Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας

Το προφανές στο «Ενας άλλος κόσμος» (Ελλάδα, 2015), δεύτερη κινηματογραφική ταινία του Χριστόφορου Παπακαλιάτη,

Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας | tovima.gr
Το προφανές στο «Ενας άλλος κόσμος» (Ελλάδα, 2015), δεύτερη κινηματογραφική ταινία του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, είναι ότι πρόκειται για επαγγελματική κατασκευή σε όλους τους τομείς (στοιχείο και της πρώτης του, τού «Αν…»). Μα αυτό δεν είναι και το αυτονόητο; θα αναρωτηθείτε. Αμ όχι. Οπως έχω ξαναγράψει, απλώς και μόνο το να βλέπεις και να ακούς καθαρά στο ελληνικό σινεμά είναι μεγάλη (και σπάνια) υπόθεση. Εδώ το επίπεδο παραγωγής είναι άλλης χώρας.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον όμως βρίσκει κανείς το ότι σεναριακά μα και σκηνοθετικά αυτή η δεύτερη ταινία του Παπακαλιάτη είναι εμφανώς ωριμότερη από την προηγούμενή του. Θα ήταν κρίμα να μην επισημάνει κανείς τη δημιουργική εξέλιξη που φαίνεται ότι προέκυψε στα χρόνια που μεσολάβησαν από το «Αν» ως το «Ενας άλλος κόσμος». Η δεύτερη ταινία είναι λιγότερο glossy και περισσότερο σκοτεινή, καθόλου ναρκισσιστική και σεναριακά αρκετά απρόβλεπτη.
Η ατμόσφαιρα που θέλει να δημιουργήσει ο Παπακαλιάτης αφηγούμενος τρεις ερωτικές ιστορίες Ελλήνων με ξένους σε κοινό πλαίσιο, την τρελή Αθήνα των ημερών μας, δεν είναι ούτε ακριβώς ευχάριστη, ούτε όμως και δυσάρεστη. Βρίσκεται κάπου στη μέση. Οπως συνήθως συμβαίνει στη ζωή, όπου τα πράγματα δεν είναι ούτε μόνο μαύρα ούτε μόνο άσπρα. Είναι γκρι.
Φυσικά ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης είναι κατ’ αρχάς ένας πολύ καλός έμπορος. Πουλά έρωτα. Πάντα το έκανε, γιατί ξέρει να το κάνει και το κάνει καλά·πάνω στον έρωτα εξάλλου έκτισε ολόκληρη καριέρα. Συνεπώς η λέξη έρωτας, τα παράγωγα και τα συνώνυμά της πρέπει να βρίσκονται διαρκώς στο προσκήνιο, πρέπει διαρκώς να ακούγονται και να παρουσιάζονται – μια καραμέλα διαρκείας που πιπιλιέται συνέχεια. Και όταν ακούς έναν «άγιο» γερμανό φιλέλληνα (ο Αμερικανός Τζέι Κ. Σίμονς) να αναλύει την έννοια του έρωτα μνημονεύοντας απέξω κι ανακατωτά τους Αρχαίους καταλαβαίνεις αμέσως τις ηθοπλαστικές προθέσεις του δημιουργού.
Θα μου πείτε: Μα με το ασανσέρ του έρωτα δεν ασχολήθηκε και στο «Αν» ο Παπακαλιάτης; Βεβαίως, μόνο που εκεί δεν συνέβαινε τίποτε άλλο. Εδώ συμβαίνει. Εδώ βλέπεις ότι η ματιά του σκηνοθέτη δεν είναι γκρο πλαν αλλά «σινεμασκόπ», βλέπεις ότι ενδιαφέρεται για τον κόσμο (όπως λέει και ο τίτλος) και όχι για το ίματζ του. Δεν είναι νομίζω καθόλου τυχαίο που οι έξι ηθοποιοί οι οποίοι υποδύονται τα τρία διαφορετικών ηλικιών ζευγάρια του έρωτα (Σίμονς – Μαρία Καβογιάννη, Αντρέα Οσβαρτ – Παπακαλιάτης, Ταουφίκ ΜπαρχόμΝίκη Βακάλη) αλλά και ο Μηνάς Χατζησάββας στο κύκνειο άσμα του (στον ρόλο ενός κατεστραμμένου επιχειρηματία που στρέφεται στη βία κατά των μεταναστών) έχουν αλφαδιασμένα μοιρασμένους ρόλους, με την Καβογιάννη να κερδίζει πόντους παίζοντας με άνεση την κωμωδία και το δράμα ταυτόχρονα.
Το «Ενας άλλος κόσμος» είναι αποτέλεσμα δουλειάς, όχι παίξε γέλασε. Σου δίνει την εντύπωση ότι ο δημιουργός αυτής της ταινίας πολύ προτού αρχίσει γυρίσματα είχε φροντίσει να μελετήσει πάρα πολύ καλά το σινεμά, όπως και την αθηναϊκή καθημερινότητα. Οτι περπάτησε στους δρόμους μα και ότι είδε πάρα πολλές ταινίες. Οχι τόσο για να «δανειστεί» ιδέες, γιατί βέβαια είναι γνωστό ότι ο Παπακαλιάτης «δανείζεται» (αλλά και ποιος όχι;), όσο για να υιοθετήσει ένα γενικότερο κινηματογραφικό κλίμα ασυνήθιστο για ελληνική ταινία. Πώς αλλιώς να εξηγήσεις την ενσωμάτωση μιας ιδέας από τη «Μητρόπολη» (1927) του Φριτς Λανγκ σε μια ελληνική ταινία που πραγματεύεται την ελληνική κρίση το 2014;

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk