Μπήκε λοιπόν ο καινούργιος χρόνος με τον πρόεδρο των ΗΠΑ και τον βορειοκορεάτη δικτάτορα να ανταλλάσσουν απειλές για το κουμπί των πυρηνικών. «Το δικό μου κουμπί είναι μεγαλύτερο και λειτουργεί μια χαρά» είπε ο Τραμπ σαν έφηβος που κοκορεύεται κάνοντας γκριμάτσες μπροστά στον καθρέφτη. Φυσικά, ο καθρέφτης του παιχνιδιού στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο δυστυχής πλανήτης.
Πώς να κρατήσει λοιπόν κανείς μια έστω μετριασμένη ελπίδα σε αυτούς τους καιρούς; Ισως επειδή βρισκόμαστε στις πρώτες μέρες του χρόνου νιώθουμε την ανάγκη να δανειστούμε κάτι από την άφθονη ζάχαρη των ευχών ή κάτι από τη μισομεθυσμένη έξαψη των εορταστικών προπόσεων. Δεν είναι φυσικά κακό πράγμα να συντηρεί κανείς τα αποθέματα της αισιοδοξίας του. Υπό έναν όρο: να μην κλείνει τα μάτια του. Αυτή είναι πάντα μια δύσκολη άσκηση ισορροπίας, να είσαι υποψιασμένος δίχως να σε καταπίνει το τέρας της διαρκούς καχυποψίας που θολώνει την κρίση.
Πολλές φορές η τεχνητή αισιοδοξία συμβάδιζε με την τύφλωση και τον κομφορμισμό. Ας θυμηθούμε μόνο τους διανοούμενους που θαμπώθηκαν από τον φασισμό ή τις σταλινικές παράτες, τους ειδικούς που υπηρέτησαν απάνθρωπα πειράματα, τους ταγούς που χορήγησαν πιστοποιητικά μεγαλείου σε δικτατορίες και σκοτεινά projects. Στην πραγματικότητα, οι απαισιόδοξοι, οι αντιρρησίες και οι ετερόδοξοι έλεγαν πιο σωστά πράγματα, ασχέτως αν στερούνταν (συχνά) συγκεκριμένης πρότασης.
Η δική μας εποχή χρειάζεται λοιπόν είτε μια κριτική αισιοδοξία είτε και μια υγιή απαισιοδοξία, στάσεις που στην πραγματικότητα δεν απέχουν πολύ μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει ότι δεν μας επιτρέπεται ούτε η παλιά εστέτ «πολιτισμική απαισιοδοξία» ούτε ο κλασικός φιλελεύθερος και αριστερός οπτιμισμός. Και να ‘θελε άλλωστε κανείς να φορέσει τις φορεσιές της παράδοσης (αιώνια μόδα είναι πια η «παράδοση»), δεν θα μπορούσε να σταθεί για πολύ, χωρίς να γελοιοποιηθεί.
Τι μένει λοιπόν; Η πολιτισμική απαισιοδοξία ικανοποιείται απλώς με μια αφήγηση περί καθολικής ανθρώπινης παρακμής, με ένα ελληνικό ή ευρωπαϊκό στόρι πτώσης και αποσύνθεσης. Σπάνια παράγει καινούργιες γνώσεις και ακόμα λιγότερο βοηθά στην κατανόηση των όσων συντελούνται γύρω μας.
Ο παραδοσιακός προοδευτισμός, απ’ την άλλη, είχε πάντα την τάση να «κάνει πως δεν βλέπει» τη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης. Φιλελεύθεροι που δεν μίλησαν για τα εγκλήματα των κρατών τους, αριστεροί που αποθέωσαν τη «σοσιαλιστική καταστολή» ως απόκρουση, τάχα, κάποιας συνωμοτικής αντεπανάστασης, επιδοτούμενοι ειρηνιστές που προπαγάνδιζαν τις αρετές του υπαρκτού σοσιαλισμού ή αντικομμουνιστές που συνεργάστηκαν χωρίς τύψεις με διαφόρους Αουγκούστο Πινοτσέτ και Αλφρέντο Στρέσνερ. Από τις πιο διαφορετικές αφετηρίες, η ανάγκη κάποιων διανοουμένων να είναι με το ρεύμα, να συντάσσονται με τους νικητές και να μην αναπτύσσουν πικρόχολες σκέψεις έβλαψε το προοδευτικό πνεύμα μεταβάλλοντάς το κάποτε σε εργαλείο χειραγώγησης.
Από τη μια ήταν αυτοί οι λόγιοι που αρνούνταν να συνομιλήσουν με τα συγκεκριμένα προβλήματα, υιοθετώντας την «καθαρότητα» της άρνησης, έναν ηθικό μεγαλοϊδεατισμό ή την εστέτ περιφρόνηση στη μαζική κοινωνία.
Από την άλλη, διανοούμενοι που μπήκαν στο άρμα της κρατικής αισιοδοξίας και των εξωπραγματικών πλάνων της. Ανθρωποι του πνεύματος σε αμφίβολες συμμαχίες με τον Διάβολο. Δεξιοί που δρούσαν σαν κυνικοί λενινιστές, αριστεροί που σκέφτονταν σαν δεξιοί πραξικοπηματίες, αμήχανοι και αδύναμοι του Κέντρου που έπεφταν στον γλιστερό οπορτουνισμό.
Ας το παραδεχθούμε: Ο εικοστός αιώνας έκαψε πολλά χαρτιά. Τις πειθήνιες στρατεύσεις, τις ανεύθυνες σιωπές, τους χωρίς έρμα καριερισμούς. Κυρίως όμως έπληξε το κύρος των ίδιων των λέξεων.
Σκέφτομαι, για παράδειγμα, την ευγενή έκφραση «κριτικός διανοούμενος» και «κριτική σκέψη». Ενα πρόχειρο ψάξιμο στο Google θα σου βγάλει κάποιες πολύ συγκεκριμένες εκδοχές ριζοσπαστικού και αρνητικού λόγου. Την αργκό μιας «αντισυστημικής» διανόησης που μοιράζει πια θρησκευτικά αναθέματα στον κόσμο μας..
Για να θυμηθώ πάλι το μπουρλέσκ δίδυμο της αρχής του κειμένου μου, «κριτική διανόηση» είναι ας πούμε αυτή που έβλεπε τον Τραμπ και την Κλίντον σαν μπρόκολα και λάχανα – για να θυμηθώ τα δικά μας. Ή που διαβάζει ακόμα και τον Κιμ σαν ένα μάνγκα του διεθνούς νεοφιλελευθερισμού, ένα παραφουσκωμένο σκιάχτρο για να «τονώνεται» η ένοχη Δύση. Στυφές και αφ’ υψηλού ερμηνείες που παίζουν πάντα στην εύκολη λύση της καταγγελίας και καταργούν την πολιτική σκέψη στο όνομα της «καλής θεωρίας».
Νομίζω πάντως πως κάτι αρχίζει να σχηματίζεται δειλά αυτά τα τελευταία χρόνια. Η ανάγκη να ξεπεράσουμε τα στρατόπεδα της απαισιόδοξης προφητείας και της ρηχής αισιοδοξίας που δεν θέλει να πολυβασανίζεται με λεπτομέρειες. Οσο και αν πολλά πολιτικά φαινόμενα και οι άλλες στραβές ραφές του κόσμου μας προάγουν την απόγνωση, με αυτή την τελευταία δεν μπορείς να πας μακριά. Με άλλα λόγια, η ίδια η δημοκρατική εμπειρία, μέσα στην οποία δοκιμάζουμε τις απελπισίες και τις ελπίδες μας, χρειάζεται επειγόντως νέα κριτικά εργαλεία. Αλλά και την υπομονή να τα μάθουμε και να τα ασκήσουμε στην εποχή της σύγχυσης.

Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ