Η δικαστής που εισπράττει αλλά δεν πληρώνει

Μια πρωτοφανής καταγγελία περιήλθε σε γνώση μας, τόσο πρωτοφανής, ώστε δυσκολευόμαστε να την πιστέψουμε.

Μια πρωτοφανής καταγγελία περιήλθε σε γνώση μας, τόσο πρωτοφανής, ώστε δυσκολευόμαστε να την πιστέψουμε. Αφορά μια απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το 2014, κατά της αρεοπαγίτου και νυν προέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θάνου. Η υπόθεση βρίσκεται ακόμη σε δικαστική εκκρεμότητα επειδή η αντίδικός της, η δικηγόρος Ιωάννα Σακελλαρίου, η οποία ζητούσε τη νόμιμη αμοιβή της ως νομική παραστάτρια της κυρίας Θάνου, άσκησε έφεση κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου. Ωστόσο, η απόφαση αυτή έκανε δεκτό μέρος της αγωγής της κυρίας Σακελλαρίου και υποχρέωσε την κυρία Θάνου να καταβάλει τουλάχιστον τα έξοδα κατάθεσης της αγωγής, τα οποία παραθέτει λεπτομερώς: 65 ευρώ για τη δακτυλογράφηση, 16,40 ευρώ για αγορά ενσήμων, 50 ευρώ για παράβολο Δημοσίου και 20 ευρώ για παράβολο επίδοσης αγωγής, 24 ευρώ για φωτοαντίγραφα. Σύνολο 175,40 ευρώ!
Η υπόθεση δεν είναι καινούργια, έρχεται από το 2006, και δεν αφορά κατά κύριο λόγο ούτε την αποζημίωση της συγκεκριμένης δικηγόρου. Αφορά μια θεσμική παραφωνία που είναι εξαιρετικό δύσκολο να ομολογηθεί, την κατάχρηση εξουσίας από ορισμένους ανώτατους δικαστές. Διαβάζοντας τις λεπτομέρειες της υπόθεσης δεν μπορεί να μη θυμηθεί κανείς την ευαισθησία που εκδήλωσε η κυρία Θάνου στην επιστολή την οποία έστειλε στους προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων των κρατών-μελών της ΕΕ, τον Ιούλιο του 2015, τέσσερις ημέρες μετά τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος. Η πρόεδρος του Αρείου Πάγου ερμήνευε το «όχι» ως άρνηση της σκληρής λιτότητας των Μνημονίων που «αποδείχθηκαν ανεπιτυχή» και εξέφραζε την άποψη ότι οι δανειστές «δεν επιτρέπεται να επιδιώκουν την εξόντωσή του ελληνικού λαού για λόγους οικονομικούς και πολιτικούς».
Η ίδια ωστόσο, σε μια προσωπική της υπόθεση, ουδόλως ενδιαφέρθηκε για την αξιοπρέπεια της δικηγόρου στην οποία ανέθεσε την άσκηση αγωγής της στο Μισθοδικείο και στη συνέχεια αρνήθηκε όχι μόνο να της καταβάλει την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, αλλά ακόμη και να καλύψει τα έξοδα κατάθεσης της αγωγής.
Αναδρομικά από το 2000


Η υπόθεση ξεκίνησε τα έτη 2005, 2006 και 2007, οπότε κατατέθηκαν περί τις 4.000 αγωγές από δικαστικούς λειτουργούς που ζητούσαν να εξισωθούν αναλογικά και αναδρομικά από το 2000 οι αποδοχές τους με αυτές του προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ). Οι αγωγές αυτές δεν εκδικάστηκαν ποτέ, καθώς η διαφορά ρυθμίστηκε το 2008 με απόφαση των υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, την οποία οι δικαστικοί λειτουργοί αποδέχθηκαν.
Η αγωγή της κυρίας Θάνου κατά του ελληνικού Δημοσίου κατατέθηκε το 2006, την εποχή που ήταν πρόεδρος στο Εφετείο Αθηνών. Ποιο ήταν το αίτημα της αγωγής; Αποζημίωση 777.517 ευρώ, σύμφωνα με τις αποδοχές του διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας, είτε 549.457 ευρώ, σύμφωνα με τις αποδοχές του προέδρου της ΕΥΔΑΠ, είτε 365.782 ευρώ, σύμφωνα με τις αποδοχές του προέδρου της ΕΕΤΤ. Η κυρία Θάνου – όπως και οι άλλοι δικαστές που εκπροσώπησε η κυρία Σακελλαρίου, συνολικά 150 – είχε δώσει εντολή για εξίσωση αποδοχών με αυτές του προέδρου της ΕΕΤΤ αλλά δεν αντιτάχθηκε στο νομικό σκεπτικό της αγωγής. Τελικώς, στο πλαίσιο του συμβιβασμού έλαβε αποζημίωση ύψους περίπου 100.000 ευρώ.
Αρνηση πληρωμής


Οταν τακτοποιήθηκε με αυτόν τον τρόπο η υπόθεση, περίπου 70 δικαστές αρνήθηκαν να πληρώσουν τη συμφωνημένη αμοιβή και η κυρία Σακελλαρίου προχώρησε σε αγωγή αξιώνοντας τη νόμιμη αμοιβή της. Επειτα και από αυτό, 45 δικαστές κατέβαλαν τη συμφωνηθείσα αμοιβή, για την οποία ορισμένοι είχαν υπογράψει και συμφωνητικά. Οι υπόλοιποι 25, στην πλειονότητά τους ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί, εξακολουθούσαν να μην αναγνωρίζουν την οφειλή, επικαλούμενοι ότι η δικηγόρος τους δεν έκανε τίποτε άλλο από το να καταθέσει αγωγές και πίνακες αμοιβών που οι ίδιοι της είχαν δώσει.
Η αγωγή της κυρίας Σακελλαρίου κατά της κυρίας Θάνου κατατέθηκε τον Δεκέμβριο του 2011, δέκα ημέρες προτού επέλθει παραγραφή του δικαιώματός της να ζητήσει αμοιβή, και μέσω αυτής ζητείται αμοιβή με βάση τον Κώδικα Δικηγόρων περίπου 9.000 ευρώ. Η κυρία Σακελλαρίου είναι κόρη πρώην ανωτάτης δικαστού, αλλά αυτό δεν μέτρησε υπέρ της. Οταν οι δικαστές άρχισαν να εισπράττουν τα χρήματα της ρύθμισης, επέδωσε στους εντολείς της επιστολή ζητώντας την καταβολή της συμφωνηθείσης αμοιβής. Μάλιστα, όπως μαρτυρεί η ίδια, τον Μάρτιο του 2008 υπήρξε μια τυχαία συνάντηση με την κυρία Θάνου. Ενώπιον τρίτων, όπως διηγείται η κυρία Σακελλαρίου, της είπε ότι θα προχωρήσει άμεσα στην τακτοποίηση της οικονομικής εκκρεμότητας της ίδιας και του συζύγου της Γεωργίου Χριστόφιλου, συνταξιούχου αρεοπαγίτη. Σε ιδιωτικό επίπεδο, όμως, άρχισαν να φθάνουν σε αυτή «φιλικές» παραινέσεις του τύπου «μη συνεχίσεις, γιατί δεν πρόκειται να ξανακερδίσεις υπόθεση».
Αναρμοδιότητα


Η απειλή ήταν έμμεση και αόριστη, έως ότου οι αγωγές της έφτασαν στη Δικαιοσύνη, κάτι που έγινε το 2012 και το 2013 εξαιτίας των κινητοποιήσεων των δικαστών και της αποχής των δικηγόρων. Τότε η κυρία Σακελλαρίου έπεσε σε τοίχο. Οι ειρηνοδίκες που βρίσκονταν κάθε φορά στην έδρα έκριναν ότι το Ειρηνοδικείο δεν είναι αρμόδιο δικαστήριο για αυτές τις διαφορές (παρότι το ποσό ήταν μικρότερο από 20.000 ευρώ) και παρέπεμπαν τις υποθέσεις στο Μονομελές Πρωτοδικείο. Η κυρία Σακελλαρίου ασκούσε κάθε φορά έφεση, καμία δεν έχει εκδικαστεί μέχρι σήμερα, και τον Ιούνιο του 2013 κατέθεσε την 347/14.06.2013 αναφορά στον Αρειο Πάγο κατά των συγκεκριμένων ειρηνοδικών, των εναγομένων δικαστών που προέβαλαν ένσταση αναρμοδιότητας. Η αναφορά της ανατέθηκε στον αρεοπαγίτη και επιθεωρητή της Α΄Περιφέρειας Ανδρέα Ξένο, ο οποίος ολοκλήρωσε τον έλεγχο τον Δεκέμβριο του 2013 και άσκησε πειθαρχική δίωξη στους καταγγελθέντες ειρηνοδίκες. Ωστόσο, το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου τούς αθώωσε όλους. Στο μεταξύ, η κυρία Θάνου από το 2008 είχε προαχθεί σε αρεοπαγίτη και παράλληλα ήταν πρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.
Τον Σεπτέμβριο του 2013, ενώ είχε ανατεθεί ο έλεγχος στον Ανδρέα Ξένο και εκκρεμούσε η σε βάρος της αγωγή της κυρίας Σακελλαρίου, η κυρία Θάνου κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών τις δικές της προτάσεις, ζητώντας να απορριφθεί η αγωγή ως καταχρηστικώς ασκηθείσα. Σε αυτές προβάλλει ένσταση καθ’ ύλην αναρμοδιότητας του δικαστηρίου, θεωρώντας αρμόδιο το Μονομελές Πρωτοδικείο, και επικαλείται αποφάσεις του Ειρηνοδικείου για τις οποίες είχε κατατεθεί η αναφορά αλλά όχι του Αρείου Πάγου (συγκεκριμένα την 1162/2001). Επίσης, ισχυρίζεται ότι παρέδωσε έτοιμο το σχέδιο αγωγής και τον αναλυτικό πίνακα των αποδοχών της και ότι δεν συμφώνησε σε κανένα ποσό αμοιβής «πλην του αυτονόητου, ότι θα της κατέβαλλα τα έξοδα κατάθεσης (παράβολο, ένσημα κ.λπ.)». Τον Ιανουάριο του 2014 κατέθεσε δικόγραφο προσθήκης – αντίκρουσης.
Η απόφαση


Προηγουμένως, η κυρία Σακελλαρίου εμφάνισε στο δικαστήριο ιδιωτικό συμφωνητικό με την υπογραφή της κυρίας Θάνου, αλλά η τότε αρεοπαγίτης αρνήθηκε τη γνησιότητα της υπογραφής της εκφράζοντας την πρόθεση να προσβάλει το συμφωνητικό ως πλαστό και να ζητήσει γραφολογική πραγματογνωμοσύνη επ’ αυτού. Το κείμενο αυτό το καταθέτει «ο αυστηρός διά το νομοτυπικόν πληρεξούσιος δικηγόρος Βασίλειος Γκουτζάνης», που με τον τρόπο αυτόν παίρνει τις αποστάσεις του. Η κυρία Θάνου ούτε τα αυτονόητα έξοδα της κυρίας Σακελλαρίου κάλυψε ούτε το συμφωνητικό προσέβαλε, και έτσι τον Φεβρουάριο του 2014 το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την απόφαση 335, την υποχρέωσε να καταβάλει τα 175,40 ευρώ συν δικηγορική αμοιβή 200 ευρώ, απαλλάσσοντάς την από την καταβολή ΦΠΑ. Για την ιστορία, τον Αύγουστο του 2014 η κυρία Θάνου προήχθη σε αντιπρόεδρο και τον Ιούνιο του 2015 σε πρόεδρο του Αρείου Πάγου.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Πολιτική
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk