• Αναζήτηση
  • ΣΥΡΙΖΑ: Ξεδιπλώνει τις σημαίες του κατά της Εκκλησίας

    Η δήλωση του υπουργού Δικαιοσύνης Σταύρου Κοντονή ότι «έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για να υπάρξει ο διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους», την ώρα που στη δημοσιότητα κυριαρχούν η συζήτηση για τη συμφωνία με την πΓΔΜ και η συμφωνία του Eurogroup, ήρθε να υπογραμμίσει ότι το επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ θέλει να στρέψει την ατζέντα προς τα ζητήματα των θεσμών και των δικαιωμάτων.

    ΤοΒΗΜΑ Team

    Η δήλωση του υπουργού Δικαιοσύνης Σταύρου Κοντονή ότι «έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για να υπάρξει ο διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους», την ώρα που στη δημοσιότητα κυριαρχούν η συζήτηση για τη συμφωνία με την πΓΔΜ και η συμφωνία του Eurogroup, ήρθε να υπογραμμίσει ότι το επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ θέλει να στρέψει την ατζέντα προς τα ζητήματα των θεσμών και των δικαιωμάτων.

    Από την αρχή της διακυβέρνησης Τσίπρα είχε γίνει σαφές ότι αυτή η κυβέρνηση θα επένδυε ιδιαίτερα σε ζητήματα που άπτονται των θεσμικών αλλαγών. Άλλωστε, ο «δικαιωματισμός» είναι βασική πλευρά της ιδεολογικής ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ και ιδίως των διαφόρων «συνιστωσών» του, πρώτα και κύρια της τάσης των 53+.

    Ειδικά μάλιστα από τη στιγμή που μετά το καλοκαίρι του 2015 έγινε απόλυτα σαφές ότι μεγάλα περιθώριο άσκησης κοινωνικής πολιτικής, ακόμη και με τη μορφή του «παράλληλου προγράμματος» δεν υπήρχαν, εκτιμήθηκε ότι τα θεσμικά ζητήματα θα μπορούσαν να είναι ένα από τα πεδία συσπείρωσης της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ, από τη στιγμή μάλιστα που καθώς δεν είχαν δημοσιονομικό αποτέλεσμα δεν έμπαιναν και στη διαπραγμάτευση με τους «θεσμούς».

    Ανοίγματα

    Επιπλέον, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ εκτιμούσε και εκτιμά ότι τέτοια θέματα «θεσμικού εκσυγχρονισμού» επιτρέπουν και ένα άνοιγμα προς την κεντροαριστερά και τη σοσιαλδημοκρατία, διαμορφώνοντας και πεδία ευρύτερων συγκλίσεων, την ίδια ώρα που θεωρούν ότι ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων στο εσωτερικό της ΝΔ οδηγεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη να κάνει διαρκείς υποχωρήσεις στις θέσεις της περισσότερο συντηρητικής μερίδας του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

    Αυτή η τακτική εφαρμόστηκε σε μια σειρά από μέτρα όπως ήταν η επέκταση του συμφώνου συμβίωσης και στα άτομα ιδίου φύλου και πιο πρόσφατα στις αλλαγές της νομοθεσίας για τις ανάδοχες οικογένειες.

    Με αυτό τον τρόπο εξαρχής είδε η κυβέρνηση και τη συνταγματική αναθεώρηση, εκτιμώντας ότι θα μπορούσε να δώσει την εικόνα ότι ανοίγει τη μεγάλη συζήτηση για τη δημοκρατία και τις αναγκαίες θεσμικές τομές, μετατοπίζοντας τη συζήτηση από τα στενάχωρα πλαίσια της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

    Η τακτική αυτή φαίνεται ότι επιλέγεται και τώρα από την κυβερνητική πλευρά.  Το κυβερνητικό επιτελείο εκτιμά ότι δεν αρκεί η επικοινωνιακή επένδυση στην «καθαρή έξοδο από τα μνημόνια», από τη στιγμή που δύσκολα μπορεί να αντιστραφεί η αίσθηση της παραμονής σε ένα τούνελ λιτότητας, χωρίς πολλά περιθώρια «παροχών». Άρα χρειάζεται να συσπειρώσει ένα αριστερών καταβολών ακροατήριο και ταυτόχρονα να προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί τον τρόπο που και ένα μέρος του Κέντρου διαιρείται ως προς τη στάση απέναντι σε ζητήματα δικαιωμάτων.

    Ειδικά μάλιστα το ζήτημα του χωρισμού Εκκλησίας – Κράτους είναι ένα κατεξοχήν τέτοιο ζήτημα. Αποτελεί εμβληματικό αίτημα όχι μόνο της αριστεράς αλλά και αρκετών ανθρώπων που ορίζονται γύρω από ένα αίτημα εκσυγχρονισμού, συμπεριλαμβανομένων και αρκετών φιλελευθέρων, όλων εκείνων δηλαδή που αντιμετωπίζουν τον αυξημένο ρόλο της Εκκλησίας ως ένα είδος αναχρονισμού.  Από την άλλη, ακριβώς εξαιτίας της ειδικής βαρύτητας της Ορθοδοξίας στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας και του διευρυμένου κοινωνικού ρόλου της Εκκλησίας, είναι δεδομένο ότι θα υπάρξουν αρκετές αντιδράσεις.

    Δεν θέλει μέτωπο

    Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως φάνηκε και από την αντιπαράθεση για το ζήτημα της διδασκαλίας των θρησκευτικών, δεν έχει επιδιώξει κατά μέτωπο σύγκρουση με την εξουσία. Με αυτή την έννοια ακόμη και τώρα δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα επιλέξει να πάει μέχρι τέλους σε μια κατεύθυνση πραγματικού χωρισμού, πέραν των θεσμικών και συνταγματικών εμποδίων που υπάρχουν σε μια τέτοια κατεύθυνση.

    Αυτό, όμως, δεν αναιρεί την πολιτική επένδυση ακριβώς στο άνοιγμα της συζήτησης, στο να μπορέσει, δηλαδή, να εισπράξει ο ΣΥΡΙΖΑ τα πολιτικά οφέλη μιας συσπείρωσης γύρω από αυτό το αίτημα και τη δυνατότητα να καταγγέλλει την αντιπολίτευση για νεοσυντηρητισμό, την ίδια στιγμή που δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα πάει όντως σε κατεύθυνση πλήρους χωρισμού.

    Την ίδια στιγμή έχει ενδιαφέρον ο πολιτικός υπολογισμός σε σχέση με την Κεντροαριστερά. Ενώ υποτίθεται ότι η πολιτική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν να «ξαναβρεί την ψυχή της» η σοσιαλδημοκρατία και εγκαταλείποντας τις νεοφιλελεύθερες απόψεις να οικοδομήσει μια νέα προοδευτική συσπείρωση, πρόταση που κατεξοχήν  απευθυνόταν προς το χώρο του ΠΑΣΟΚ, τελικά δεδομένης της επιμονής της Φώφης Γεννηματά σε μια αντιπολιτευτική στάση, τελικά φαίνεται πιο πιθανή η σύμπλευση με πιο φιλελεύθερα τμήματα του ΚΙΝΑΛ, προερχόμενα κυρίως από το Ποτάμι, σε θέματα όπως οι θεσμοί ή η συμφωνία με την πΓΔΜ.

    Ωστόσο, το πολιτικό ερώτημα για την αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας κατεύθυνσης παραμένει. Ακόμη και εάν ισχύει η θετική απήχηση τέτοιων θεσμικών τομών σε ένα μέρος του αριστερού και ευρύτερα «προοδευτικού» ακροατηρίου, ο βαθμός στον οποίο μπορεί αυτή η απήχηση να αντιστρέψει το αρνητικό κλίμα από το κοινωνικό κόστος των συνεχιζόμενων μέτρων λιτότητα (ή από μεγάλες στροφές στην εξωτερική πολιτική) δεν είναι καθόλου δεδομένος.

    Υπάρχει, δηλαδή, ανοιχτό το ενδεχόμενο μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας να θεωρήσουν ότι την ώρα που διακυβεύεται η δυνατότητα τους απλώς να τα βγάλουν πέρα, το άνοιγμα τέτοιων συζητήσεων  είναι περιττή πολυτέλεια, εάν όχι άσκοπος αντιπερισπασμός.

    Πολιτική