Οι ευθύνες για το «Norman Atlantic» βούλιαξαν στην Αδριατική

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου, στις 05.40 το πρωί, ανοιχτά των Οθωνών: με ένα αγωνιώδες τηλεφώνημα αρχίζει να στήνεται ένα θαλάσσιο σκηνικό τραγωδίας

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου, στις 05.40 το πρωί, ανοιχτά των Οθωνών: με ένα αγωνιώδες τηλεφώνημα αρχίζει να στήνεται ένα θαλάσσιο σκηνικό τραγωδίας που είχε για πρωταγωνιστές ένα φλεγόμενο πλοίο, πάνω από 450 επιβαίνοντες, τις λιμενικές και πολιτικές αρχές σε Ελλάδα και Ιταλία και με φόντο την ταραχώδη θάλασσα στα στενά του Οτράντο όπου οι άνεμοι έφταναν τα 7-8 μποφόρ. Μία εβδομάδα μετά, η μεγάλη φουρτούνα κόπασε στη θάλασσα αλλά είχε μεταφερθεί σε γραφεία αρμοδίων υπηρεσιών. Σειρά ευθυνών για ένστολους, πολιτικούς αλλά και ναυτικούς προκύπτουν για τη σωστή διαχείριση τόσο του περιστατικού στο επιβατικό – οχηματαγωγό «Νorman Atlantic» και όσο της επιχείρησης διάσωσης επιβαινόντων, ενώ δεν είναι λίγα και τα ερωτήματα προς τη ναυλώτρια εταιρεία ΑΝΕΚ σχετικά με τους ακριβείς αριθμούς των επιβαινόντων αλλά και την κατάσταση του πλοίου.
Η αγωνία των συγγενών των αγνοουμένων κορυφωνόταν καθημερινά καθώς η ενημέρωση ολίσθαινε σε μια διαρκή εναλλαγή στοιχείων και υποθέσεων. Πλέον χαρακτηριστικό είναι ότι ενώ ανακοινώθηκαν τα στοιχεία του πρώτου έλληνα νεκρού, του Γιώργου Δούλη, προς την οικογένεια του οποίου εξέφρασε τα συλλυπητήριά της η πολιτική ηγεσία της χώρας, την Πρωτοχρονιά οι Ιταλοί με έγγραφο τους αναίρεσαν την ανακοίνωση «λόγω λάθους» (χρησιμοποίησαν επί λέξει τη φράση by mistake) θεωρώντας τον αγνοούμενο.
Επρεπε να ταξιδέψει;


Τραγικές και παράλληλα αποκαλυπτικές ήταν οι μαρτυρίες των διασωθέντων για τις πρώτες ώρες και για τη στάση του πληρώματος μέσα στο σκοτάδι, με χαλάζι και με δυνατούς ανέμους. Προκύπτει εύλογο το βασικό ερώτημα εάν έπρεπε το Λιμεναρχείο Ηγουμενίτσας να επιτρέψει τον απόπλου του «Norman Atlantic» – άρχισε το ταξίδι του το απόγευμα του Σαββάτου από την Πάτρα – από τη στιγμή που γνώριζαν τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες στην Αδριατική. Σε αυτό το πεδίο αναπτύχθηκε και αντιπαράθεση μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και υπουργού Ναυτιλίας κ. Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη κάνοντας αναφορά στην Οδηγία 2002/59/ΕΚ. Από το Λιμενικό σημείωναν πως απαγόρευση απόπλου γίνεται μόνο για τα εσωτερικά δρομολόγια και όχι για τα διεθνή. Στην Οδηγία πάντως δεν αποσαφηνίζεται δίνοντας την εντύπωση πως η εφαρμογή της αφορά όλα τα πλοία για οποιονδήποτε προορισμό.
Μιλώντας στο «Βήμα» αξιωματικοί του Λιμενικού θεωρούν την επανεξέταση της ευρωπαϊκής πολιτικής για τα δρομολόγια ως ένα από τα δύο κομβικά σημεία. Οπως τόνιζαν πάντως, ανεξαρτήτως του εάν το Λιμεναρχείο ενημέρωσε τον καπετάνιο, ο ίδιος έχει στα χέρια του το δελτίο καιρού αρκετές ώρες πριν από την αναχώρηση, οπότε εκείνος κρίνει αν θα αποπλεύσει ή όχι.
Παράλληλα αντικρούεται η καταγγελία ότι το πλοίο απέπλευσε παρά τις παρατηρήσεις σε συστήματα πυρασφάλειας, με το αιτιολογικό ότι ήταν ήσσονος σημασίας και δεν έθεταν θέμα αξιόπλοου – αναμένεται ωστόσο να αποτελέσουν αντικείμενο της έρευνας.
Ως δεύτερο κομβικό σημείο αξιωματικοί του Λιμενικού θεωρούν τη συμπεριφορά του πληρώματος με βάση τις μαρτυρίες των επιβατών. Σημείωναν χαρακτηριστικά ότι «όπως λέμε εάν μέσα σε 15 λεπτά δεν έχει καταφέρει το πλήρωμα με τα μέσα πυρόσβεσης που διαθέτει το πλοίο να ελέγξει και να σβήσει τη φωτιά, τότε δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής».
Πυρόσβεση και διάσωση


Οπως ανέφεραν επιβάτες, η φωτιά φαίνεται πως εκδηλώθηκε μεταξύ 04.00 και 04.30 ενώ το πλοίο βρισκόταν εν πλω προς την Ιταλία. Αρκετοί καταγγέλλουν ότι ουδείς τους ειδοποίησε από το πλήρωμα ενώ δεν ήχησε και κάποιος συναγερμός ούτε υπήρξε κάποια ανακοίνωση. Κανείς δεν είναι σε θέση να βεβαιώσει αν τα συστήματα πυρόσβεσης λειτούργησαν άμεσα. Με βάση ιταλικά μέσα ενημέρωσης, ο καπετάνιος φέρεται να υποστήριξε ότι το σύστημα πυρανίχνευσης λειτούργησε και ενημερώθηκε άμεσα η γέφυρα του πλοίου ωστόσο δεν ενημέρωσαν τους επιβάτες για να μην επέλθει πανικός.
Στις ευθύνες του πληρώματος καταλογίζεται το ότι, όπως κατήγγειλαν διασωθέντες οδηγοί φορτηγών, συνάδελφοί τους κοιμούνταν στις καμπίνες των οχημάτων τους. Ενα ακόμη ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι γιατί επεκτάθηκε η φωτιά από τον χώρο του γκαράζ σε άλλους και επομένως αν οι πόρτες πυρασφαλείας έκλεισαν άμεσα ή όχι.
Πολλές και οι καταγγελίες για απουσία συντονισμού των επιβατών από τα μέλη του πληρώματος, άλλοι μες στον πανικό βούτηξαν στη θάλασσα και υπάρχουν επικρίσεις για τα σωστικά μέσα που είχαν στη διάθεσή τους. Εκείνες τις πρώτες ώρες ουδείς βεβαιώνει αν το πλήρωμα έκανε καταμέτρηση των επιβατών που ανέβηκαν στο κατάστρωμα και φόρεσαν σωσίβια, επομένως να εξακριβωθεί αν υπήρχαν αγνοούμενοι. Και για πολλές ώρες μετά το περιστατικό στελέχη του Λιμενικού δήλωναν άγνοια παραπέμποντας στις αναφορές του πλοιάρχου.
Μάλιστα, κατά τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης, οι εισαγγελικές αρχές του Μπάρι που διερευνούν την υπόθεση δεν έχουν πειστεί από τις εξηγήσεις που έδωσαν μέλη του πληρώματος ότι ο δυνατός άνεμος εμπόδισε να διαχειριστούν πιο αποτελεσματικά την εξάπλωση της πυρκαγιάς.
Ως τις 10.00 το πρωί το πλοίο βρισκόταν στα ελληνικά χωρικά ύδατα και η Αθήνα είχε την ευθύνη έρευνας και διάσωσης. Με βάση όσα ισχυρίζονται στελέχη του Λιμενικού, από την πρώτη στιγμή κινητοποιήθηκε ο προβλεπόμενος μηχανισμός και δεσμεύτηκαν τα παραπλέοντα πλοία.
Τα ίδια στελέχη συμπληρώνουν ότι οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες δεν ευνόησαν την άμεση άφιξη πλωτών αλλά και εναέριων μέσων στην περιοχή. Αυτό το «μπλακάουτ» διήρκεσε πεντέμισι ώρες… Ουσιαστικά είχαν σπεύσει εμπορικά πλοία χωρίς δυνατότητα άμεσης επέμβασης καθώς χρειάζονταν τους έμπειρους διασώστες που ήταν εγκλωβισμένοι λόγω καιρού.
Την ίδια στιγμή ερωτηματικά προκάλεσε και η στάση του υπουργού Ναυτιλίας ο οποίος ενώ από τα ξημερώματα είχε ένα φλεγόμενο πλοίο με εκατοντάδες επιβάτες σε ελληνικό χώρο ευθύνης, αντί να βρίσκεται παρακολουθεί τις εξελίξεις από τον Θάλαμο Επιχειρήσεων του Λιμενικού προτίμησε τα τηλεοπτικά πάνελ με θέμα τις προσεχείς εκλογές – και να ενημερώνεται τηλεφωνικά – και στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο υπουργείο για να έχει άμεση ενημέρωση.
Τα στελέχη του Λιμενικού πάντως κατηγορούν τον 62χρονο καπετάνιο του πλοίου διότι μιλούσε μόνο ιταλικά και δεν μπορούσε να μεταφέρει ξεκάθαρη εικόνα για την κατάσταση ενώ δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει τις οδηγίες που του έδιναν στα αγγλικά. Αμεση επικοινωνάι με τον ίδιο είχαν τρεις ώρες μετά την εκδήλωση πυρκαγιάς.
Μετά τις 10.00 αποφασίστηκε η Ρώμη να έχει την ευθύνη της έρευνας και διάσωσης καθώς το «Νorman Atlantic» είχε περάσει σε χώρο ευθύνης της Ιταλίας – μια κατάσταση που βόλευε με κάθε τρόπο καθώς, όπως ακούστηκε, η προσέγγιση από Βορρά λόγω καιρικών συνθηκών ήταν ευκολότερη. Ολοκληρώθηκε το μεσημέρι της Δευτέρας, με πολλούς διασωθέντες να καταγγέλλουν την ελάχιστη συμβολή σε υλικό για να αντιμετωπίσουν την υποθερμία προτού μεταφερθούν με τα ελικόπτερα.
Στη συνέχεια φάνηκε η έλλειψη επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ ελληνικών και ιταλικών αρχών. Αρχικά η Αθήνα αναγκάστηκε να στείλει τον Γενικό Επιθεωρητή Λιμενικού για καλύτερη συνεννόηση ενώ οι Ιταλοί αρνούνταν, σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, κάθε επιπρόσθετη βοήθεια προτάσσοντας διαρκώς το ότι «έχουμε επάρκεια μέσων και προσωπικού». Χαρακτηριστική είναι επίσης η επικοινωνία μεταξύ του κ. Βαρβιτσιώτη και του ιταλού υπουργού Μεταφορών κ. Mαουρίτσιο Λούπι τη Δευτέρα το πρωί, όταν στη συνέχεια ο δεύτερος δεν ανταποκρίθηκε άμεσα στο αίτημα του έλληνα ομολόγου του για αποστολή της λίστας διασωθέντων και αγνοουμένων Ελλήνων.
Ακολούθησε το απίστευτο αλαλούμ με τις λίστες επιβαινόντων, διασωθέντων και θυμάτων. Οι επίσημα ταυτοποιημένοι Ελληνες που έχασαν τη ζωή τους από ένας έγιναν τρεις και μετά δύο, ενώ και οι αγνοούμενοι από εννέα έφτασαν τους ένδεκα και στη συνέχεια τους δέκα. Μετά τις εκατέρωθεν διαφωνίες για τους αριθμούς, αφήνοντας πολλά υπονοούμενα είτε για υπερφόρτωση είτε για αδυναμία καταγραφής, εντοπίστηκαν διπλοεγγραφές στη λίστα των 485 επιβαινόντων που εστάλη τελικά την Παρασκευή από τους Ιταλούς. Μια από αυτές αφορά τα στοιχεία συνοδού που επρόκειτο να παραλάβει ασθενή και είχε δηλωθεί ως επιβάτης του πλοίου.
Η στάση της ΑΝΕΚ


Στη σύγχυση μεγάλη συμβολή έχει και η ΑΝΕΚ Lines, που ως ναυλώτρια εταιρεία λάμπει διά της απουσίας της προτιμώντας να μιλά μέσω ανακοινώσεων – χωρίς να δίνει ουσιαστικά απαντήσεις σε μια σειρά από καυτά ερωτήματα. Οπως διαπιστώθηκε, δεν είχε ακριβή εικόνα για τον αριθμό των επιβαινόντων και τα στοιχεία τους.
Η πρώτη ανακοίνωση στις 11.30 το πρωί της Κυριακής έκανε λόγο για 478 επιβάτες εκ των οποίων 56 μέλη πληρώματος. Στις 15.45 ενημέρωνε ότι «η διαδικασία εκκένωσης του πλοίου συνεχίζεται ομαλά και η επιχείρηση βαίνει καλώς και με σταθερό ρυθμό σε συνεργασία με όλες τις αρμόδιες αρχές», αν και υπήρχαν αγνοούμενοι! Η τελευταία ανακοίνωση – ως το βράδυ της Παρασκευής – έκανε λόγο για 474 επιβάτες και παραδόθηκε ημέρες μετά το συμβάν.
Στο ενδιάμεσο εξέδωσε και μια ανακοίνωση προφανώς για τις χρηματιστηριακές αρχές, προκαλώντας πολλές συζητήσεις με την αναφορά σε «κέρδη» και «ασφάλειες».
Το περιστατικό ανέδειξε και τις μειωμένες, σύμφωνα με συνδικαλιστές ναυτικούς, οργανικές συνθέσεις στα πλοία της γραμμής Ελλάδας – Ιταλίας. Στελέχη του υπουργείου Ναυτιλίας παρέπεμπαν σε όσα αναφέρονται στην ιταλική νομοθεσία καθώς, όπως έλεγαν, επρόκειτο για πλοίο που ανήκει σε ιταλική εταιρεία και φέρει ιταλική σημαία.
Εκπρόσωπος της ΑΝΕΚ ανέφερε ότι το πλοίο είχε νοικιαστεί βάσει ναυλωσυμφώνου με το πλήρωμα από την εταιρεία Visemar di Navigazione SRl. Στο ίδιο ναυλοσύμφωνο είχε ζητηθεί να υπάρχουν στο πλήρωμα και κάποιοι Ελληνες ως βοηθητικό προσωπικό τους οποίους ωστόσο πλήρωνε η ΑΝΕΚ. Οπως υποστηρίζει, σε ό,τι αφορά θέματα ασφαλείας και πληρώματος ήταν αρμοδιότητας της ιταλικής εταιρείας και το πλοίο βάσει νόμου έπρεπε να έχει πλήρωμα 35 άτομα και είχε 56.
Την ίδια στιγμή ιταλικά μέσα επιρρίπτουν ευθύνες στην εταιρεία για υπεράριθμο φορτίο. Λιμενικοί εξηγούν ότι διενεργούν δειγματοληπτικό έλεγχο σε επιβάτες για πλαστά έγγραφα, την ευθύνη για την είσοδο στο λιμάνι έχουν οι αρχές του Οργανισμού Λιμένος, ενώ για το φορτίο και τους επιβάτες του πλοίου έχει ο καπετάνιος.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κοινωνία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk