Τι σηματοδοτεί η τμηματική οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας – Αιγύπτου;

Η ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία 6ης Αυγούστου αποτελεί ένα πολύ θετικό ορόσημο για την περαιτέρω γεωπολιτική συνάσπιση εκείνων των δυνάμεων που επενδύουν στην επανασταθεροποίηση της ΝΑ Μεσογείου. Αρθρο του Θεόδωρου Τσακίρη.

Η ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία 6ης Αυγούστου αποτελεί ένα πολύ θετικό ορόσημο για την περαιτέρω γεωπολιτική συνάσπιση εκείνων των δυνάμεων που επενδύουν στην επανασταθεροποίηση της ΝΑ Μεσογείου. Με τη συμφωνία αυτή η Αίγυπτος τοποθετείται αναπόδραστα υπέρ της Ελλάδας σε ένα ζωτικό ζήτημα των ελληνοτουρκικών διαφορών. Δεν είναι ορθό να λέγεται ότι ακόμη τηρεί ουδέτερη στάση γιατί δεν παραβιάζει τις τουρκικές κόκκινες γραμμές πέριξ του Καστελλόριζου. Σε περίπτωση που δεν το έχουμε καταλάβει, αυτές οι κόκκινες γραμμές έχουν μετατοπισθεί μετά τον Νοέμβριο του 2019 στα 6 ν.μ. ανατολικά της Κρήτης.

Η συμφωνία αυτή αποτελεί ίσως και τη σημαντικότερη έως σήμερα επιτυχία της ανασχετικής στρατηγικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Τμήμα αυτής της στρατηγικής είναι να παραμείνει ανοικτός ο δίαυλος ενός διαλόγου που θα μπορούσε να οδηγήσει διά συνυποσχετικού στη Χάγη. Ωστόσο, η αποτροπή της τουρκικής Navtex της 21ης Ιουλίου, η απώθηση της τουρκικής ασύμμετρης επίθεσης στον Εβρο, η έμπρακτη προώθηση του αγωγού EastMed και του καλωδίου EuroAsia, όπως και η συμφωνία οριοθέτησης με την Αίγυπτο, ξεκαθαρίζουν ότι ο διάλογος αυτός, αν γίνει, δεν θα γίνει με τουρκικούς όρους και υπό συνθήκες εκβιασμού.

Η σφοδρότητα της τουρκικής αντίδρασης υποδεικνύει ότι οι φωνές που έσπευσαν να κατακρίνουν τη συμφωνία ως μονομερή παραχώρηση που ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της Τουρκίας σφάλλουν. Το επιχείρημα ότι «εγκαταλείπεται η μισή Ρόδος και το Καστελλόριζο» διαψεύδεται από το γεγονός ότι το άρθρο 1 της συμφωνίας δεσμεύει τις δύο χώρες στη συνέχιση των διαπραγματεύσεων.

Τμηματική οριοθέτηση δεν σημαίνει οριστική οριοθέτηση. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα ημιτελών οριοθετήσεων, συμπεριλαμβανομένης της οριοθέτησης ΑΟΖ Κύπρου – Αιγύπτου του 2003. Εάν δε η Ελλάδα είχε πρόθεση να εγκαταλείψει τις περιοχές ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, θα είχε αφήσει ανενόχλητη την Τουρκία να εκτελέσει τα σεισμογραφικά που ανακοίνωσε στις 21 Ιουλίου, καθώς αυτά αφορούσαν μια περιοχή πολύ ανατολικότερα της υφιστάμενης ελλαδο-αιγυπτιακής οριοθετικής γραμμής.

Ορισμένοι θεωρούν το γεγονός ότι δεν δίνεται πλήρη επήρεια 50%-50% στις ελληνικές ακτογραμμές ως απαράδεκτη ετεροβαρής παραχώρηση. Πώς ακριβώς όμως θα δινόταν πλήρης επήρεια σε μια ελληνική ακτογραμμή που δεν είναι συνεχής, αλλά διακόπτεται τρεις φορές μεταξύ Κρήτης – Κάσου – Καρπάθου – Ρόδου;

Φυσικά μια ολική οριοθέτηση θα ήταν προτιμητέα, αλλά οι Αιγύπτιοι ουδέποτε δέχθηκαν να συζητήσουν κάτι τέτοιο, ενώ είναι κοινό μυστικό το γεγονός ότι ούτε αυτοί δέχονται να αποδώσουν πλήρη επήρεια στο νησιωτικό σύμπλεγμα της Μεγίστης, χωρίς φυσικά να αποδέχονται τις τουρκικές ασυναρτησίες περί επήρειας 6 ν.μ.

Το πού θα βρεθεί το κοινό σημείο συμβιβασμού μαζί τους αλλά και με την Κύπρο για την περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού θα το δούμε στο μέλλον, αλλά γιατί να μη διασφαλίζαμε τη στήριξη της Αιγύπτου σε μια άποψη που είναι – αν δεχθούμε τη λογική των επικριτών της συμφωνίας – τουλάχιστον κατά 90% ταυτόσημη με τη δική μας, στα δυτικά του 28ου μεσημβρινού;

Βεβαίως υπήρχε και η επιλογή ελλαδο-αιγυπτιακής προσφυγής στη Χάγη, αλλά το αποτέλεσμα πολύ δύσκολα να ήταν κατά πολύ διαφορετικό από το 45%/55%, ενώ θα έπαιρνε πολλά χρόνια για να εκδικασθεί, και αυτό είναι μια πολυτέλεια που δεν διαθέτουμε.

Εάν τώρα απορρίπταμε αυτό τον έντιμο συμβιβασμό ή παραπέμπαμε το θέμα στη Χάγη και μετά από 6-12 μήνες ο GNA έμπαινε θριαμβευτής στη Σύρτη ή τη Βεγγάζη ποιος πιστεύει ότι η Αίγυπτος θα δεχόταν να υπογράψει ό,τι υπέγραψε στις 6 Αυγούστου;

Η συμφωνία με την Αίγυπτο είναι μια σημαντική επιτυχία αλλά δεν διασφαλίζει από μόνη της αυτομάτως τίποτα. Η Τουρκία θα επιχειρήσει να την εξουδετερώσει επιχειρώντας παράνομες σεισμογραφικές έρευνες/γεωτρήσεις.

Η αποτραπείσα κρίση της 21ης Ιουλίου ίσως αποτελεί το πρώτο από μια σειρά επεισοδίων κυμαινόμενης προκλητικότητας που είναι άγνωστο πότε θα τελειώσουν.

Αυτό καθιστά την ανάγκη άμεσης περαιτέρω ενίσχυσης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων κάτι περισσότερο από αδήριτη.

Ο δρ Θεόδωρος Τσακίρης είναι αναπληρωτής καθηγητής Γεωπολιτικής & Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

Δείτε επίσης
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk