Η χρονιά του Κωνσταντίνου Ασπιώτη

Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης κατάφερε εφέτος να ακούσει διθυράμβους για τη δουλειά του ερμηνεύοντας έναν πολύ δύσκολο, καλειδοσκοπικό ρόλο: τον παρενδυτικό δόκτορα Φρανκ Ν. Φέρτερ, από τον πλανήτη Τρανσιλβάνια, έναν σατανικό και απρόσμενα σέξι επιστήμονα που πράττει αυτά που κηρύσσει.

Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης κατάφερε εφέτος να ακούσει διθυράμβους για τη δουλειά του ερμηνεύοντας έναν πολύ δύσκολο, καλειδοσκοπικό ρόλο: τον παρενδυτικό δόκτορα Φρανκ Ν. Φέρτερ, από τον πλανήτη Τρανσιλβάνια, έναν σατανικό και απρόσμενα σέξι επιστήμονα που πράττει αυτά που κηρύσσει. Ζει τα πάντα με πάταγο απενοχοποιώντας την ελευθεριότητα και παρασύρει στην ερωτική του δίνη όποιον συναντά. Οπως το κοινό του Rex, ιδίως το γυναικείο, το οποίο για κάποιους λόγους που θα είχε ενδιαφέρον να μας εξηγήσουν οι ψυχολόγοι παραληρεί μπροστά στην εμφάνιση του Ασπιώτη έτσι όπως φοράει πλήρες το σετ από την γκαρνταρόμπα του Φρανκ N. Φέρτερ: και μπουστάκι, και ζαρτιέρες, και κραγιόν, και τακούνια, και καυτή bisexualite. Το εφέ το είχε λανσάρει ο Τιμ Κάρεϊ ήδη από το ’73, όταν «έχτισε» τον ρόλο και τον ερμήνευσε για πρώτη φορά στο θέατρο Royal Court του Λονδίνου και μετέπειτα στη θρυλική ταινία «The Rocky Horror Picture Show». Από όλους τους μιμητές του στις εκατοντάδες παραστάσεις που ανεβαίνουν σταθερά από τότε, από όσο τουλάχιστον μπορεί να κρίνει κανείς από το YouTube (εντάξει, δεν είναι και ο καλύτερος σύμβουλος), ελάχιστοι καταφέρνουν να αποδώσουν το ζωώδες sex appeal του δόκτορος, παρ’ όλη την αναμφισβήτητη τεχνική μαεστρία τους ή τις άψογες φωνητικές τους ικανότητες.

Και ξαφνικά βγαίνει ο Ελλην Φρανκ Ν. Φέρτερ στη σκηνή, τινάζει τα χέρια του ανοίγοντας τη μαύρη κάπα του και μένεις άφωνος. Κατ’ αρχάς γιατί αυτός που βλέπεις δεν είναι ο Ασπιώτης που ήξερες, με τα μούσια, τα ανακατεμένα μαλλιά και τα κάποια παραπανίσια κιλά. Είναι ένας άλλος Ασπιώτης και όχι εξαιτίας του μακιγιάζ που παραπέμπει σε ροκ σταρ (τύπου «οι Kiss συναντούν τον Τζόκερ»). Είναι είκοσι κιλά πιο αδύνατος και πολύ γυμνασμένος μέσα στο διχτυωτό καλσόν του (να ποιο είναι το αποτέλεσμα τρεισήμισι μηνών διατροφής και σκληρής γυμναστικής bodybuilding). «Ο Ρήγος ήταν κατηγορηματικός, αυτή ήταν η ρήτρα του: “Θα φτιάξεις κορμί για να πάρεις τον ρόλο”» λέει καπνίζοντας τα στριφτά του τσιγάρα με τα μπορντό (ή μήπως καφετί;) βαμμένα νύχια του. Ωστόσο, παρά τη σκληρή προειδοποίηση, ο Ρήγος δεν σκόπευε να αναζητήσει αλλού τον πρωταγωνιστή του. «Θεωρεί ότι μόνο εγώ μπορώ να το κάνω αυτό στην Ελλάδα, δεν είναι πολύ γλυκό αυτό; Ξέρει πως, αν πω ότι θα κάνω κάτι, θα το προσπαθήσω πάρα πολύ και έχω μεγάλες πιθανότητες να το καταφέρω γιατί είμαι πεισματάρης. Γενικότερα μου έδειξε εμπιστοσύνη και το εκτιμώ πολύ και τον ευχαριστώ. Γιατί είναι σε ένα θέατρο που θεωρείται “εμπορικό” (αν και προσωπικά διαφωνώ με τους διαχωρισμούς), αλλά δεν πήρε ένα πρόσωπο που “θα τα φέρει”, κάποιον που είναι στα τηλεοπτικά πράγματα. Ηταν ένα μεγάλο ρίσκο. Επιπλέον, είναι πολύ δύσκολο να μπεις σε αυτόν τον ρόλο και ο Ρήγος με βοήθησε γιατί με συμμάζευε όποτε χρειαζόταν ή μου “άνοιγε” την ερμηνεία όταν ήταν “κλειστή”».

Ο Ασπιώτης αναφέρεται διαρκώς σε όλους τους συνεργάτες του στην παράσταση, νιώθει χρέος του να πει όλα τα ονόματα των συντελεστών. Ωστόσο, πέρα από την αναμφίβολη συμβολή των υπολοίπων, το σύμπαν από το οποίο έπρεπε να αντλήσει στοιχεία για τον ρόλο ήταν αυστηρά προσωπικό. «Δεν ήθελα να επαναλάβω αυτό που έκανε ο Τιμ Κάρεϊ ούτε ήθελα να κάνω μια μίμηση σαν το “Your face sounds familiar”. Ηθελα να υποδυθώ έναν ρόλο. Ξεκίνησα από το χαρτί, από το κείμενο που μετέφρασε η Σήλια Γεωργιάδη, και άντλησα από το θησαυροφυλάκιο των εμπειριών μου. Για παράδειγμα, έχω μια ροπή προς τη μελαγχολία ως άνθρωπος, ενώ αυτός ο χαρακτήρας είναι ένας υπέρλαμπρος αστέρας που δεν αφήνει ποτέ να φανεί η θλίψη του. Διασκεδάζει, απολαμβάνει τη ζωή ώσπου να φανεί στο τέλος η ρωγμή στο τέλειο κέλυφος. Γιατί ο απόλυτος σταρ έχει μια απόλυτη μοναξιά». Προσπάθησε λοιπόν να μπει στο πετσί αυτού του σταρ, να καταφέρει να γυρίζουν τα κεφάλια όπου μπαίνει, όπερ και εγένετο, αν κρίνει κανείς από την είσοδό του στο καφέ όπου είχαμε ραντεβού. «Ηθελα να βλέπω αυτό που φαντάζομαι κάθε βράδυ στην παράσταση: το Γουέμπλεϊ γεμάτο. Αρχισα να παρατηρώ τη συμπεριφορά αστέρων της ροκ και της ποπ. Ξεκίνησα από τον Φρέντι Μέρκιουρι, φαντάζομαι ότι και ο δημιουργός του μιούζικαλ Ρίτσαρντ Ο’ Μπράιεν αλλά και ο Τιμ Κάρεϊ πάτησαν αρκετά πάνω του για να δημιουργήσουν τον ρόλο. Επρεπε όμως να βρούμε τι είναι αυτό που και το σημερινό κοινό θα αναγνώριζε. Είδα Μπιγιονσέ, Lady Gaga, Μάικλ Τζάκσον. Παρατήρησα τα στοιχεία της περφόρμανς τους και προσπάθησα να καταλάβω τι μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος που το κάνει αυτό. Επρεπε να συνθέσω και να μεταφέρω το star quality χωρίς να είναι ορατή η “κατασκευή”».

Και να φανταστεί κανείς ότι όταν ήταν μικρός ήθελε να γίνει ζωγράφος. Δεν προσπάθησε όμως να κάνει την κλίση του επάγγελμα. «Ζωγραφίζω από ρεαλιστικές νεκρές φύσεις μέχρι ολόκληρο κόμικ. Είμαι πολύ καλός, το λέω μετά βεβαιότητας, γιατί δεν εκθέτω. Ηταν πάντα πολύ προσωπική υπόθεση η ζωγραφική. Είναι κάτι που κρατάω για μένα και για τους φίλους μου». Θεσσαλονικιός, γεννημένος το 1982, προτίμησε να φοιτήσει στο ΚΘΒΕ. «Η υποκριτική ήταν μια ανάγκη επικοινωνίας με έναν τρόπο πιο άμεσο, πιο ζωντανό. Αυτή είναι η μαγεία της» θα πει. Αυτόν τον καιρό επαναλαμβάνεται το «Αρμαντέιλ» του, ένα φιλόδοξο ανέβασμα του μυθιστορήματος του Γουίλκι Κόλινς που άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις όταν πρωτοπαρουσιάστηκε την περασμένη άνοιξη και στο οποίο κρατάει και έναν άλλον ρόλο. Τη σκηνοθεσία τουλάχιστον δεν την κράτησε για τον εαυτό του.

* «Rocky Horror Show» στο Rex έως τις 21/12

**«Αρμαντέιλ» στο Rex από 21/12 (κάθε Κυριακή στις 14.00)

***Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑmen Δεκεμβρίου 2014

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk