• Αναζήτηση
  • Πώς οργανώθηκε ο πολιτικο-δικαστικός έλεγχος της Δικαιοσύνης

    Σε πεδίο μάχης αναμένεται να μετατραπεί από αύριο η Βουλή καθώς ξεκινούν οι εργασίες της προανακριτικής επιτροπής για το σκάνδαλο Novartis. Το επίμαχο ερώτημα είναι αν η αρμοδιότητα για τη διερεύνηση της υπόθεσης ανήκει στη Βουλή ή αν θα πρέπει να την αναλάβει η τακτική Δικαιοσύνη, παρότι υπάρχει σταθερή νομολογία και πρακτική 160 ετών ότι η αρμοδιότητα ανήκει στη Βουλή.

    Σε πεδίο μάχης αναμένεται να μετατραπεί από αύριο η Βουλή καθώς ξεκινούν οι εργασίες της προανακριτικής επιτροπής για το σκάνδαλο Novartis. Το επίμαχο ερώτημα είναι αν η αρμοδιότητα για τη διερεύνηση της υπόθεσης ανήκει στη Βουλή ή αν θα πρέπει να την αναλάβει η τακτική Δικαιοσύνη, παρότι υπάρχει σταθερή νομολογία και πρακτική 160 ετών ότι η αρμοδιότητα ανήκει στη Βουλή.
    Με άλλα λόγια, αν θα γίνει ουσιαστική έρευνα, όπως ζητούν «οι δέκα», ή αν, όπως καταγγέλλουν, θα επικρατήσουν νομικά τεχνάσματα προκειμένου να μην εμφανιστούν οι μάρτυρες ούτε με καθεστώς ανωνυμίας και να μην κατατεθούν τα έγγραφα που έχει αποστείλει η Novartis στο υπουργείο Δικαιοσύνης και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ.
    Παραπλεύρως της πολιτικής μάχης εξελίσσεται και μια δικαστική προκειμένου, αν παραπεμφθεί η υπόθεση στη Δικαιοσύνη, να παραμείνει στα χέρια της εισαγγελέως Διαφθοράς Ελένης Τουλουπάκη και να μην ανατεθεί σε ειδικό εφέτη ανακριτή.
    Ο διχασμός στη Δικαιοσύνη είναι βαθύς, όπως φαίνεται από τη σύγκρουση της Βασιλικής Θάνου με την Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία την κατήγγειλε για απροκάλυπτες παρεμβάσεις στην υπόθεση Novartis. Το κλίμα στη Δικαιοσύνη είναι ζοφερό, οι πειθαρχικές και ποινικές διώξεις κατά δικαστών και εισαγγελέων είναι συνεχείς και όσοι ξέρουν μιλούν για απόλυτη κυριαρχία της κυβέρνησης στον Αρειο Πάγο και σε θέσεις-κλειδιά για τις υποθέσεις που την ενδιαφέρουν.

    Η «λίστα Λαγκάρντ»

    Το 2015, στην υπηρεσιακή κυβέρνηση της Βασιλικής Θάνου, η θητεία της οποίας διήρκεσε από τις 28 Αυγούστου ως τις 23 Σεπτεμβρίου 2015, υπουργός Δικαιοσύνης τοποθετήθηκε ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος. Μια υπηρεσιακή κυβέρνηση έχει κύριο σκοπό να οδηγήσει ομαλά τη χώρα σε εκλογές. Ωστόσο, ο κ. Παπαγγελόπουλος δεν αρκέστηκε στην τυπική άσκηση των καθηκόντων του. Με έγγραφό του προς τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Αθηνών Ηλία Ζαγοραίο ζήτησε, επειδή έκρινε ότι υπάρχει σύσταση εγκληματικής οργάνωσης από καταθέτες για τη νομιμοποίηση εσόδων, να διενεργήσει προκαταρκτική έρευνα για τη λεγόμενη «λίστα Λαγκάρντ».
    Στις 11 Σεπτεμβρίου 2015, ο κ. Ζαγοραίος μαζί με τους εισαγγελείς Ελένη Τουλουπάκη, Χρήστο Ντζούρα (σήμερα είναι βοηθός της Τουλουπάκη στην υπόθεση Novartis) και Γιώργο Καλούδη πήγαν στο Παρίσι προκειμένου να ανακρίνουν τον Ερβέ Φαλτσιανί. Μεταδόθηκε τότε ότι ο Φαλτσιανί έκανε σημαντικές αποκαλύψεις και ότι έδωσε στοιχεία για πολιτικά πρόσωπα. Η «πληροφορία» διαψεύστηκε με επίσημη ανακοίνωση της Εισαγγελίας Αθηνών, στην οποία διευκρινιζόταν ότι «η έρευνα βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο» και ότι «θα απαιτηθούν περαιτέρω ανακριτικές ενέργειες προκειμένου να διαλευκανθεί».
    Το ταξίδι αυτό έγινε χωρίς την απαραίτητη έγκριση της τότε εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, πράγμα που σήμαινε ότι η κατάθεση ήταν άκυρη και γι’ αυτό το δικαστικό κλιμάκιο που πήγε στο Παρίσι εκλήθη για εξηγήσεις. Προτού ξεκινήσει η διερεύνηση, ο κ. Παπαγγελόπουλος επισκέφθηκε αιφνιδιαστικά στις 4 Νοεμβρίου 2015 τον Αρειο Πάγο και ζήτησε ενημέρωση για την εξέλιξη των πειθαρχικών διώξεων εις βάρος του Ισίδωρου Ντογιάκου, του Παναγιώτη Τσιλιμπάκη και του Ηλία Ζαγοραίου. Κυρίαρχο θέμα, όπως φάνηκε από τις δηλώσεις του, ήταν η έναρξη της πειθαρχικής διαδικασίας κατά του κ. Ζαγοραίου, η οποία αμέσως μετά έπαψε να υπάρχει. Αλλά και η έρευνα με βάση τα νέα στοιχεία που έδωσε ο Φαλτσιανί, σύμφωνα με δικαστικές πηγές, δεν οδήγησε πουθενά.
    Υπό το πρίσμα της υπόθεσης Novartis, τα παραπάνω θα μπορούσαν να ιδωθούν ως μια πρώτη απόπειρα να αξιοποιηθεί ένα υπαρκτό σκάνδαλο προκειμένου να εμπλακούν σε αυτό πολιτικά πρόσωπα, αντίπαλοι του ΣΥΡΙΖΑ.
    Στις αρχές του 2016 το υπουργείο Δικαιοσύνης έστειλε για επεξεργασία στο Συμβούλιο της Επικρατείας Προεδρικό Διάταγμα με το οποίο προσδιορίζονταν οι θέσεις που αυξάνονταν για τους αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου. Ο τότε υπουργός Νίκος Παρασκευόπουλος δεν έκανε αποδεκτή την εισήγηση της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Γκουτζαμάνη, χωρίς να αιτιολογήσει γιατί, οπότε το ΠΔ επεστράφη στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Αντί να διορθωθεί όμως αμέσως, αφέθηκε σε εκκρεμότητα – μέχρι το καλοκαίρι. Τον Αύγουστο άλλαξε ο νόμος για την εκλογή διοικήσεων στα δικαστήρια και στις Εισαγγελίες και επετράπη στους τότε προϊσταμένους να θέσουν εκ νέου υποψηφιότητα. Ετσι άνοιξε ο δρόμος για να εκλεγεί ξανά ο κ. Ζαγοραίος στη θέση του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών. Πέραν των προσδοκιών ήταν η επανεκλογή του Ισίδωρου Ντογιάκου ως προϊσταμένου της Εισαγγελίας Εφετών, καθώς εκκρεμούσε εναντίον του πειθαρχική ποινή στέρησης αποδοχών 40 ημερών από το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό, επειδή σε πρόσκληση σύγκλησης εισαγγελέων και αντεισαγγελέων εφετών σε Ολομέλεια είχε συμπεριλάβει στα θέματα προς συζήτηση την «Εξωθεσμική παρέμβαση της προέδρου του Αρείου Πάγου (σ.σ. Θάνου) στο αυτοδιοίκητο της Εισαγγελίας Εφετών». Η απόφαση για την επιβολή της ποινής δεν είχε επιδοθεί στον κ. Ντογιάκο και εκείνος εκμεταλλεύτηκε το κενό και πήρε μέρος στις εκλογές. Λίγες ημέρες αργότερα καθαιρέθηκε.

    Οι απειλές στη Ράικου

    Τον Μάρτιο ξέσπασε σάλος μετά τη δημοσιοποίηση της καταγγελίας της εισαγγελέως Εφετών Γεωργίας Τσατάνη ότι ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος, τον Νοέμβριο του 2015, της ασκούσε πιέσεις προκειμένου να επιστρέψει τη δικογραφία Βγενόπουλου στην εισαγγελέα Διαφθοράς. «Σε συμβουλευτικό δήθεν ύφος, μου συνέστησε εκ νέου να επιστρέψω τη δικογραφία που «χειρίζομαι παράνομα» στην εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς και άμεσα, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα ξεσπάσει εις βάρος μου άγριος πόλεμος. Χαρακτηριστικά, δε, τόνισε ότι έχω στα χέρια μου… ένα απόστημα που θα σκάσει εις βάρος μου… και για να κάνω Χριστούγεννα με την οικογένειά μου» τονιζόταν στην αναφορά της προς την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη.
    Η εξέλιξη αυτή πυροδοτήθηκε από την απόφαση που έλαβε η κυρία Θάνου να διενεργήσει η ίδια – εξοπλισμένη με τις υπερεξουσίες που της ανέθετε ο νέος νόμος – πειθαρχική έρευνα για την αρχειοθέτηση σκέλους της υπόθεσης Βγενόπουλου από την κυρία Τσατάνη. Η κυρία Θάνου προχώρησε την έρευνα και στις 28 Ιουνίου την παρέπεμψε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο κρίνοντας ότι η «συμπεριφορά της εισαγγελέως Εφετών δεν συνάδει με την ιδιότητά της και θίγει το κύρος της Δικαιοσύνης».
    Τον Ιούλιο του 2016, μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά της η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου, παρήγγειλε προκαταρκτική εξέταση για το ΚΕΕΛΠΝΟ και ανέσυρε από το αρχείο την υπόθεση Βγενόπουλου, την οποία είχε αρχειοθετήσει η κυρία Τσατάνη. Η κίνηση αυτή εξελήφθη ως έμμεση αποδοκιμασία των χειρισμών της κυρίας Τσατάνη. Ταυτόχρονα ανέθεσε στον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριο Παπαγεωργίου – πρόκειται για τον αντεισαγγελέα που εποπτεύει τώρα την κυρία Τουλουπάκη και ενέκρινε τον χαρακτηρισμό των ανώνυμων μαρτύρων της υπόθεσης Novartis ως μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, μετά τη διαβίβαση της δικογραφίας στη Βουλή – να ανασύρει από το αρχείο μηνυτήρια αναφορά του εισαγγελέα Εφετών Ιωάννη Αγγελή που στρεφόταν κατά Ντογιάκου, Τσατάνη αλλά και της τότε εισαγγελέως του Αρείου Πάγου κυρίας Κουτζαμάνη. Την αναφορά αυτή είχε θέσει στο αρχείο με πράξη του ο αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκης.
    Στα μέσα Ιανουαρίου 2017 η ανακρίτρια κατά της Διαφθοράς Ηλιάνα Ζαμανίκα κατέθεσε αναφορά κατά της τότε εισαγγελέως Διαφθοράς Ελένης Ράικου, καταλογίζονάς της ότι παρέλειψε να της παραδώσει σημαντικά στοιχεία – συγκεκριμένα δύο ηλεκτρονικούς υπολογιστές με έγγραφα – των δικογραφιών για τον Γιάννο Παπαντωνίου και τον Θωμά Λιακουνάκο. Επίσης στράφηκε και κατά του εποπτεύοντος εισαγγελέα Εφετών Σταμάτη Δασκαλόπουλου επειδή, ενώ παρέλαβε την καταγγελία της, δεν κίνησε τις διαδικασίες για τη διερεύνησή τους.
    Ο χρόνος κύλησε χωρίς να γνωστοποιηθεί το παραμικρό για τις καταγγελίες αυτές μέχρι την 24η Μαρτίου. Εκείνη την ημέρα παραιτήθηκε αιφνιδιαστικά η κυρία Ράικου – την επομένη έγινε γνωστό ότι η εφημερίδα «Documento» δημοσίευε τις καταγγελίες με πρωτοσέλιδο τίτλο «Αναφορά – σοκ ανακρίτριας για την εισαγγελέα Διαφθοράς. Η Ράικου… ξέχασε στοιχεία για Γιάννο και Λιακουνάκο».
    Η κυρία Ράικου απάντησε με μια μακροσκελή επιστολή παραίτησης, η οποία ξεκινούσε με την υπόθεση Novartis! Σε αυτή ανέφερε ότι μόλις είχε καταφέρει να συλλέξει τα πρώτα «κρίσιμα και ουσιώδη στοιχεία» που οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι «μεγάλος αριθμός κρατικών αξιωματούχων (κυρίως ιατρών δημόσιων νοσοκομείων)» αλλά και νομικά πρόσωπα, τα οποία πιθανώς «χρησίμευαν ως οχήματα» για να δίνονται «δώρα» σε αξιωματούχους, «ενδεχομένως και πολιτικούς», δωροδοκούνταν απευθείας από λογαριασμό της εταιρείας Novartis Ελβετίας. Από τον λογαριασμό αυτόν διακινήθηκαν περίπου 28 εκατομμύρια ευρώ, τα οποία μέχρι τον Μάιο, όπως συνέχιζε η έρευνα, έφτασαν τα 80 εκατομμύρια ευρώ.

    Προαγωγές δικαστών

    Ο χρόνος που μεσολάβησε από την καταγγελία της κυρίας Ζαμανίκα μέχρι τη δημοσιοποίησή της δεν ήταν τυχαίος. Στις 12 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκαν 19 προαγωγές δικαστών και εισαγγελέων μεταξύ των οποίων και της Ελένης Τουλουπάκη από εισαγγελέα Πρωτοδικών σε αντεισαγγελέα Εφετών. Ηταν η νεότερη αντεισαγγελέας, με πολύ κακές εκθέσεις επιθεώρησης, όμως χωρίς αυτή την ιδιότητα δεν θα μπορούσε να επιλεγεί για τη θέση της εισαγγελέως κατά της Διαφθοράς.
    Προκειμένου να διαδεχθεί την κυρία Ράικου χρειάστηκε να παρέμβει παράτυπα στη διαδικασία η κυρία Θάνου, η πρόταση της οποίας έγινε αποδεκτή με μόνο μειοψηφήσαντα στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο τον αρχαιότερο αντεισαγγελέα Αθανάσιο Κατσιρόδη. Κατά της επιλογής Τουλουπάκη προσέφυγε η αντεισαγγελέας Εφετών Ευγενία Κυβέλου, η οποία ήταν αρχαιότερη στο δικαστικό σώμα, με μεγάλη εμπειρία σε δικογραφίες οικονομικού ενδιαφέροντος, καλύτερες σπουδές και εκθέσεις επιθεώρησης. Η προσφυγή της απερρίφθη.
    Με αυτή τη μεθόδευση και μέσο πίεσης την «Documento» άνοιξε ο δρόμος για την αντικατάσταση της κυρίας Ράικου, η οποία κατήγγειλε ότι στοχοποιήθηκε από διεφθαρμένους κρατικούς λειτουργούς και μεγάλα συμφέροντα στον χώρο του φαρμάκου. «Με αστειότητες και εκμεταλλευόμενοι την τουλάχιστον ανεξήγητη ενέργεια συγκεκριμένης ανακρίτριας «έστησαν» μια πρωτοφανή ιστορία συκοφάντησής μου» σημείωνε. Είχε ήδη στα χέρια της την πρώτη αναφορά κατά του Παναγιώτη Κουρουμπλή.
    Λίγες ημέρες αργότερα, η Βασιλική Θάνου διέταξε πειθαρχική έρευνα για το σύνολο της υπόθεσης, δηλαδή για το δημοσίευμα της «Documento», για την αναφορά της κυρίας Ζαμανίκα, για τις ενέργειες του κ. Δασκαλόπουλου και για όσα ανέφερε στην επιστολή της η κυρία Ράικου. Μόλις πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι τα έγγραφα των δικογραφιών Παπαντωνίου και Λιακουνάκου δεν είχαν αποκρυβεί, αλλά είχαν αποσταλεί με δεύτερο κιβώτιο.

    Τα μυστήρια με τον τροφοδότη λογαριασμό της Novartis

    Τι γίνεται με την έρευνα για τον τροφοδότη λογαριασμό της μητρικής Νοvartis και τους γιατρούς που χρηματίστηκαν; Γιατί δεν γνωστοποιείται κάτι για την εξέλιξή της και όλο το ενδιαφέρον έχει επικεντρωθεί στα δέκα πολιτικά πρόσωπα; Ο πρώην αντιπρόσωπος της Novartis Ελλάδας Κωνσταντίνος Φρουζής κάλεσε με εξώδικη πρόσκληση την πρώην εταιρεία του να διαψεύσει στην κυρία Τουλουπάκη τα «τερατωδώς ψευδή γεγονότα» που έχουν δημοσιοποιηθεί για την υπόθεση. Συγκεκριμένα, ότι διατηρούσε εταιρικό λογαριασμό ύψους 1 εκατ. ευρώ και ότι είχε πρόσβαση σε τροφοδότη λογαριασμό της μητρικής εταιρείας, μέσω των οποίων δωροδόκησε πολιτικά και άλλα πρόσωπα με ποσά που ανέρχονται σε περίπου 50 εκατ. ευρώ.

    Η κυρία Ζαμανίκα έκανε και άλλη αναφορά, επειδή η Ελένη Ράικου, η Ελένη Σίσκου και η Ευγενία Κυβέλου κατά τον έλεγχο «πόθεν έσχες» του Γιάννου Παπαντωνίου δεν δέσμευσαν ακίνητό του στη Σύρο και επέτρεψαν να το πουλήσει.

    Οι κυρίες Κυβέλου και Σίσκου εκλήθησαν ως μάρτυρες στην προκαταρκτική που διετάχθη, αλλά σε μια ολομέλεια Εφετών τον Ιούλιο του 2017 η κυρία Θάνου, η οποία προήδρευε, τους προανήγγειλε ότι θα καταστούν κατηγορούμενες.

    Σε σχέση με την υπόθεση Novartis, από την παραίτηση Ράικου στις 24 Μαρτίου 2017 ως την 6η Νοεμβρίου 2017, που ελήφθη η πρώτη κατάθεση κατά πολιτικού προσώπου της προστατευόμενης μάρτυρα «Αικατερίνης Κελέση», σιγή. Στο παρασκήνιο όμως ο ιστός συνέχισε να πλέκεται.

    Η αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αννα Ζαΐρη, η οποία είχε χρεωθεί την έρευνα των καταγγελιών του Ανδρέα Βγενόπουλου κατά της κυρίας Θάνου για ενδεχόμενη δωροδοκία της και η οποία αρχειοθέτησε την υπόθεση, στις 2 Μαΐου 2017 εξελέγη στη θέση της προϊσταμένης της Αρχής Καταπολέμησης Ξεπλύματος Βρώμικου Χρήματος. Το Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο συνήλθε υπό την προεδρία Θάνου, με τη συμμετοχή της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου, προχώρησε σε αυτή την επιλογή με πλειοψηφία 6-5. Η κυρία Ζαΐρη λόγω της θέσης αυτής είναι ένα κομβικό πρόσωπο στο συνολικό πολιτικοδικαστικό σκηνικό.

    Περίεργες απολύσεις

    Παράλληλα, στον χώρο όχι μόνο των εισαγγελέων αλλά και των δικαστών πληθαίνουν οι πειθαρχικές διώξεις και οι τιμωρίες, οι οποίες φθάνουν ως την οριστική απόλυση. Συμπτωματικώς πρόκειται για δικαστές που έχουν χειριστεί υποθέσεις ιδιαίτερου πολιτικού ενδιαφέροντος. Για παράδειγμα, η πρόεδρος Εφετών που εξέδωσε το παραπεμπτικό βούλευμα για την υπόθεση της Χρυσής Αυγής απολύθηκε οριστικά από το δικαστικό σώμα για καθυστερήσεις στη δημοσίευση αποφάσεων όταν ήταν εφέτης και ενώ είχε από πολλού προαχθεί στον βαθμό του προέδρου Εφετών.

    Η πρόεδρος Εφετών που εξέδωσε την πρώτη απορριπτική απόφαση για έκδοση τούρκου αξιωματικού κατέστη πειθαρχικά κατηγορούμενη γιατί απέρριψε σε υπόθεση μεγάλου ενδιαφέροντος για την κυβέρνηση δήλωση αποχής μιας δικαστού. Λόγω όμως της αναμφισβήτητης ποιότητάς της κατάφερε να προαχθεί σε αρεοπαγίτη με μία ψήφο διαφορά. Επιπλέον, διατάχθηκε η διενέργεια πειθαρχικής και ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης κατά του προέδρου και των μελών του Συμβουλίου Εφετών που εξέδωσε βούλευμα σε άλλη υπόθεση από αυτές που έχει κάνει σημαία της η κυβέρνηση.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτική
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk