• Αναζήτηση
  • Ο Αλέξης Τσίπρας χαμένος στα αδιέξοδα

    «Θα κτίσουμε ένα τείχος, από το οποίο δεν θα περνάει ούτε μύγα». Η συνταγή αυτή κατά των προσφύγων που παρουσίασε προ εβδομάδων για τη χώρα του ο ούγγρος πρωθυπουργος Βίκτορ Όρμπαν, σχεδιάζεται τώρα να εφαρμοστεί σε όλη την περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων. Η διάσκεψη κορυφής για το προσφυγικό που έγινε το Σάββατο στη Βιέννη με συμμετοχή έντεκα χωρών, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα και η Γερμανία, αποφάσισε να κλείσει ακόμη πιο ερμητικά τη βαλκανική διαδρομή.

    Βιέννη  αποστολή

    «Θα κτίσουμε ένα τείχος, από το οποίο δεν θα περνάει ούτε μύγα». Η συνταγή αυτή κατά των προσφύγων που παρουσίασε προ εβδομάδων για τη χώρα του ο ούγγρος πρωθυπουργος Βίκτορ Όρμπαν, σχεδιάζεται τώρα να εφαρμοστεί σε όλη την περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων. Η διάσκεψη κορυφής για το προσφυγικό που έγινε το Σάββατο στη Βιέννη με συμμετοχή έντεκα χωρών, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα και η Γερμανία, αποφάσισε να κλείσει ακόμη πιο ερμητικά τη βαλκανική διαδρομή.

    Κτίσιμο νέων τειχών κατά το ουγγρικό πρότυπο δεν προβλέπεται βέβαια, αλλά τα μέτρα που θα ληφθούν, όπως η θωράκιση των συνόρων των βαλκανικών χωρών από δυνάμεις της Frontex, θα προσφέρουν επαρκές ισοδύναμο. Η Ελλάδα, σύμφωνα με την Άνγκελα Μέρκελ, κατέθεσε ήδη σχετικό αίτημα για ενίσχυση των συνόρων της προς την ΠΓΔΜ και την Βουλγαρία. Ο καγκελάριος της Αυστρίας Κρίστιαν Κερν ζήτησε μάλιστα την αποστολή στρατιωτικών μονάδων ακόμη και σε χώρες που δεν ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως την Σερβία. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τασκ συνόψισε: «Πρέπει να εξασφαλίσουμε πρακτικά και πολιτικά, ότι η βαλκανική διαδρομή θα μείνει για πάντα κλειστή».

    Τέτοια αυταπάτη δεν είχαν βέβαια οι άλλοι σύνεδροι. Με πρώτη την γερμανίδα καγκελάριο, η οποία παρουσίασε μια λιγότερο μαξιμαλιστική θέση: «Ο στόχος μας πρέπει να είναι η μέγιστη δυνατή διακοπή της παράνομης μετανάστευσης» τόνισε – για πλήρη διακοπή δεν έκανε λόγο. Η ίδια παραπονέθηκε, ότι παρά το κλείσιμο της βαλκανικής διαδρομής «παρεισέφρησαν» 50000 πρόσφυγες από τον περασμένο Φεβρουάριο μέχρι σήμερα στη Γερμανία. Παράλληλα ζήτησε από την Ελλάδα να επιταχύνει τις διαδικασίες απέλασης των προσφύγων προς την Τουρκία, με στόχο να μπει αποτελεσματικότερα σε λειτουργία ο μηχανισμός 1:1, δηλαδή η μετεγκατάσταση τόσων Συρίων από την Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσων Συρίων «επαναπροωθούνται» από τα ελληνικά νησιά στην Τουρκία. Ο κ.Κερν απέδωσε στην Αθήνα την ευθύνη για τη μέχρι τώρα δυσλειτουργία. Ο μηχανισμός «χωλαίνει», είπε, επειδή η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα δεν αναγνωρίζει την Τουρκία ως ασφαλή τρίτη χώρα.

    Η καγκελάριος σε στιγμές μεγάλης «χουβαρντοσύνης»:  Η Γερμανία, είπε, θα αρχίσει να παραλαμβάνει κάθε μήνα εκατοντάδες πρόσφυγες από την Ιταλία και την Ελλάδα – κι αυτό παρά το γεγονός, ότι οι περισσότερες άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αθετώντας ειλημμένες υποχρεώσεις, παίρνουν αναλογικά πολύ λιγότερους, ή και καθόλου.

    Πηγή του γερμανικού υπουργείου εξωτερικών ανέβαζε τον αριθμό τους σε 6.000 ετησίως, ήτοι 500 το μήνα. «Η μετεγκατάσταση άρχισε ήδη στις αρχές Σεπτεμβρίου» διευκρίνισε εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου εσωτερικών. «Κάθε εβδομάδα δεχόμαστε 100-150 άτομα».

    Ο κ.Τσίπρας πρόβαλε στην ομιλία του (βλέπε τις δηλώσεις του μετά το πέρας της διάσκεψης εδώ) την ευθύνη που έχουν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες για την επίλυση του προσφυγικού. Αν δεν ληφθούν τώρα τα κατάλληλα μέτρα, τόνισε, η κατάσταση θα τεθεί εκτός ελέγχου. Και τότε «ο φόβος της ανόδου του εθνικισμού, της ακροδεξιάς και της ξενοφοβίας, θα γίνει ένας υπαρκτός και πραγματικός φόβος, που θα οδηγήσει την Ευρώπη σε αδιέξοδα». Ο ίδιος, πρόσθεσε, πιστεύει πως το σήμα κινδύνου που εξέπεμψε έγινε «από την πλειοψηφία των συμμετεχόντων κατανοητό» – χωρίς να εξηγήσει όμως από πού αντλεί αυτή την πίστη.

    Κύκλοι της διάσκεψης έλεγαν, ότι ο έλληνας πρωθυπουργός ήταν ο μοναδικός που πάλεψε, δίπλα στην κ.Μέρκελ, ως «λέων» για την τήρηση της συμφωνίας Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας. Οι περισσότεροι ομόλογοί του, αντίθετα, πέρα από φραστικές παραχωρήσεις, επέμεναν στη μέχρι τώρα «αυτιστική» γραμμή τους, το αποτέλεσμα της οποίας είναι η διαιώνιση της επιβάρυνσης της Ελλάδας και της Ιταλίας. Παρόλα αυτά υπήρξε καταρχάς συμφωνία (όχι αποφάσεις) στα εξής σημαία:

    –   Ενίσχυση της Frontex για καλύτερη φύλαξη των ευρωπαϊκών συνόρων

    –   Aποοστολή και άλλων ειδικών στην Ελλάδα, ώστε να επιταχυνθεί η εξέταση των αιτημάτων ασύλου και κατά συνέπεια, η απέλαση όλων όσων δεν το παίρνουν. «Το μυστικό της επιτάχυνσης είναι το καλό και επαρκές σε αριθμό προσωπικό» είπε σχετικά ο κ.Κερν. Η Ελλάδα πρέπει να αυξήσει τις προσπάθειες της σε αυτόν τον τομέα.

    –    Επίσπευση των διαδικασιών για παροχή βίζας σε τούρκους πολίτες που θέλουν να ταξιδέψουν σε ευρωπαϊκές χώρες, ώστε να σταθεροποιηθεί με αυτό η συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας.

    –    Παρόμοιες συμφωνίες με άλλα κράτη, όπως το Μαλί, η Αίγυπτος και το Νίγκερ. Οι διαπραγματεύσεις για το ίδιο θέμα με το Αφγανιστάν, είπε ο κ.Κερν, έχουν προχωρήσει πολύ, ο ίδιος αναμένει συμφωνία «σε ορατό χρονικό διάστημα». 

    Το αν και πότε θα αποδώσουν τέτοια σχέδια, είναι άγνωστο. Προς το παρόν πάντως δεν προσφέρουν πρακτική βοήθεια στην Αθήνα. Το μόνο σχέδιο που υλοποιείται σήμερα είναι η συμφωνία της ΕΕ με την Τουρκία – και η υλοποίησή της λειτουργεί ως δίκοπο μαχαίρι.  «Ο Τσίπρας έχει δυο διλήμματα» έλεγε έμπειρος διπλωμάτης. «Το ένα οφείλεται στην άρνηση  πολλών ετέρων να τηρήσουν τη συμφωνία. Το άλλο, στην συνεπή τήρηση της συμφωνίας από τον ίδιο. Το να καθηλώνεις πρόσφυγες στα νησιά για να τους επιστρέψεις κατόπιν στην Τουρκία ανταποκρίνεται μεν στο πνεύμα και το γράμμα της συμφωνίας, έχει ωστόσο αναπόφευκτα καταστρεπτικές επιπτώσεις στο εσωτερικό της Ελλάδας, όπως αυτό φάνηκε πρόσφατα πάλι στη Λέσβο και τη Χίο. Το πρόβλημα είναι λοιπόν και η ίδια η συμφωνία, όχι μόνο η εφαρμογή της». Μπορεί, πρόσθεσε, ο Γιάννης Μουζάλας να έχει δίκιο, όταν λέει, ότι αν δεν εφαρμοζόταν η συμφωνία, η Ελλάδα θα είχε πλημμυρίσει από τον Μάρτιο και μετά με επιπλέον 180.000 πρόσφυγες. Όμως και η σημερινή κατάσταση είναι επίσης αδιέξοδη και παρά την τρέχουσα μείωση των προσφυγικών ροών θα χειροτερεύει από μέρα σε μέρα.

    Υπό αυτό το πρίσμα, το μόνο ίσως σοβαρό κέρδος του κ.Τσίπρα  στη Βιέννη ο κ.Τσίπρας ήταν η απλή συμμετοχή του στη διάσκεψη. Κι αυτό επειδή οι έλληνες διπλωμάτες δεν ήταν τελευταία ευπρόσδεκτοι σε παρόμοιες διασκέψεις στην αυστριακή πρωτεύουσα. Στην προηγούμενη που έγινε τον περασμένο Φεβρουάριο, ο οικοδεσπότης, ο αυστριακός υπουργός εξωτερικών Σεμπάστιαν Κουρτς, είχε αποφύγει να προσκαλέσει τον έλληνα ομόλογό του. Και αυτό όχι χωρίς λόγο. Ο κ.Κουρτς σκόπευε τότε, σε συνεργία με τους υπουργούς εξωτερικών ορισμένων βαλκανικών χωρών, να αποκλείσει ντε φάκτο την Ελλάδα από το σύμφωνο του Σέγκεν κλείνοντας τα σύνορά της προς τη Βόρεια Ευρώπη. Ο λόγος: Η κυβέρνηση Τσίπρα έδειχνε υπερβολικά μεγάλη ανοχή στους πρόσφυγες και τους «έσπρωχνε» μάλιστα μέσω  της βαλκανικής διαδρομής προς τη Μέση και Βόρεια Ευρώπη. Η παρουσία του Νίκου Κοτζιά στη διάσκεψη θα έβαζε λοιπόν εμπόδια στην προώθηση αυτού του σκοπού.

    Η «συνωμοσία» δεν έμεινε απαρατήρητη στο Βερολίνο. Το αντίθετο μάλιστα: Η διάσκεψη του κ.Κουρτς ήταν η πρώτη φανερή εξέγερση εναντίον του σχεδίου της κ.Μέρκελ να δοθεί «ευρωπαϊκή λύση» στο προσφυγικό. Η καγκελάριος εξέφρασε τη δυσφορία της στη Βιέννη και ταυτόχρονα διαμήνυσε, ότι δεν θα ανεχθεί περαιτέρω την επίθεση εναντίον της Αθήνας, που είχε ενδιάμεσα εξελιχθεί στον πιστότερο σύμμαχό της στο προσφυγικό.

    Η ευκαιρία για ρεβάνς δόθηκε μετά την αντικατάσταση του Βέρνερ Φάιμαν από τον Κρίστιαν Κερν στη θέση του αυστριακού καγκελάριου (Μάιος του 2016). Ο σοσιαλδημοκράτης πολιτικός πήρε τα χέρια του το προσφυγικό, που μονοπωλούσε μέχρι τότε ο χριστιανοδημοκράτης κ.Κουρτς χρησιμοποιώντας το ως μοχλό για την ανάδειξή του καταρχάς σε πρόεδρο του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος και αργότερα σε καγκελάριο – είτε στο πλαίσιο του σημερινού συνασπισμού του κόμματός του με τους Σοσιαλδημοκράτες, είτε σε συνεργασία με το ακροδεξιό Φιλελεύθερο Κόμμα (FPÖ) του Κρίστιαν Στράχε.

    Η χθεσινή διάσκεψη έδειξε έτσι, πρώτον, ότι ο κ.Κερν κατόρθωσε να «αδειάσει» τον κ.Κουρτς στο εσωτερικό αυστριακό μέτωπο  και δεύτερον, ότι η κ.Μέρκελ πήρε την ρεβάνς της με την παρουσία της στη Βιέννη και με την φραστική τουλάχιστον αναγνώριση της προσφυγικής πολιτικής της από όλους τους συμμετέχοντες (με εξαίρεση τον ούγγρο πρωθυπουργό).

    Τα δυο αυτά στοιχεία μαζί δημιουργούν αναμφίβολα ένα ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον για τον κ.Τσίπρα. Όμως τίποτα περισσότερο. Τα διλήμματα μένουν. Στο μέλλον θα κινείται πιο εύκαιρα ανάμεσα στα αδιέξοδά του, χωρίς όμως να μπορεί και πάλι να απαλλαγεί από αυτά.

    Πολιτική