• Αναζήτηση
  • Λένα Διβάνη: Δεν εκπαιδευθήκαμε ποτέ στον ρεαλισμό

    Ασφαλώς οι περισσότεροι τη γνωρίζουν ως συγγραφέα. Η Λένα Διβάνη ωστόσο άρχισε να δημοσιεύει ιστορικές μελέτες προτού αρχίσει να εκδίδει τα μυθιστορήματά της.

    Λένα Διβάνη
    Η «ύπουλος θωπεία» –
    Ελλάδα και ξένοι, 1821-1940
    Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014,
    σελ. 544, τιμή 26,63 ευρώ

    Ασφαλώς οι περισσότεροι τη γνωρίζουν ως συγγραφέα. Η Λένα Διβάνη ωστόσο άρχισε να δημοσιεύει ιστορικές μελέτες προτού αρχίσει να εκδίδει τα μυθιστορήματά της. Επιδίδεται μεν στη μυθοπλασία, πλην όμως εξακολουθεί να διδάσκει Ιστορία Ελληνικής και Βαλκανικής Εξωτερικής Πολιτικής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

    Στο παρελθόν έχει ασχοληθεί, μεταξύ άλλων, με ζητήματα εθνικισμού και μειονοτήτων. «Καταπιάστηκα με τις μειονότητες το 1995, όταν το Μακεδονικό ήταν σε πλήρη έξαρση. Ανέκαθεν έρρεπα προς τα δύσκολα και αμφιλεγόμενα θέματα. Η πεποίθησή μου ότι έπρεπε να το κάνω νίκησε τότε τον φόβο μου πως μπορεί να φάω και ξύλο» είπε η ίδια στο «Βήμα».
    Η Ελλάδα και οι ξένοι


    Τα τελευταία τρία χρόνια, καθώς η τρόικα πηγαινοερχόταν στην Ελλάδα και το αντιμνημονιακό κλίμα εντεινόταν, εκείνη εργαζόταν μέσα σε «μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα μίσους απέναντι στους ξένους δανειστές και επιτηρητές της χώρας», κάτι που τροφοδότησε την ερευνητική της επιμονή. Το νέο της ιστορικό δοκίμιο «Η «ύπουλος θωπεία» – Ελλάδα και ξένοι, 1821-1940» συνιστά μια πρώτη απόπειρα να ανιχνευθούν οι πλέον θεμελιώδεις εκφάνσεις της δύσκολης και πολύπαθης σχέσης μεταξύ της Ελλάδας και των «ξένων». Ο τίτλος προέρχεται από μια φράση του διανοούμενου πολιτικού Γεωργίου Φιλάρετου – «πατέρας της ελληνικής δημοκρατίας» κατά τον Ελευθέριο Βενιζέλο – , ο οποίος θεωρούσε ότι η Ελλάδα καταστράφηκε στον πόλεμο του 1897 επειδή εγκλωβίστηκε δολιοτρόπως μεταξύ της «υπούλου θωπείας της Δύσεως» και των «οδόντων της άρκτου», δηλαδή της Ρωσίας.
    Η Λένα Διβάνη, πέρα από την έρευνα που έκανε στη Γενεύη, στα αρχεία της Κοινωνίας των Εθνών και του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, έκανε, το δίχως άλλο, και μια βουτιά στα βαθιά. Το πεδίο είναι, ομολογουμένως, αχανέστατο. Από πού να αρχίσει κανείς και πού να σταματήσει; Η ίδια, έχοντας επίγνωση της όλης δυσκολίας του εγχειρήματος, έστρεψε την προσοχή της στον τρόπο με τον οποίο αντέδρασε η τραυματισμένη και καχύποπτη Ελλάδα σε καθετί το «εισαγόμενο» και «εκ των άνω» επιβαλλόμενο, από τις πολιτικές ιδέες και τις οικονομικές πρακτικές ως τα κοινωνικά ήθη και τις τεχνολογικές εξελίξεις.

    «Στην Ιστορία περιοδολογούμε πάντοτε με νόημα. Αρχίζω από το 1821 και τις συνθήκες ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους και τελειώνω το 1940, όταν πλέον αλλάζει συνολικά το διεθνές περιβάλλον και επικρατεί ο διπολισμός. Στον 19ο αιώνα έχουμε μια απολύτως ετεροβαρή σχέση: μια μικρή χώρα (Ελλάδα) την οποία ελέγχει (μέσω των λεγόμενων δανείων της ανεξαρτησίας) μια μεγάλη χώρα (Αγγλία). Εχουμε επομένως μια μικρή χώρα που ακολουθεί τον ισχυρό, η οποία έχει ελάχιστα περιθώρια ελιγμών και είναι μονομερώς εξαρτημένη. Μετά το 1940 συμβαίνει περίπου το ίδιο, με τις ΗΠΑ αυτή τη φορά. Στη διάρκεια όμως του Μεσοπολέμου υπήρξε ένα «ευλογημένο» διάστημα που την Ελλάδα δεν την ήθελε κανείς και είχε πέσει σε «κενό εξάρτησης». Η δυναμική εκείνης της περιόδου με γοήτευσε. Η χώρα βέβαια παρέμενε ξενοφοβική και εσωστρεφής στις αρχές του 20ού αιώνα. Ωστόσο η μικρή και αδύναμη Ελλάδα είχε την ευκαιρία, εντός του ανεκτικού πλαισίου λειτουργίας της Κοινωνίας των Εθνών, του πρώτου διεθνούς διακρατικού οργανισμού, να διευρύνει τους ορίζοντές της, να αυτονομηθεί κατά το δυνατόν και να εκσυγχρονιστεί, να βηματίσει μόνη της εκμεταλλευόμενη την τεχνογνωσία των προηγμένων κρατών-μελών. Η Κοινωνία των Εθνών υλοποιούσε τότε ένα θαύμα που εμείς το αγνοήσαμε τελικώς»
    εξήγησε η Λένα Διβάνη.
    Αυτό ακριβώς περιγράφει στο βιβλίο της, πώς δηλαδή «πήγαν άκλαυτες» ελπίδες και ειλικρινείς προσπάθειες για τον μετασχηματισμό του κρατικού μηχανισμού και της κοινωνίας από τα έξω «εξαιτίας των προκαταλήψεων και της δαιμονοποίησης «των ξένων» από τις δυνάμεις του λαϊκισμού» που κυριαρχούν με σχετική ευκολία στην Ελλάδα.
    Εκσυγχρονισμός και ρεαλισμός


    «Η πρώτη δυσφήμηση του εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα προήλθε από την ταύτισή του με την αντίληψη για τη μη επέκταση των συνόρων του κράτους. Στη διάρκεια του μανιχαϊστικού 19ου αιώνα, τότε που ήσουν είτε σωτήρας είτε προδότης, κι όλα αυτά στη σκιά της Μεγάλης Ιδέας, η ελληνική κοινωνία ήταν χωρισμένη σε δύο αντιμαχόμενες ομάδες. Η μία έλεγε ότι το κράτος είναι πολύ μικρό για να εκσυγχρονιστεί, ότι έπρεπε πρώτα να μεγαλώσει. Η άλλη, η έμφρονη ομάδα, έλεγε ότι πρώτα πρέπει να εκσυγχρονιστούμε και μετά να μεγαλώσουμε. Πώς, ας πούμε, θα μεγαλώναμε το κράτος χωρίς στρατό; Επιπλέον πώς θα μεταφέραμε τον στρατό στα σύνορα δεδομένου ότι δεν είχαμε ένα οδικό δίκτυο της προκοπής; Μπορείτε εύκολα να μαντέψετε ποιοι κέρδισαν τότε και ποιοι κερδίζουν έκτοτε. Πάντως όχι οι ρεαλιστές. Ο άνθρωπος πρέπει να εκπαιδευθεί για να γίνει ρεαλιστής. Εκσυγχρονισμός χωρίς ρεαλισμό δεν μπορεί να υπάρξει. Και εμείς δεν εκπαιδευθήκαμε ποτέ στον ρεαλισμό, αντιθέτως παρασυρόμασταν πάντοτε από τον συναισθηματισμό και τη συνθηματολογία. Κοιτάξτε, ο εκσυγχρονισμός πολεμήθηκε ανηλεώς στην Ελλάδα από τις ντόπιες ελίτ που έβλεπαν τα κεκτημένα τους να απειλούνται και σταδιακά, βοηθούντος του λαϊκισμού, πέρασε στο συλλογικό ασυνείδητο σαν κάτι το ασαφώς διαβρωτικό, σαν το Κακό που έρχεται απ’ έξω, από την Εσπερία για να γίνω συγκεκριμένη, με απώτερο σκοπό ασφαλώς να ισοπεδώσει τον Ελληνισμό» υπογράμμισε η Λένα Διβάνη.
    Εκείνη τη στιγμή υπενθύμισε και μια κοινοβουλευτική αποστροφή του μεγάλου εκσυγχρονιστή Χαρίλαου Τρικούπη που προειδοποιούσε: «Αν περιμένη παρ’ άλλων μη εργαζομένη αύτη, αλλοίμονον εις την Ελλάδα». Και συνέχισε η ίδια: «Προφανώς και ήλθαν ξένοι στην Ελλάδα με σκοπό να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα, κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό. Εγώ ασχολούμαι με τις περιπτώσεις εκείνων που δεν θέλησαν να πάρουν κάτι, που θέλησαν απλώς να δώσουν κάτι στην Ελλάδα. Υπήρξαν κι αυτοί, και αυτό πρέπει να το λέμε. Οι βαυαροί αντιβασιλείς του Οθωνα, επί παραδείγματι, ήταν φιλέλληνες μέχρι το μεδούλι. Ηταν λαμπροί επιστήμονες, οι καλύτεροι τεχνοκράτες της εποχής τους, και ήλθαν εδώ με τις καλύτερες των προθέσεων, να φτιάξουν ένα κανονικό δυτικό κράτος, να δημιουργήσουν θεσμούς. Και αυτοί όμως έφυγαν άκλαυτοι! Ακόμη και ο απολύτως αγιοποιημένος Μακρυγιάννης αυτό που ήθελε ήταν να απομακρύνει από τις επίζηλες θέσεις του Δημοσίου τους ετερόχθονες, τους Ελληνες τους σπουδαγμένους στο εξωτερικό (γιατί στο εσωτερικό δεν υπήρχαν και πολλοί σπουδαγμένοι)» υπογράμμισε η ίδια.

    Παραλήρημα μεγαλείου
    Πάντως «εμείς είχαμε ανέκαθεν το εξής πρόβλημα: δεν μπορούσαμε να αντιληφθούμε το μέγεθός μας στο διεθνές σκηνικό, μας κατέτρυχε ένα παραλήρημα μεγαλείου. Αυτό δεν το είχαν ούτε οι Βούλγαροι ούτε οι Σέρβοι, είχαν συναίσθηση της θέσης και των δυνατοτήτων τους. Ποιοτική εξαίρεση αποτέλεσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος που κατάλαβε ότι μια μικρή χώρα, όπως η Ελλάδα, έπρεπε να ακολουθεί τον ισχυρό που τη συμφέρει για όσο τη συμφέρει. Ο ίδιος άνθρωπος που ταυτίστηκε με την αγγλική πολιτική δεν δίστασε αργότερα να κάνει κυριολεκτικά διπλωματικό πόλεμο εναντίον της» συμπλήρωσε η Λένα Διβάνη.
    Καλά όλα αυτά, αλλά η «πετριά» με το «ξανθό γένος» που συνεχώς έρχεται να μας σώσει; «Κάθε μύθος για να καλλιεργηθεί σωστά πρέπει να έχει έναν κόκκο αληθείας, έτσι κι αυτός. Ο κόκκος αληθείας εν προκειμένω είναι ότι στον 19ο αιώνα η Ρωσία ήθελε να δημιουργηθεί ελληνικό κράτος (ως μέρος του σχεδίου της για τη διάσπαση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με απώτερο σκοπό τον έλεγχο των Στενών), την εποχή που η Αγγλία δεν το ήθελε για τους δικούς της λόγους. Μυστήρια πράγματα πάντως στο μυαλό του «μέσου» Ελληνα σήμερα: το ’21, η ορθοδοξία, ο σοβιετικός κομμουνισμός, ο Πούτιν, όλα μαζί, ατάκτως ερριμμένα».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας