κάποιος να έχει το περιθώριο να κάνει περισσότερα πράγματα. «Δεν υπάρχει η κίνηση και το μποτιλιάρισμα στους δρόμους. Έχεις χρόνο ακόμη και να κοιμηθείς το μεσημέρι, να περπατήσεις στη φύση, να ηρεμήσεις. Και το κυριότερο, αν βγεις στην πλατεία ή στον ξενώνα, θα βρεις πάντα κάποιον να πιεις έναν καφέ. Δεν χρειάζεται να κλείνεις ραντεβού».
Όσο για την επικοινωνία; «Πλέον με το ίντερνετ είσαι στο κέντρο του κόσμου από οπουδήποτε. Η ζωή στο χωριό είναι απλά μια διαφορετική φιλοσοφία». Επίσης, μας λέει, με το χαμηλότερο κόστος ζωής, ειδικά στα ενοίκια, και με την πρόσβαση που έχει γίνει ευκολότερη, θα μπορούσε κανείς να αποταμιεύσει και να κάνει περισσότερες εκδρομές και ταξίδια, είτε μέσα στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό. 
«Αυτά που έδιωξαν τους ανθρώπους πριν 20-30 χρόνια από τα χωριά, τώρα φαίνεται πως τους διώχνουν από την πόλη».
Η μεγάλη λίστα των 150 οικογενειών που περιμένουν στη σειρά για να εγκατασταθούν μόνιμα στην επαρχία, δείχνει το μέγεθος ενός νέου φαινομένου στην ελληνική κοινωνία. Σύμφωνα με την κ. Διαμαντή, αυτά που αναζητούσαν οι άνθρωποι στις πόλεις πριν από κάποιες δεκαετίες -καλύτερη δουλειά και ποιότητα ζωής- τώρα τα αναζητούν στο χωριό.
«Η ζωή στα αστικά κέντρα έχει γίνει ανυπόφορη. Η δουλειά είναι κακοπληρωμένη, οι γονείς δουλεύουν πάρα πολλές ώρες μόνο για τα βασικά, όπως είναι το ενοίκιο, οι μεταφορές, οι λογαριασμοί», σημειώνει. Όμως, πέρα από το οικονομικό, υπάρχει και ο παράγοντας του φόβου.
«Οι γονείς αγχώνονται πάρα πολύ για την ασφάλεια των παιδιών. Με τα περιστατικά βίας και το bullying που βλέπουμε, ένας γονέας στην πόλη πρέπει να είναι “full time” από πίσω από τα παιδιά του. Να τα πάει στο σχολείο, στο φροντιστήριο, στη δραστηριότητα και να τα φέρει. Αυτό τους εξουθενώνει. Στο χωριό, το παιδί μπορεί να βγει έξω, να παίξει, να αναπνεύσει, χωρίς τον φόβο που κυριαρχεί στην πόλη».
Παρά την προσωπική της επιτυχία και το γεγονός ότι ο ίδιος ο Πρωθυπουργός επισκέφθηκε τη Φουρνά τον Ιούλιο για να συζητήσουν το πρόγραμμα, η Γιώτα Διαμαντή παραμένει ρεαλίστρια. «Επικοινωνία με την Πολιτεία υπάρχει, αλλά εμπράκτως, μέχρι στιγμής, δεν έχουμε δει να υλοποιείται κάποια βοήθεια».
Αναγνωρίζει ότι το ζήτημα της αποκέντρωσης μπαίνει επιτέλους στον δημόσιο διάλογο: «Το ζήτημα της ορεινότητας, της αποκέντρωσης έχουν αρχίσει να απασχολούν. ‘Εχουν γίνει πολλές ενέργειες αυτή τη χρονιά και από την πλευρά του κράτους με προγράμματα όπως στον Έβρο, με την επιδότηση που δίνουν εκεί για να εγκατασταθούν οι οικογένειες. Γιατί είναι και θέμα εθνικής σημασίας το να μην ερημώσουν τα χωριά μας. Αναμένουμε να δούμε πόσο αποτελεσματικά είναι αυτά τα μέτρα. Αν είναι στη σωστή βάση, στη σωστή κατεύθυνση είναι σίγουρα».

Υπογραμμίζει όμως το βάρος της ευθύνης που σηκώνει η ίδια και οι συνεργάτες της. «Όλο αυτό είναι εθελοντικό. Ο φόρτος και η ευθύνη για εμάς είναι μεγάλα, γι’ αυτό προχωράμε με αργά βήματα. Θέλουμε να είμαστε σίγουροι ότι μπορούμε να εξασφαλίσουμε σε αυτές τις οικογένειες όλα όσα χρειάζονται για να ριζώσουν».
Η αναγνώριση και τα σχέδια για το μέλλον
Για την δράση της η Γιώτα Διαμαντή βρέθηκε τον προηγούμενο μήνα ανάμεσα στους 50 καλύτερους εκπαιδευτικούς του κόσμου σύμφωνα με το Global Teacher Prize, έναν θεσμό που υποστηρίζεται από την UNESCO. Η ίδια δηλώνει για την διάκρισή της: «Είναι πολύ μεγάλη τιμή γιατί στην ιστορία του θεσμού είναι η πρώτη φορά που βραβεύεται δασκάλα από δημόσιο, μονοθέσιο σχολείο».
Αυτό που την κάνει ακόμη περισσότερο υπερήφανη είναι ότι συγκαταλέγεται ανάμεσα σε εκπαιδευτικούς που θεωρεί ότι προσφέρουν μεγάλο έργο και βρίσκονται στην κορυφή διεθνώς: «Από τη μία πλευρά, υπάρχουν στη λίστα συνάδελφοι από χώρες όπως ο Καναδάς, οι ΗΠΑ ή η Φινλανδία, που έχουν πίσω τους τρομερά κονδύλια και προγράμματα και κάνουν απίστευτα πράγματα στην εκπαίδευση και από την άλλη, βρίσκονται δάσκαλοι από εμπόλεμες ζώνες ή χώρες του τρίτου κόσμου και άλλες όπου η παιδεία δεν είναι αγαθό για όλους, οι οποίοι δίνουν αγώνα καθημερινά.
Έχω τη χαρά να βρίσκομαι ανάμεσα σε αυτούς τους δύο “κολοσσούς”. Αναγνωρίστηκε η δουλειά που γίνεται εδώ, παρόλο που δεν είμαστε ούτε προηγμένοι, ούτε τριτοκοσμικοί».
Επίσης, τιμήθηκε φέτος από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Κωνσταντίνου Κριεζή για «τον ζήλο και τον εθνωφελή τρόπο με τον οποίο εκτελεί τα καθήκοντά της, όσον αφορά τη μόρφωση και τη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας και για το καινοτόμο εκπαιδευτικό της έργο, σε ένα απομακρυσμένο χωριό της χώρας».
Το μονοθέσιο σχολείο δεν είναι «κατώτερο»
Για τη Γιώτα Διαμαντή, το μονοθέσιο σχολείο είναι ένας θησαυρός που η Ελλάδα έχει ξεχάσει. «Στα 15 χρόνια που είμαι στα πανεπιστήμια, ποτέ δεν διδάχτηκα πώς είναι να κάνεις μάθημα σε ένα μονοθέσιο, όπου όλες οι τάξεις και όλες οι ηλικίες είναι μαζί», σημειώνει.
Αρνείται πεισματικά τη λογική ότι κάποια παιδιά είναι «καταδικασμένα» σε χαμηλότερο επίπεδο μόρφωσης επειδή ζουν σε απομακρυσμένες περιοχές. «Πρέπει να βγούμε από το σκεπτικό ότι “εντάξει μωρέ, καλά είναι να ξέρει να διαβάζει και να γράφει”. Στο μονοθέσιο, τα παιδιά αναπτύσσουν δεξιότητες που στην πόλη χάνονται. Γίνονται αυτόνομα, υπεύθυνα και μαθαίνουν να φροντίζουν το ένα το άλλο. Αν το εκτάκι δεν βοηθήσει το δευτεράκι να πει την ορθογραφία όσο η δασκάλα κάνει μάθημα στην Γ΄Δημοτικού, δεν βγαίνει η δουλειά. Παίρνουν το ρόλο του φροντιστή, μαθαίνουν να μην ενοχλούν, γίνονται δημιουργικά».
Το πλάνο για την επόμενη πενταετία
Όταν τη ρωτάς πώς βλέπει το μέλλον για την ίδια, η απάντησή της δεν έχει ασάφειες, αλλά παραμένει προσηλωμένη στον στόχο της προσφοράς στην ελληνική παιδεία και της αποκέντρωσης. Θέλει μέσα στην επόμενη πενταετία να αλλάξει ο τρόπος που το κράτος βλέπει τα μικρά σχολεία. «Ο δάσκαλος στο μονοθέσιο είναι ένας άνθρωπος μόνος, χαμένος στη γραφειοκρατία. Θέλω να δημιουργηθεί ένα δίκτυο, να έχουν όλα αυτά τα σχολεία κοινά projects και ερεθίσματα».
Το όραμά της όμως επεκτείνεται και στο κοινωνικό κομμάτι. Στόχος της είναι ο φορέας να «υιοθετεί» δύο χωριά κάθε χρόνο, δημιουργώντας ένα σύμπλεγμα 15 ζωντανών χωριών σε λίγα χρόνια.
«Δεν μπορούμε να μιλάμε για αποκέντρωση αν δεν δώσουμε ίση πρόσβαση στην παιδεία και την υγεία. Κανένας γονιός δεν θα πάει το παιδί του κάπου αν ξέρει ότι δεν θα κάνει αγγλικά, πληροφορική ή γυμναστική», τονίζει με έμφαση. Για τη Γιώτα Διαμαντή, το να έχουν τα χωριά μας το σχολείο τους, τον γιατρό τους και την ασφάλειά τους, είναι δικαίωμα των πολιτών που πληρώνουν τους ίδιους φόρους με τους υπόλοιπους. «Δεν υπάρχει πια δικαιολογία. Έχουμε την τεχνολογία, έχουμε προσβάσεις. Το μόνο που χρειάζεται είναι το όραμα και να δημιουργήσουμε το πλαίσιο που όλα θα λειτουργούν ομαλά», καταλήγει.






