Διαφορά φιλοσοφίας

Η διαμόρφωση συνεπούς εθνικής στρατηγικής, μέσα από συμπαγείς δομές, έχει δραματικά καθυστερήσει. Και δυστυχώς, πρέπει όλοι να παραδεχθούμε ότι ο «μήνας του μέλιτος» στο μεταψυχροπολεμικό διεθνές περιβάλλον πέρασε ανεπιστρεπτί.

Μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, μία συζήτηση στο ελληνικό Κοινοβούλιο δεν υπήρξε βαρετή και αναλωθείσα απλώς σε κραυγές και ανεξέλεγκτες καταγγελίες – χωρίς να σημαίνει ότι οι αρνητικές εξαιρέσεις έλειψαν. Ωστόσο, η συζήτηση επί του νομοσχεδίου για την αμυντική θωράκιση της χώρας, με προμετωπίδα τη σύμβαση για την προμήθεια τριών γαλλικών φρεγατών Belh@rra, αλλά επίσης την αγορά άλλων έξι μαχητικών αεροσκαφών Rafale καθώς και τορπιλών βαρέος τύπου για τα υποβρύχια του Στόλου, δεν περιορίστηκε απλώς στην παρουσίαση της κυβέρνησης (κυρίως μέσω της ιδιαίτερα εμπεριστατωμένης παρουσίασης στην οποία προέβη ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος) ή στην κριτική της αξιωματικής αντιπολίτευσης περίπου για… διασπάθιση του δημοσίου χρήματος, ειδικότερα ως προς την αγορά επιπλέον μαχητικών αεροσκαφών.

Το πλέον ενδιαφέρον σημείο της κοινοβουλευτικής συζήτησης υπήρξε η αντιπαράθεση δύο διαφορετικών φιλοσοφιών εκ μέρους του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα σε σχέση με την εθνική ασφάλεια, δηλαδή την εξωτερική πολιτική και την άμυνα. Οι πρόσφατες εξελίξεις στο Ουκρανικό Ζήτημα αλλά και η διαρκής αναθεωρητική ρητορική της Αγκυρας περί αποστρατιωτικοποίησης και κυριαρχίας των ελληνικών νησιών είχαν διαμορφώσει το υπόβαθρο επί του οποίου διεξήχθη η συζήτηση.

Ο Πρωθυπουργός υπεραμύνθηκε των ενεργειών της θητείας του σε όλο το φάσμα των πτυχών της εθνικής ασφάλειας και επιβεβαίωσε ότι παραμένει πιστός στο δόγμα «Ανήκομεν εις την Δύσιν» που είχε διατυπώσει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τη δεκαετία του 1970. Ο κ. Τσίπρας τού επεσήμανε ότι σε προηγούμενη συζήτηση ο κ. Μητσοτάκης είχε προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, λέγοντας ότι η Ελλάδα αποτελεί «το τελευταίο φυλάκιο της Δύσης προς Ανατολάς» και ότι αυτό «επιτάσσει η Ιστορία, ο Πολιτισμός και η γεωγραφία μας».

Είναι δυστυχές, πλην αληθές, ότι η γεωγραφία «έριξε» την Ελλάδα δίπλα στην Τουρκία. Ουδείς αμφισβητεί ότι η χώρα ανήκει στο δυτικό στρατόπεδο και ακόμη και ο κ. Τσίπρας το αντελήφθη αυτό αποφεύγοντας να προβεί στην «απόλυτη» απονενοημένη κίνηση το 2015. Ωστόσο, ας είμαστε ρεαλιστές. Η υπόθεση εργασίας ότι η Ελλάδα θα είναι το έσχατο φυλάκιο της Δύσης ενέχει σοβαρότατες προκλήσεις και κινδύνους για την ίδια την ελληνική κοινωνία που δεν είναι σαφές, όπως είχε προειδοποιήσει ο αείμνηστος Παναγιώτης Κονδύλης, «αν διαθέτει τα κότσια» να αναλάβει τέτοια ευθύνη, η οποία συνεπάγεται και θυσίες. Σε απλά ελληνικά, το ερώτημα θα ετίθετο ως ακολούθως: «Μπορεί η Ελλάδα να γίνει ένα δεύτερο Ισραήλ;».

Ο κ. Τσίπρας αντιπαρέβαλε το «δόγμα της επαρκούς άμυνας». Ο νεολογισμός αυτός ηχεί ωραία, ωστόσο απαιτεί περισσότερη διευκρίνιση και οι αρχικές αναφορές σε διαφάνεια και ολοκληρωμένο προγραμματισμό δεν επαρκούν. Επιπλέον, ο πρώην πρωθυπουργός επέμεινε στην ανάγκη πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής. Το πολυδιαφημισμένο «δόγμα Κοτζιά» άλλωστε δεν ακολουθήθηκε στην πράξη ούτε από τον ίδιο σε πολλές περιπτώσεις, καθώς παρά τις διακηρύξεις του, η εξωτερική πολιτική που ακολουθήθηκε μετά το 2016 προσδέθηκε πλήρως στο αμερικανικό άρμα και η υπόθεση της Αλεξανδρούπολης έλκει από εκεί την έναρξή της.

Το συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα έχει, ως μικρό κράτος, περιορισμένες (άρα και πολύτιμες) επιλογές σε ένα διεθνές σύστημα που μοιάζει πάλι να πολώνεται μεταξύ Δύσης και Ανατολής, μεταξύ δημοκρατίας και ανελευθερίας. Η διαμόρφωση συνεπούς εθνικής στρατηγικής, μέσα από συμπαγείς δομές, έχει δραματικά καθυστερήσει. Και δυστυχώς, πρέπει όλοι να παραδεχθούμε ότι ο «μήνας του μέλιτος» στο μεταψυχροπολεμικό διεθνές περιβάλλον πέρασε ανεπιστρεπτί. Η σκληρή ισχύς είναι πάλι εδώ.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk