Νίκος Βέττας: η ελληνική οικονομία βρίσκεται πίσω στο 2000

Μία νέα συμφωνία ή διευθέτηση του δημοσίου χρέους δεν μπορεί πλέον από μόνη της να δώσει την απαραίτητη ώθηση στην ελληνική οικονομία ώστε αυτή να επιτύχει την ανάπτυξη εκείνη που θα της διασφαλίσει τα πρωτογενή πλεονάσματα που τόσο έχει ανάγκη. Αυτό ήταν ένα από τα βασικά συμπεράσματα της συζήτησης που διεξήχθη το απόγευμα της Δευτέρας και η οποία οργανώθηκε από το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), το Centre for International Governance Innovation (CIGI) και την αντιπροσωπεία του «Ιδρύματος Κόνραντ Αντενάουερ» στην Αθήνα.

Προσκεκλημένοι να μιλήσουν ήταν ο γερμανός οικονομολόγος Άνσγκαρ Μπέλκε, καθηγητής Μακροοικονομίας στο πανεπιστήμιο Ντούισμπουργκ – Έσεν, η Σούζαν Σάντλερ, αναλύτρια του CIGI και πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος του ΔΝΤ, ο Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ και καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και η Μιράντα Ξαφά, επίσης αναλύτρια στο CIGI και παλαιότερα εκπρόσωπος της Ελλάδος στο ΔΝΤ.

Ο κ. Μπέλκε αναγνώρισε την ύπαρξη προόδου στην ελληνική οικονομία, η οποία έπειτα από έξι συνεχή χρόνια ύφεσης μπαίνει σε αναπτυξιακούς ρυθμούς, αλλά όπως είπε αυτή η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσει η δημοσιονομική πειθαρχία. Σε ό,τι αφορά δε στη βιωσιμότητα του χρέους, τόνισε ότι αυτή θα κινδυνεύσει αν δεν επιτευχθούν τα σχεδιαζόμενα πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά δύσκολα θα πρέπει να περιμένει κανείς ότι κράτη της ευρωζώνης θα δέχονταν κούρεμα των δανείων τους προς την Ελλάδα.

Η κυρία Σάντλερ, έχοντας την εμπειρία του ΔΝΤ, είπε ότι η βιωσιμότητα του χρέους είναι ένα πλαίσιο ανάλυσης και εμμέσως σημείωσε ότι το θέμα μάλλον έχει πολιτικοποιηθεί στην Ελλάδα. Εξέφρασε πάντως την απορία της για την επιλογή του 120% ως ορίου για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Ξεκαθάρισε πάντως ότι μία απομείωση χρέους δεν διασφαλίζει την ανάπτυξη και ότι η τρέχουσα αξιολόγηση του προγράμματος πρέπει να ολοκληρωθεί πολύ προσεκτικά ακόμη και μετά από μία εκλογική αναμέτρηση.

Στην παρουσίαση του ο κ. Βέττας είπε ότι σήμερα η ελληνική οικονομία βρίσκεται, σχεδόν από κάθε άποψη, πίσω στο 2000 – και από αυτή την άποψη μοιάζει σαν η χώρα να έχει επανέλθει στο έτος εισόδου στην ευρωζώνη και να έχει μία δεύτερη ευκαιρία. Κρίσιμο μέγεθος για τον ίδιο είναι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αυτό έχει μεν μειωθεί, αλλά κυρίως λόγω πτώσης των εισαγωγών. Οι εξαγωγές υπηρεσιών έχουν τα τελευταία δύο χρόνια αυξηθεί, αλλά υπάρχει σοβαρό έλλειμμα στις εξαγωγές αγαθών. Αυτές θα έλθουν μόνο μετά από σοβαρές επενδύσεις, που θα μπορούσαν όμως να αποθαρρυνθούν αν οι επίδοξοι επενδυτές δουν τη μακροπρόθεσμη πορεία του ελληνικού χρέους που επιβαρύνεται στο μέλλον.

Τέλος, η κυρία Ξαφά σημείωσε ότι το PSI του 2012, αν και ήταν επιτυχές λόγω και του μεγέθους του, δεν αποκατέστησε τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Το «λάθος» έγινε το 2010 όταν το ΔΝΤ χαμήλωσε τον πήχη της βιωσιμότητας, κυρίως με σκοπό να προστατευθούν οι εκτεθειμένες στα ελληνικά ομόλογα γαλλικές και γερμανικές τράπεζες. Ονομαστικά το ελληνικό χρέος είναι σήμερα μειωμένο, αλλά αν το υπολογίσει κανείς με βάση το ΑΕΠ τότε είναι υψηλότερο από πριν το PSI.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk