Τέχνη κάτω από τον ήλιο και τη θάλασσα

Για τον γλύπτη Γιάννη Μανιατάκο, τον επί 30 συναπτά έτη (1971-2001) διευθυντή της Σχολής Καλών Τεχνών Πανόρμου Τήνου (ΠΕΣΚΤΠΤ)

Για τον γλύπτη Γιάννη Μανιατάκο, τον επί 30 συναπτά έτη (1971-2001) διευθυντή της Σχολής Καλών Τεχνών Πανόρμου Τήνου (ΠΕΣΚΤΠΤ), η γλυπτική και η ζωγραφική ήταν ανέκαθεν «αδελφές». Ετεροθαλείς, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, γιατί εκείνος πάντα τις αντιμετώπιζε τη μία ως την κόρη του ήλιου και την άλλη ως την κόρη της θάλασσας. Τη γλυπτική την είχε σπουδάσει με υποτροφία στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών τη δεκαετία του ’60 με δασκάλους τον Γιάννη Παππά και τον Θανάση Απάρτη και ένιωθε ότι η θέση της ήταν κάτω από τον «αμείλικτο ήλιο», με πρώτη ύλη της συχνά τον γύψο, αυτό το «άχαρο υλικό» που αποκάλυπτε όλες τις προς διόρθωση ατέλειες. Οσον αφορά δε τη ζωγραφική του, μεγάλο μέρος της δημιουργικής του δραστηριότητας ελάμβανε σταθερά χώρα… στη θάλασσα μέσα στη σιωπή του βυθού της. Σεμνός και ταπεινός, «ο δάσκαλος» για τους αγαπημένους μαθητές του δεν διεκδίκησε ποτέ τη δημοσιότητα που θα έκανε γνωστές τις ανορθόδοξες τεχνικές του. Η αναδρομική του έκθεση στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών – Ιδρυμα Βούρου-Ευταξία είναι ο καλύτερος τρόπος για να γνωρίσει το αθηναϊκό κοινό το ενδιαφέρον έργο του μέσα από περίπου 30 αγάλματα σε μπρούντζο, γύψο και κερί αλλά και περισσότερα από 40 ζωγραφικά έργα «βυθού», μαζί βεβαίως με την απίθανη υποβρύχια ιστορία του.
Το δημιουργικό «ατύχημα»


Στο ισόγειο του Μουσείου, πλαισιωμένος από γύψινα αγάλματα που φιλοτέχνησε από τη δεκαετία του ’60 ως και σήμερα, όπως για παράδειγμα το πρόπλασμα του μαρμάρινου γλυπτού του φιλοσόφου Δημητρίου Φαληρέα που κοσμεί την είσοδο της Νέας Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, εκείνο της μορφής της μητέρας του που βρίσκεται στον οικογενειακό τάφο αλλά και τις πρόσφατες γυναικείες γυμνές φιγούρες που σμίλευσε, όπως πάντα, εκ του φυσικού στο εργαστήριο προτού βγει στον ήλιο αλλά δεν έχει μεταφέρει σε μπρούντζο ή μάρμαρο, μια και «δεν υπάρχουν χρήματα πλέον», ο 81χρονος Γιάννης Μανιατάκος διηγείται το «ατύχημα» που έδωσε μια απρόσμενη κατεύθυνση στις ζωγραφικές αναζητήσεις του. «Δύο χρόνια αφότου είχα τελειώσει την Καλών Τεχνών, το 1967, καθόμουν σε έναν βράχο στο Γύθειο και ζωγράφιζα τη θάλασσα προσπαθώντας να διακρίνω πώς κινείται το νερό στην επιφάνειά της. Ξαφνικά φύσηξε αέρας και μου πέταξε το τελάρο μέσα στη θάλασσα. Οταν κατέβηκα να το πιάσω διαπίστωσα ότι το χρώμα δεν είχε πάθει τίποτα. Σκέφτηκα ότι ίσως να ήταν εφικτό να ζωγραφίσω μέσα από τη θάλασσα». Αν το χρώμα ήταν σε θέση να υπακούσει, ο Μανιατάκος ήταν έτοιμος να φορέσει την καταδυτική στολή του και να ζωγραφίσει εκ του φυσικού στον βυθό της θάλασσας. Ηταν εξάλλου έμπειρος δύτης, είχε μάλιστα αποκτήσει τη σωστή κατάρτιση σε ειδική σχολή. Από παιδί ψάρευε ανελλιπώς στη Μάνη και στο Γύθειο όπου μεγάλωνε και είχε κάνει τις πρώτες ερασιτεχνικές και ρηχές απόπειρες κατάδυσης όταν είχε ανακαλύψει μια αντιασφυξιογόνο μάσκα, απότοκο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, την οποία είχε «ταπώσει» με έναν φελλό και λίγη πίσσα για να μην μπαίνουν νερά όσο έκανε τις βουτιές του. Το ’51 ένας «αυθεντικός ψαροντουφεκάς» του δάνεισε μια κανονική μάσκα για τις υποθαλάσσιες εξερευνήσεις του και εκείνος κάθε φορά που γυρνούσε σπίτι του έπαιρνε μαζί του τη μαγεία των βυθών και προσπαθούσε να την αποτυπώσει στον καμβά του από μνήμης.
Τα ζωγραφικά βαρίδια


Οταν ανακάλυψε ότι μπορούσε να ζωγραφίσει κάτω από τη θάλασσα, άρχισε να βουτάει με τον κατάλληλο επαγγελματικό, καταδυτικό εξοπλισμό και να ζωγραφίζει τα τοπία της στο Αιγαίο από «τέσσερις ως επτά ώρες κάθε μέρα». Αρχικά με μπουκάλες και στη συνέχεια «με αέρα από το καΐκι» πήγαινε ως και σε δέκα μέτρα βάθος προκειμένου να μην προσβληθεί από τη νόσο των δυτών και τυχόν δημιουργηθούν φυσαλίδες αζώτου στο αίμα του. Οπλισμένος με μια μικρή σπάτουλα – «ήταν δύσκολο να μπορώ να καθαρίζω το πινέλο» θα πει -, αποτύπωσε πανέμορφους βυθούς με τα λάδια του. «Μα δεν φεύγει το χρώμα; Δεν κρακελάρει όταν στεγνώνει το θαλασσινό νερό;» δυσπιστεί κανείς στο άκουσμα της ιστορίας του. «Ολοι αυτό με ρωτάνε. Οχι, δεν παθαίνουν τίποτα τα χρώματα. Ούτε διορθώνω κάτι στον πίνακα όταν βγαίνω από τη θάλασσα. Επειτα από κάθε κατάδυση πλένω τους πίνακες με νερό προκειμένου να φύγει το αλάτι και παλιότερα ακολουθούσα την ίδια διαδικασία μετά από χρόνια προκειμένου να φύγουν και οι τελευταίοι εναπομείναντες κόκκοι αλατιού από τις ίνες του μουσαμά». Το πρόβλημα, αρχικά τουλάχιστον, για τον κ. Μανιατάκο ήταν άλλο: πώς θα στήριζε και πώς ακινητοποιούσε το τελάρο προκειμένου να ζωγραφίσει πάνω του; «Προσπάθησα να φτιάξω ένα καβαλέτο αλλά γρήγορα διαπίστωσα ότι υπήρχε πιο απλή λύση. Κάρφωνα δύο πρόκες στις άκρες του τελάρου και έδενα με έναν σπάγκο δυο βαρίδια». Ετσι, με τον πίνακα να αιωρείται και σε απόλυτη μοναξιά μέσα στη θάλασσα ζωγράφισε τη χλωρίδα του βυθού αλλά συχνά και την αντεστραμμένη όψη της επιφάνειας της θάλασσας. Και βεβαίως το ερεβώδες βάθος της, την υπόνοια του μυθικού Λεβιάθαν που καραδοκεί στα έγκατα της θάλασσας. «Εκεί στο μεταίχμιο του ορατού με το άπειρο καραδοκεί ο φόβος, ο οποίος είναι πάντα παρών και μπορεί κανείς να τον διακρίνει και στους πίνακες» λέει ο αεικίνητος κ. Μανιατάκος, ο οποίος καταδύθηκε τελευταία φορά πέρυσι το καλοκαίρι και δηλώνει έτοιμος να το αποτολμήσει και εφέτος. «Για τη συγκίνηση, για την ομορφιά του τοπίου αλλά και για τη γοητεία που ασκεί το άγνωστο και το μυστηριώδες. Γιατί μέσα στο νερό νιώθεις σαν άγγελος».

πότε & πού:

«Από τα βάθη της θάλασσας στην ομορφιά της γυναίκας» στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών – Ιδρυμα Βούρου-Ευταξία, Ι. Παπαρρηγοπούλου 7, πλατεία Κλαυθμώνος, από 7/4 ως 9/5.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk