Πλούτος €63,3 δισ. χάθηκε μέσα σε 10 χρόνια

Τεράστια ήταν η καθίζηση των αμοιβών των μισθωτών αλλά και του τζίρου και κατ’ επέκταση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια της κρίσης με αποτέλεσμα να χαθεί πλούτος της τάξης των 63,3 δισ. ευρώ το διάστημα 2008-2017. Το υπέρογκο αυτό ποσό αντιστοιχεί στο ένα τρίτο του σημερινού ΑΕΠ.

Τεράστια ήταν η καθίζηση των αμοιβών των μισθωτών αλλά και του τζίρου και κατ’ επέκταση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια της κρίσης με αποτέλεσμα να χαθεί πλούτος της τάξης των 63,3 δισ. ευρώ το διάστημα 2008-2017. Το υπέρογκο αυτό ποσό αντιστοιχεί στο ένα τρίτο του σημερινού ΑΕΠ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής οι απώλειες των μισθωτών έφθασαν τα 23,2 δισ. ευρώ, ενώ η μείωση των μεικτών αποτελεσμάτων επιχειρήσεων, ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων διαμορφώθηκε σε 40,1 δισ. ευρώ προκαλώντας ασφυξία στην αγορά.
Oπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι συνολικές αμοιβές των μισθωτών από τα 82,94 δισ. ευρώ το 2018 διολίσθησαν στα 59,74 δισ. ευρώ πέρυσι.
Πρόκειται για μια μείωση κατά 23,2 δισ. ευρώ ή 28%. Στο διάστημα αυτό είχαμε τη μεγάλη συρρίκνωση των μισθών με αλλεπάλληλες περικοπές τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Περιορισμός δαπανών

Παράλληλα αυξήθηκε ο αριθμός των ανέργων, ενώ τα τελευταία χρόνια κερδίζουν σταθερά έδαφος οι ευέλικτες μορφές εργασίας, με τους νεοπροσλαμβανομένους να αρκούνται σε μισθούς κοντά στο όριο της φτώχειας, πέριξ των 400 ευρώ τον μήνα.
Τα στοιχεία από το σύστημα Εργάνη δείχνουν ότι πλέον οι έξι στις 10 νέες προσλήψεις αφορούν είτε μερική είτε εκ περιτροπής απασχόληση. Ως εκ τούτου περιορίστηκαν κατά πολύ οι δαπάνες μισθοδοσίας τόσο των επιχειρήσεων όσο και του Δημοσίου.
Ανάλογα συμπεράσματα προκύπτουν και από τα δεδομένα που περιέχονται σε νέα έκθεση που δημοσίευσε εντός της εβδομάδας το Ευρωπαϊκό Συνδικαλιστικό Ινστιτούτο (ETUI) με τον τίτλο «Συγκριτική αξιολόγηση της εργασίας στην Ευρώπη 2018».
Πιο αναλυτικά, η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ με το υψηλότερο ποσοστό πτώσης των πραγματικών μισθών την περίοδο 2010-2017. Στη χώρα μας η μείωση έφθασε το 19,1%. Στη δεύτερη θέση βρέθηκε η Κύπρος (με -10,2%) και στην τρίτη η Πορτογαλία (-8,3%). Το 2017 στην Ελλάδα καταγράφηκε οριακή μείωση μισθών κατά 0,4%.

Μειώθηκε και ο τζίρος

Το Ευρωπαϊκό Συνδικαλιστικό Ινστιτούτο για να προσδιορίσει τον «πραγματικό μισθό» υπολογίζει την αξία των μισθών λαμβάνοντας υπόψη και το κόστος ζωής.
Οσον αφορά τις επιχειρήσεις, το μεικτό αποτέλεσμά τους (ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα – μεικτό εισόδημα όπως το αναφέρει η ΕΛΣΤΑΤ) υποχώρησε το 2017 σε 91,67 δισ. ευρώ έναντι 131,82 δισ. ευρώ πριν από την έναρξη της πολυετούς κρίσης.

Δηλαδή οι απώλειες φθάνουν τα 40,1 δισ. ευρώ ή το 30,45%. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην κατηγορία των επιχειρήσεων προσμετρούνται οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αυτοαπασχολούμενοι.
Με την αγορά σε ελεύθερη πτώση και την καταναλωτική δαπάνη στο ναδίρ, ήταν φυσικό επακόλουθο να περιοριστούν κατά πολύ ο τζίρος και η κερδοφορία των επιχειρήσεων.

«Φρένο» στις επενδύσεις

Και μοιραία αυτές έβαλαν φρένο στις επενδύσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης. Συγκεκριμένα οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ από 57,62 δισ. ευρώ το 2008 κατρακύλησαν σε 22,47 δισ. ευρώ πέρυσι. Πρόκειται για μια πρωτόγνωρη πτώση που ξεπερνά κατά τι το 60% και στην οποία αποτυπώνεται σε μεγάλο βαθμό η καχεξία της πραγματικής οικονομίας όλο αυτό το διάστημα.
Μάλιστα, όπως προκύπτει από στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, αν αφαιρέσουμε τις αποσβέσεις, οι καθαρές επενδύσεις κεφαλαίου των επιχειρήσεων παραμένουν αρνητικές από το 2009. Συγκεκριμένα, το τρίτο τρίμηνο του 2017 οι καθαρές επενδύσεις κεφαλαίου των επιχειρήσεων ανέρχονταν σε περίπου μείον 4,3 δισ. ευρώ ή μείον 2,4% του ονομαστικού ΑΕΠ
Το παράδοξο όμως είναι ότι όλο το διάστημα της κρίσης τα φορολογικά έσοδα παρέμειναν στα ίδια επίπεδα. Για παράδειγμα, τα στοιχεία της Στατιστικής Αρχής δείχνουν ότι οι φόροι στην παραγωγή και στις εισαγωγές ήταν 30,7 δισ. ευρώ το 2008 και παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητοι ως και το 2017 (30,6 δισ. ευρώ). Γιατί μπορεί η φορολογητέα ύλη (εισόδημα) να συρρικνώθηκε, όμως αυξήθηκαν κατ’ επανάληψη οι συντελεστές, με αποτέλεσμα να μην προκύψουν απώλειες για τα κρατικά έσοδα.

Μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά €40 δισ.

Η μεγάλη μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά τη διάρκεια της κρίσης ήταν φυσικό επακόλουθο της συμπίεσης των εισοδημάτων.

Τα στοιχεία της Στατιστικής Αρχής δείχνουν «βουτιά» της κατανάλωσης από τα 163 δισ. ευρώ το 2018 στα 123 δισ. ευρώ πέρυσι. Με 40 δισ. ευρώ να χάνονται από την αγορά, καταγράφηκε μία πτώση της τάξεως του 24,5%. Σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης η πτώση των καταναλωτικών δαπανών έφθασε το 30%. Το 2017 διαμορφώθηκαν στα 35,5 δισ. ευρώ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk