Ανδρέας Κάλβος
Εργα. Τόμος Α΄. Ποιητικά.
Μέρος πρώτο: Δημοσιευμένα

Επιμέλεια – Σχόλια Luigi Trenti – Ευριπίδης Γαραντούδης,
Εκδοση Μουσείου Μπενάκη, 2016,
σελ. 433, τιμή 25 ευρώ

Μια σοβαρή έκδοση των Απάντων του Κάλβου ήταν ένα από τα σημαντικότερα αιτούμενα της φιλολογίας μας πριν ακόμη ανακαλυφθούν όλα τα κείμενα που αποτελούν σήμερα το καλβικό corpus. Κι αυτό γιατί όλες οι εκδόσεις του Κάλβου που φέρουν τον τίτλο Απαντα (ξεπερνούν τις δέκα) ήταν όχι μόνο ελλιπείς (ως προς τα εκάστοτε δεδομένα της έρευνας) αλλά και ερασιτεχνικές. Είναι χαρακτηριστικό το ότι οι δύο εμφανιζόμενες με το πλέον επίσημο εκδοτικό ένδυμα –η του Οργανισμού Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (1979) και η πανομοιότυπη ανατύπωσή της από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο (1992) –περιέχουν μόνο τα δύο βιβλία των Ωδών· και ότι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στο εισαγωγικό δοκίμιό του που προτάσσεται σε αυτές, καθώς και ο Ελύτης στην περίφημη μελέτη του για τον Κάλβο, πίστευαν ότι ο Κάλβος είχε γράψει μόνο είκοσι ελληνικά ποιήματα. Μπορούμε να πούμε ότι ως το 1960 η εικόνα του Κάλβου, όχι μόνο στο ευρύ κοινό, ήταν η εικόνα ενός αποκλειστικά έλληνα ποιητή.

Oι δύο συνειδήσεις
Η ελληνοκεντρική εικόνα του Κάλβου διαταράχθηκε ως έναν βαθμό με την έκδοση, το 1960, του βιβλίου Α. Κalvos e i suoi scritti in italiano του Mario Vitti, το οποίο έφερνε στο φως άγνωστα ιταλικά ποιητικά έργα του Κάλβου (είχε προηγηθεί η έκδοση των έως το 1938 γνωστών ιταλικών του από τον Γ. Θ. Ζώρα, που είχε περάσει σχεδόν απαρατήρητη). Η έκδοση του 1960 με την εισαγωγική της μελέτη και τα δύο επόμενα καλβικά βιβλία του Vitti (1963, 1995) αποτέλεσαν τη βάση για την ανανέωση των καλβικών σπουδών, με τη στροφή της προσοχής των σημαντικότερων νεότερων μελετητών του Κάλβου στα ιταλικά έργα του ποιητή. Τα βιβλία των Ευριπίδη Γαραντούδη (1995), Δημήτρη Αρβανιτάκη (2010) και Μιχαήλ Πασχάλη (2013), που εξετάζουν το έργο του Κάλβου υπό το πρίσμα της ιταλικής διαμόρφωσής του, φώτισαν το πρόσωπο του Κάλβου ως ποιητικά ιταλόχθονος. Γιατί, παρότι η εθνική του συνείδηση υπήρξε πάντοτε ελληνική, ο Κάλβος είχε –εκφράζοντές τες διαδοχικά –δύο ποιητικές συνειδήσεις, την ιταλική και την ελληνική. Η πρώτη μάλιστα (1811-1821) είχε χρονική διάρκεια έμπρακτη διπλάσια από τη δεύτερη (1821-1826).
Καθώς το ποιητικό πρόσωπο του Κάλβου συντίθεται από τα ποιητικά έργα του που παρήχθησαν από τις δύο ποιητικές του συνειδήσεις, η συμπερίληψη σε ένα σώμα, κατά χρονολογική τάξη, των δημοσιευμένων από τον ίδιο ποιητικών του έργων, ιταλικών και ελληνικών, αποτελεί τη σωστότερη εκδοτική επιλογή. Την επιλογή αυτή, που την υλοποίησή της συντονίζει ο Δ. Αρβανιτάκης, προέκρινε η «Επιστημονική επιτροπή» της έκδοσης των Εργων του Κάλβου από το Μουσείο Μπενάκη, της οποίας κυκλοφόρησε πρόσφατα το πρώτο μέρος του πρώτου τόμου. Το μέρος αυτό περιέχει τα ποιητικά έργα που δημοσίευσε ο Κάλβος (την τραγωδία Le Danaidi, 1818· την ωδή «Ελπίς πατρίδος», 1819· και τα δύο βιβλία –1824, 1826 –των Ωδών). Επεται, το 2017, το δεύτερο μέρος του τόμου με τα αδημοσίευτα (την τραγωδία Teramene, 1812· την «Ode agli Ionii», 1814), τα ανολοκλήρωτα (την τραγωδία Ippia, τους μονολόγους ιταλικής τραγωδίας, το «Απόσπασμα άτιτλου [ελληνικού] ποιήματος»), και την ιταλική μετάφραση ενός σικελικού ποιητικού έργου του Giovanni Meli.
Θα ακολουθήσουν δύο ακόμη τόμοι με τα –δημοσιευμένα από τον ίδιο ή ευρεθέντα –κείμενα του Κάλβου (κριτικά, δοκιμιακά, διδακτικά, θεολογικά, μεταφραστικά). Το εκδοτικό πρόγραμμα των Εργων, που δεν τιτλοφορήθηκαν Απαντα γιατί υπάρχουν δημοσιευμένα κείμενα του Κάλβου (ποιητικά και άλλα) που λανθάνουν, συνοδεύεται από την (δίτομη) Αλληλογραφία του Κάλβου (επιμέλεια Δημήτρης Αρβανιτάκης, σε συνεργασία με τον Λεύκιο Ζαφειρίου), που εκδόθηκε το 2014.
Η νέα έκδοση
Στον ημίτομο των δημοσιευμένων από τον ίδιο τον Κάλβο ποιητικών έργων του (Επιμέλεια -Σχόλια Luigi Trenti – Ευριπίδης Γαραντούδης) ο ειδικός στην ιταλική δραματική ποίηση Trenti εκδίδει τις Δαναΐδες (που συνοδεύονται από σωστή ελληνική μετάφραση των Δ. Αρβανιτάκη και Εφης Καλλιφατίδη) αναπαράγοντας πιστά το κείμενο της έκδοσης του 1818, με ενσωμάτωση σε αυτό των διορθώσεων της έκδοσης Vitti (1960) και με ορισμένες περαιτέρω διορθώσεις, αναδεικνύοντας το υφολογικό-τυπολογικό προφίλ του. Η μακρά «Εισαγωγή» του Trenti μάς δίνει την πλέον εμπεριστατωμένη μελέτη του έργου, συμβάλλοντας σημαντικά στη θετική επαναξιολόγησή του, που –με την επισήμανση της ιδιαιτερότητας κάποιων στοιχείων του –είχε αρχίσει από τον Vitti. Οι Δαναΐδες δεν κρίνονται πλέον ως μια «ασήμαντη» ή «πολύ μέτρια» τραγωδία, όπως πιστευόταν παλαιότερα, αλλά ως ένα σημαντικό έργο της ιταλικής δραματουργίας της εποχής του (ωστόσο δύσκολα θα συμφωνούσε κανείς με τη βεβαιότητα του Trenti ότι το έργο γράφτηκε μετά τη συγγραφή της σωζόμενης μορφής του Ιππία).
Ο Γαραντούδης στην εξαίρετη «Εισαγωγή» του της έκδοσης των Ωδών, στην οποία εξετάζει τη φυσιογνωμία του «Ελληνα ποιητή Κάλβου», αξιολογεί τις προηγούμενες εκδόσεις τους («κριτική» του Pontani· «φιλολογικές» των Ζώρα, Διαλησμά, Δάλλα) προκρίνοντας την πρόταση του Γιάννη Βάσση για μιαν «ιστορικοκριτική» τους έκδοση (αποκατάσταση του κειμένου με παρακολούθηση της γένεσης και εξέλιξης του έργου). Η έκδοση του Γαραντούδη πρωτοτυπεί κατά το ότι συνδυάζει την ιστορικοκριτική με τη χρηστική, για το ευρύτερο κοινό, διάσταση: κάτω από το υποσελίδιο εκδοτικό υπόμνημα περιέχει και ένα δεύτερο υπόμνημα, με πραγματολογικές και ερμηνευτικές πληροφορίες απαραίτητες ή χρήσιμες για την πρωτοβάθμια κατανόηση των Ωδών.
Η γοητεία των ιταλισμών


Εκθέτοντας τις εν μέρει διιστάμενες απόψεις των μελετητών ως προς την τεχνοτροπία των Ωδών (νεοκλασική / ρομαντική), ο Γαραντούδης τοποθετείται –σωστά –με τη νεοκλασική άποψη. Χαρακτηρίζει «επισφαλή ή και ελλιπή» τη γνώση της ελληνικής γλώσσας από τον Κάλβο, που έχει ως αποτέλεσμα ένα «εντελώς προσωπικό ιδίωμα», μια «μείξη ποικίλων στοιχείων από την ελληνική γλωσσική διαχρονία». Μιλά για την επίδραση, στο ιδίωμα αυτό, της ιταλικής γλωσσοστιχουργικής διαμόρφωσης του Κάλβου και της «οργάνωσης του ρυθμού των Ωδών του με βάση τον εσωτερικό ρυθμό» της ιταλικής ποίησης.
«Η αισθητική γοητεία που μας ασκεί ο Κάλβος με τις Ωδές», καταλήγει ο Γαραντούδης, «δεν κινδυνεύει να μειωθεί από τη γνώση μας ότι δεν ήξερε καλά ούτε τα αρχαία ούτε τα νέα ελληνικά». Στη σωστή αυτή διαπίστωση θα μπορούσε να προστεθεί και το εξής: Ευτυχώς που ο Κάλβος δεν ήξερε καλά τα ελληνικά. Γιατί χωρίς τους γλωσσικούς και στιχουργικούς ιταλισμούς του η γοητεία των Ωδών θα είχε κατά ένα μεγάλο μέρος εκλείψει.
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ