• Αναζήτηση
  • Ρέα Γαλανάκη: «Σκεφτόμαστε την Ιστορία με αναλογίες, όχι με ταυτίσεις»

    Στην αρχή, λόγω του πρότερου συγγραφικού της έργου και παρ’ όλο που μας είχε προϊδεάσει το 2009 με το μυθιστόρημα Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα

    Ρέα Γαλανάκη
    Η Ακρα Ταπείνωση
    Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 336
    Το βιβλίο κυκλοφορεί στις 20 Απριλίου 2015

    Στην αρχή, λόγω του πρότερου συγγραφικού της έργου και παρ’ όλο που μας είχε προϊδεάσει το 2009 με το μυθιστόρημα Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα, δυσκολεύεται κανείς να το πιστέψει: άφησε την Ιστορία, την τέχνη του παρελθόντος που τόσο καλά κατέχει, και βάζει τα χέρια της σε μια φωτιά που καίει ακόμη; Πλην όμως είναι γεγονός: η Ρέα Γαλανάκη έγραψε για την τρέχουσα εθνική κρίση ή καλύτερα με αφορμή αυτήν ένα βιβλίο για τον καιρό της οργής και της καταστροφής, για την πληγωμένη Αθήνα αλλά και για τη γενιά του Πολυτεχνείου. Και όπως εξήγησε η ίδια σε μια αποκλειστική συνομιλία με «Το Βήμα», δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. «Δεν ήθελα να πάω πίσω. Αισθανόμουν ότι δεν μπορούσα να ασχοληθώ με τίποτε άλλο την περίοδο αυτή παρά μόνο με όσα συγκλόνισαν την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, με αυτή την τόσο βίαιη επικαιρότητα που ήλθε και μας κύκλωσε, αναγκάζοντάς μας να επαναπροσδιορίσουμε τις γνώσεις και τις αντιλήψεις μας. Και να σας πω κάτι; Τέτοια πρόκληση επιτρέπει ακόμη και το να παραπατήσει κανείς. Ας ανταποκριθείς ως δημιουργός στην πρόκληση κι ας παραπατήσεις, δεν πειράζει» σημείωσε η βραβευμένη συγγραφέας.


    Η Ακρα Ταπείνωση,
    το νέο της μυθιστόρημα με τίτλο εμπνευσμένο από την ύστερη βυζαντινή αγιογραφία, από μια αυστηρή απεικόνιση του νεκρού Χριστού που φιλοτέχνησε ο Νικόλαος Τζαφούρης, ριζώνει σε χρόνο πρόσφατο αλλά σημαδιακό: στη νύχτα που πυρπολήθηκε το κέντρο της ελληνικής πρωτεύουσας, εκείνη την επεισοδιακή Κυριακή της 12ης Φεβρουαρίου 2012.
    Ο θηλυκός Μινώταυρος


    Εκτοτε η Ρέα Γαλανάκη πέρασε πολλές φορές έξω από το καθημαγμένο νεοκλασικό κτίριο που στέγαζε τους κινηματογράφους «Αττικόν» και «Απόλλων» στην οδό Σταδίου. «Μια μέρα σκέφτηκα ότι ήθελα να μπω μέσα, ένιωσα την επιθυμία να δω και πάλι ένα έργο» συνέχισε η ίδια, που μάλιστα αφιερώνει για πολλούς λόγους το σχετικό κεφάλαιο στη μνήμη του Θόδωρου Αγγελόπουλου.
    Επειδή όμως ήταν αδύνατο να μπει εκεί, άρχισε να κλώθει στο μυαλό της ένα διήγημα, μια ιδέα που αναβαθμίστηκε και έγινε μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες σκηνές στο βιβλίο: η Ευρώπη απάγεται και μεταμορφώνεται εν συνεχεία σε έναν θηλυκό Μινώταυρο. «Υποστηρίζω βαθιά την ευρωπαϊκότητα της Ελλάδας από τα μεταπολιτευτικά χρόνια μου στον «Θούριο», αλλά δεν μου αρέσει καθόλου η ελίτ που κυβερνά σήμερα την Ευρώπη. Συχνά τη θεωρώ καταστροφική για εμάς. Ανήκουμε στην Ευρώπη, αλίμονό μας αν την εγκαταλείψουμε. Εχουμε κάνει λάθη, τα παραδεχόμαστε και τα πληρώνουμε. Από την άλλη μεριά, όμως, ειδικά το τελευταίο διάστημα, η Ευρώπη λειτουργεί ασφυκτικά απέναντί μας. Δεν μπορείς να πνίξεις τον άλλον επειδή δεν σε συμφέρει η πολιτική του σκέψη ούτε και για άλλους λόγους. Οσοι έχουν σήμερα το πάνω χέρι στην Ενωση φέρονται σαν αποικιοκράτες. Σημασία όμως έχουν και οι όροι με τους οποίους συμμετέχουμε στην Ενωση και στο κοινό νόμισμα, δηλαδή με αλληλεγγύη και με σεβασμό ο ένας για τον άλλον, διότι αυτά λένε οι καταστατικές αρχές της Ενωσης. Αυτό είναι για μένα η Ευρώπη».
    Η Ρέα Γαλανάκη βέβαια δεν επιστρατεύει μονάχα την παραπάνω αλληγορία αλλά ενσωματώνει στην πολυφωνική της αφήγηση πολλές επίκαιρες συγκρούσεις, άλλες συμβολικές και άφατες, άλλες επώδυνα ορατές, όπως εκείνες που διαδραματίστηκαν στη «διπλή και διφορούμενη πλατεία», δηλαδή την πλατεία Συντάγματος, η οποία μοιάζει στο βιβλίο με υπαίθρια θεατρική σκηνή. «Ο χρόνος στη λογοτεχνία είναι ενιαίος για μένα. Η Ιστορία ή το παρόν είναι δύο πλευρές του ενιαίου χρόνου, του ίδιου νομίσματος. Υπό αυτή την έννοια έχω γράψει πολλές φορές για πυκνά και βίαια γεγονότα, για συγκρούσεις, όπως είπατε, όταν ο χρόνος σε κάποιο βιβλίο μου ήταν ιστορικός. Για εκείνον λ.χ. που κατέβηκε στην Κρήτη να καταπνίξει την Επανάσταση (σ.σ.: «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά») ή για τη δράση του Ανδρέα Ρηγόπουλου (σ.σ.: «Θα υπογράφω Λουί») αλλά και στον «Αιώνα των λαβυρίνθων». Ο χρόνος όμως μπορεί να είναι και το νυν, το τώρα» τόνισε η Ρέα Γαλανάκη.
    Επιπλέον «στη λογοτεχνία λέμε πως χρειάζεται η απόσταση του χρόνου, αναρωτήθηκα όμως το εξής απλό: Είναι ο χρόνος η μοναδική απόσταση που απαιτείται στη λογοτεχνία; Μήπως υπάρχουν κι άλλες αποστάσεις; Ασφαλώς. Υπάρχει και η οπτική, η προοπτική αν θέλετε, μέσω της οποίας βλέπουν τα πράγματα οι πολλοί διαφορετικοί χαρακτήρες που συνδιαλέγονται μέσα σε ένα μυθιστόρημα, χαρακτήρες που επιλέγει κανείς προσεκτικά».
    «Καρναβαλίστικα ντυμένες»


    Για πρώτη φορά οι δικοί της χαρακτήρες είναι όλοι επινοημένοι. Εν προκειμένω πρωταγωνιστούν δύο συμπαθητικές και άκακες γυναίκες που «έχουν μια λοξή και παράξενη σχέση με την πραγματικότητα». Η φιλόλογος Θηρεσία που μετονομάστηκε σε Τειρεσία γένους θηλυκού και η ζωγράφος Θεονύμφη που (απλώς έκοψε το όνομά της και) έγινε Νύμφη. Συνταξιούχοι και οι δύο της Μέσης Εκπαίδευσης, με τη σύνταξή τους να περικόπτεται συνεχώς, κατοικούν, υπό την προστασία του θεράποντος «πατριάρχη» τους, σε ένα προστατευμένο διαμέρισμα, σε έναν «ξενώνα» που βρίσκεται σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά της Αθήνας.
    Μαθαίνοντας με πλάγιο τρόπο ότι η κυβέρνηση αργά ή γρήγορα θα βάλει λουκέτο και σε αυτόν, αποφασίζουν να βγουν κρυφά στις μεγάλες διαδηλώσεις (ξεγελώντας την Κατερίνα, μια χήρα από την ορεινή Κρήτη που τις επιτηρεί και τις φροντίζει). Μεταμφιέζονται για να μην αναγνωρισθούν και, «καρναβαλίστικα ντυμένες», σπεύδουν να υπερασπιστούν την αξιοπρέπειά τους στους δρόμους. Η «περιπέτειά» τους, όμως, όπως άλλωστε και η ίδια η ζωή, δεν εξελίσσεται ούτε ευθύγραμμα ούτε πάντοτε ομαλά. Η Τειρεσία και η Νύμφη «χάνονται» και κάποια στιγμή καταλήγουν ζητιάνες. Τις εκμεταλλεύεται ένας μορφωμένος απατεώνας αλλά τις σώζει ο Περικλής, ένας άστεγος με όνομα βαρυσήμαντο.

    «Αυτές οι δύο γυναίκες, με την ιδιαίτερη ματιά τους, με βοηθάνε πολύ να πω πράγματα γι’ αυτά που ζούμε, που δεν στηρίζονται αποκλειστικά στη λογική. Με βοηθάνε να αναπτύξω έναν πιο εσωτερικό λόγο, πέραν του πολιτικού ή του δημοσιογραφικού. Με βοηθάνε επίσης που είναι μορφωμένες γυναίκες της μεσαίας τάξης και έχουν μια αίσθηση της ιστορίας, της αρχαιολογίας και της τέχνης»
    ανέφερε η Ρέα Γαλανάκη, διότι και αυτό την ενδιαφέρει, να διερευνήσει τη φυσιογνωμία της Αθήνας και την αντοχή της. «Θέλησα να αποτυπώσω και τη δική μου σχέση με τον χρόνο της πόλης, μιας πόλης που αγαπώ. Δούλεψα πολύ πάνω στον μύθο της. Ισως μόνο αν σκεφτούμε καλά αυτή τη διάσταση, δηλαδή την Αθήνα ως τον τόπο όπου γεννήθηκαν η τραγωδία και η δημοκρατία ταυτόχρονα, μπορούμε να αναλογιστούμε σοβαρά τι σημαίνει η καταστροφή του πολιτισμού της. Οι δύο γυναίκες σκέφτονται το μυθικό και ιστορικό υπόβαθρο της Αθήνας σε σχέση με αυτό που βλέπουν γύρω τους. Και ισχυρίζονται ότι η Αθήνα βαστάει ακόμη τον δραματουργικό της πυρήνα, ότι αυτή η πόλη εξακολουθεί να γεννά την τραγωδία, μια νέα τραγωδία όμως σήμερα που δεν φαίνεται να έχει παρόμοια κάθαρση».

    Ο αντιεξουσιαστής και ο χρυσαυγίτης
    Η συγγραφέας ενορχηστρώνει έναν διάλογο, όπως είπε, ανάμεσα στους σημερινούς «εξεγερμένους» και στους «ηττημένους» της γενιάς του Πολυτεχνείου, στην οποία ανήκουν οι δύο πρωταγωνίστριες. Ο Ορέστης, ο γιος της Νύμφης με κάποιον που εξαργύρωσε πολιτικά τον αντιχουντικό αγώνα και έκανε καριέρα, είναι ένας «αντιεξουσιαστής» που προδίδεται στο τέλος από τους δικούς του.
    «Δεν μου αρέσει που κατηγορούμε συλλήβδην τη γενιά του Πολυτεχνείου, που της ρίχνουμε το ανάθεμα για τα πάντα. Δεν μου αρέσουν αυτές οι καραμέλες. Ούτε που ταυτίζουμε τα σημερινά με τη χούντα. Οι εποχές είναι διαφορετικές όχι μόνο από άποψη ιστορική αλλά από κάθε άποψη. Την Ιστορία, άλλωστε, τη σκεφτόμαστε με αναλογίες, όχι με ταυτίσεις, αυτή είναι η διαφορά. Τα τελευταία χρόνια πάντως σημειώθηκε μια νέα μορφή εξεγέρσεων την οποία οι άνθρωποι που εξεγερθήκαμε στα νιάτα μας πρέπει να τη σκεφτούμε. Με τα θετικά και τα αρνητικά της. Ενας διάλογος δεν σημαίνει συμφωνία, σημαίνει συζήτηση. Αυτό κάνουν οι χαρακτήρες μέσα στο μυθιστόρημα. Εγώ προσωπικά είμαι εναντίον της φωτιάς και της καταστροφής, όχι μόνο του πολιτισμού, κάτι που θεωρώ απολύτως τζιχαντιστικό, αλλά και της καταστροφής της περιουσίας των ανθρώπων. Το θέμα όμως δεν είναι τι πιστεύω εγώ, λίγη σημασία έχει αυτό. Το θέμα είναι πόσο μπορούμε να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλον και πόσο μπορούμε να ξεκουνηθούμε από τα στερεότυπα. Εγραψα το βιβλίο για να δω ως πού βλέπω κι ως πού δεν βλέπω. Το θέμα είναι εν τέλει τι σημαίνει για όλους μας αυτή η εποχή και πρωτίστως για τους πιο αδύναμους».
    Ο άνεργος γιος της Κατερίνας, ο Τάκης, γίνεται σταδιακά χρυσαυγίτης. Σε μια φοβερή σκηνή σηκώνει μαχαίρι πάνω της. Κατά λάθος, στόχος του ήταν η Γιασμίν, μια μετανάστρια από την Αίγυπτο. Η κρητικιά μάνα, αφού επιστρέψει στον γενέθλιο τόπο μετά το συμβάν, ξεγράφει οριστικά τον γιο της. «Λειτουργούμε με τις αρχές μας, ξέρετε. Υπάρχουν κώδικες γι’ αυτή τη γυναίκα, άγραφοι νόμοι. Σ’ αυτά επιστρέφει για να στηρίξει τη ζωή της. Και σύμφωνα μ’ αυτά η πράξη του γιου της συνιστά μια ανίερη παράβαση. Η ίδια, επιπλέον, δεν μπορεί να ξεχάσει ότι η οικογένειά της είχε θύματα στην Κατοχή, ότι υπήρξαν σφαγές αμάχων στα χωριά της. Περιμένει μια συγγνώμη που δεν έρχεται ποτέ» υπογράμμισε η Ρέα Γαλανάκη.
    Η Κατερίνα, με τη φωνή μιας χωρικής, λέει κάπου ότι η πατρίδα έχει καταντήσει σαν τη γουρούνα που τρώει τα παιδιά της. «Οι νέοι μας ταλαιπωρούνται σήμερα χωρίς να έχουν φταίξει πουθενά. Οι νέοι μας ανήκουν στην κατηγορία των αθώων θυμάτων» σχολίασε η συγγραφέας, που αφιερώνει το μυθιστόρημά της στην Κυβέλη, την κόρη της.
    Ρωτάμε την κυρία Γαλανάκη τι έχει στο μυαλό της όταν γράφει τη λέξη πατρίδα.

    «Ο,τι έχουμε όλοι μας, ας μην το εξειδικεύσουμε, αλλά χωρίς μεγαλοστομίες και εθνικιστικές κορόνες. Και σίγουρα η πατρίδα μοιάζει δακρυσμένη αυτή τη στιγμή. Οι άνθρωποι αγαπούν την πατρίδα τους, τον τόπο τους. Τόπος δεν είναι μονάχα η γεωγραφία, ένα τοπίο. Ο τόπος είναι μια σειρά πραγμάτων, τα αισθήματα, οι σχέσεις, η ιστορία, η προσωπική και συλλογική μας διαδρομή, η αυτοσυνειδησία μας. Ολα αυτά είναι η πατρίδα, μια πατρίδα που τα τελευταία χρόνια βεβηλώθηκε»
    κατέληξε. 
    Απόσπασμα από το βιβλίο «Η Ακρα Ταπείνωση» (1)
    «Μεγάλο λάθος που την κοιτούσε τόση ώρα, απευθύνοντας αυτές τις ερωτήσεις προπαντός στον εαυτό του, εκλιπαρώντας όμως την αποδοχή και τη συγγνώμη της. Απόψε έκανε το ένα μετά το άλλο λάθος, ίσως γιατί ταράχτηκε με το που την αντίκρισε να παραδέρνει στο πεδίο των μαχών. Για να μην τρέξει να χωθεί στην αγκαλιά της, άντρας ολόκληρος, μαχητής εδώ και χρόνια, μα για να συνεχίσει να σφυροκοπά και να εφορμάει, της φώναξε με φωνή δυνατή τις απαντήσεις του – έτσι κι αλλιώς στον εαυτό του απαντούσε. Κανείς δεν άκουσε τα λόγια του μέσα στις κραυγές, μέσα στους κρότους: Αλλιώς στη μακρινή εποχή της μάνας του μια εξέγερση, αλλιώς στη δική του. Το ίδιο δίκαιες, το ίδιο απρόβλεπτες, αν όχι και το ίδιο μάταιες, μα έτσι είναι πάντοτε οι εξεγέρσεις, ας το καταλάβαινε κι εκείνη, και αυτός, κι ο κόσμος όλος. Δεν θα τον πιάνανε και τύψεις τώρα. Στο κάτω-κάτω δεν ήθελε να καταλήξει (τόλμησε να το πει κι αυτό, αποστρέφοντας το βλέμμα από το πρόσωπό της προς τα άσπρα σύννεφα των δακρυγόνων, τα λογχισμένα από τα ακόντια των προβολέων), δεν ήθελε να καταλήξει σαν κι αυτήν: ο ηττημένος, ο άνθρωπος μιας ανολοκλήρωτης εξέγερσης, ένας μισότρελος. Τα πάντα είχαν γυρίσει τη σελίδα σε όλη την υφήλιο. Αργά, πολύ αργά για τις αρχαίες απορίες. Καιρός για νέες» (σελίδες 188-189).

    Απόσπασμα από το βιβλίο «Η Ακρα Ταπείνωση» (2)
    «Βρισκόσουνα στην ίδια κεντρική λεωφόρο της Αθήνας, απέναντι από τον κινηματογράφο που είχες δει να καίγεται μπροστά σου. Το φως της μέρας ασταθές, γαλακτερό, τύλιγε το ψυχορράγημά της μέσα σε τούλινη κουρτίνα. Πίσω της θα κρυβότανε σε λίγο η μέρα για ν’ αλλάξει ρούχο, να ντυθεί στα μαύρα. Να γίνει άλλη μια νύχτα της Αθήνας, πιο ύπουλη από το νερό της λησμονιάς, πιο γυάλινη από το βλέμμα ενός άστεγου, πιο οδυνηρή από τη φλόγα που είχε κατακάψει το άστυ. Η Αθήνα, μια τρελή μητέρα πια. Εσύ, η κόρη της, δεν πλήρωσες για να μπεις στον κινηματογράφο. Στο σκοτεινό ταμείο του κανείς δεν έκοβε εισιτήρια σε όσους έμπαιναν. Δηλαδή, σ’ εσένα και σε κάτι άλλους ξέμπαρκους κι αλλοπαρμένους που είχατε την αποκοτιά να μπείτε απόψε μέσα στον καμένο κινηματογράφο για να δείτε το έργο που παιζόταν. Ο ένας τους κάποιον αόριστα σου θύμιζε, καλύτερα όμως να μην του μιλούσες. Ούτε λυγμός ούτε μνημόσυνο. Κάτι βαθύτερο ήταν αυτό που σε τραβούσε μέσα στον καμένο κινηματογράφο δυνατά, σαν ζώο που το σέρνει το σκοινί προς το μαχαίρι. (…) Δρασκέλισες τα καρβουνιασμένα δοκάρια της εισόδου, τα πεσμένα διαγωνίως. Λοξές αχτίνες από το ξημέρωμα μιας καινούργιας κόλασης, την οποία, για ακόμη μια φορά στην Ιστορία, ευαγγελίστηκε ο νους του ανθρώπου. Σκόνταψες πάνω σε χαμηλούς σωρούς από στάχτες και αποκαΐδια. Η μνήμη της φωτιάς κοκκίνιζε ακόμη μέσα τους, σπίθες που απειλούσαν να ξαναφουντώσουν. Κοίταξες ψηλά, δεν είχε σύννεφα στον χειμωνιάτικο ουρανό και η ξεκοιλιασμένη στέγη της εισόδου επέτρεπε στο σεληνόφωτο να διαχυθεί, κάνοντας ορατές όλες τις αποχρώσεις της καμένης ύλης. Απ’ αυτό το νύχτιο ψυχρό φως αναδυόταν κάτι σαν μινύρισμα: Η εξόδιος ακολουθία της καμένης ύλης, σκέφτηκες» (σελ. 268-269).

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk