• Αναζήτηση
  • Μαρία Μήτσορα: «Δεν μπορείς να μένεις στα ίδια»

    «Σκοτεινή», «under-ground φιγούρα». Τίποτε δεν θυμίζει τους χαρακτηρισμούς που καταδιώκουν τη Μαρία Μήτσορα

    Μαρία Μήτσορα
    Από τη μέση και κάτω

    Εκδόσεις Πατάκη, 2014,
    σελ. 133, τιμή 8,50 ευρώ

    «Σκοτεινή», «under-ground φιγούρα». Τίποτε δεν θυμίζει τους χαρακτηρισμούς που καταδιώκουν τη Μαρία Μήτσορα, όταν μπαίνεις στο σπίτι της και τη συναντάς αυτοπροσώπως. Στο πολύχρωμο, ιδιαίτερα φροντισμένο διαμέρισμά της, στην προσεγμένη αλλά ανεπιτήδευτη (και καθόλου «χύμα») εμφάνισή της, στην αμεσότητα των κινήσεων και της συμπεριφοράς της. Μια ωραία γυναίκα που καπνίζει ασταμάτητα αλλά δεν έχει τη βραχνάδα του καπνιστή. Μια ανεξάρτητη ψυχή που έσπασε πολλά καλούπια στη ζωή της αλλά δεν ξεπέρασε ποτέ τη φοβία της για τα ασανσέρ και τα αεροπλάνα. Ούτε το νέο της βιβλίο, «Από τη μέση και κάτω» (εκδόσεις Πατάκη), έχει το περιεχόμενο που υπαινίσσεται ο τίτλος του. «Νομίζω ότι αν κάνεις google τον τίτλο στο Internet θα σου βγει ή κάτι σε πορνό ή κάτι για τους πόνους από τη μέση και κάτω» θα πει. Είναι απλώς ο τίτλος του δεύτερου από τα 15 διηγήματα της συλλογής όπου πρωταγωνιστούν (αντι)ήρωες οι οποίοι «καμιά φορά τραβάνε την ουρά του κέρβερου».

    Τι σας ελκύει στο αγαπημένο δίπολο της λογοτεχνίας «έρωτας-θάνατος»;
    «Είναι κάτι προσωπικό. Οταν ήμουν μικρή, έβλεπα το τέλος από την αρχή. Χρειάστηκε να μεγαλώσω πολύ για να σταματήσω να βλέπω τον θάνατο των πραγμάτων. Και στους έρωτες πάντα το τέλος έβλεπα, είχα μια αίσθηση αποχωρισμού. Τώρα, στη λογοτεχνία αναπόφευκτα σχεδόν πάντα καταπιάνεσαι με ακραίες καταστάσεις, κάτι «μεγάλο» όπως ο έρωτας ή ο θάνατος».
    H γραφή σας μοιάζει «πυρετική», σαν να υπακούει σε μια τυφλή παρόρμηση. Ωστόσο έχω την αίσθηση ότι τίποτε δεν είναι αφημένο στην τύχη.
    «Οι στιγμές που γράφω είναι πυρετικές. Δεν γράφω κάθε μέρα από λίγο, όπως κάνουν πολλοί συγγραφείς. Πρέπει να υπάρχει ένα ξέσπασμα που θα με κινητοποιήσει και θα μου δώσει μια φόρα. Επανέρχομαι όμως στο κείμενο – και αυτό είναι το κομμάτι που μου αρέσει περισσότερο. Το διαβάζω πολλές φορές δυνατά, βρίσκω τον ρυθμό του. Ακόμη και για τα δημοσιευμένα κείμενα κρατάω σημειώσεις και αναρωτιέμαι μήπως είναι καλύτερα να χρησιμοποιήσω μια μετοχή εδώ, να κόψω ένα επίθετο εκεί. Το παιδεύω πολύ. Τώρα θα μου πεις γιατί να με απασχολεί τόσο πολύ η γλώσσα τη στιγμή που οι περισσότεροι γράφουν πολύ πιο πρόχειρα».
    Γιατί;
    «Νομίζω ότι είναι πιο ωραία αυτή η γλώσσα. Μου αρέσει πάρα πολύ η διαδικασία που την καθιστά πιο όμορφη και νομίζω ότι έχει εκλείψει γενικά. Ετσι αντιλαμβάνομαι τη λογοτεχνία: ως την τέχνη του λόγου. Είναι σαν κάτι παλιά κοσμήματα που μπορεί να ήταν από κασσίτερο αλλά όταν τα γύριζες από την πίσω πλευρά ήταν σαν δαντέλα. Δεν τα φτιάχνει κανείς πια. Δεν θέλω όμως αυτή η δουλεμένη γλώσσα να λειτουργεί εις βάρος των διηγημάτων».
    Οταν διαβάζετε τα κείμενά σας ξανά, από πού βρίσκετε ότι είναι επηρεασμένα;
    «Θα έλεγα ότι μου φέρνουν στο μυαλό τη Ναστάζια Φιλίποβνα να συναντά τον «Ξένο» του Αλμπέρ Καμί».
    Γράφετε αυτά που θέλετε ή αυτά που μπορείτε;
    «Βασικά γράφω αυτό που μου αρέσει. Μπορώ να γράψω και πολύ πιο «συμβατικά». Στο πρώτο βιβλίο μου είχα γράψει ένα διήγημα για την κηδεία του πατέρα μου, το «Ποσοστό συμμετοχής», με «απλό» τρόπο. Οταν κάποιος μού έλεγε «ξέρεις, εκείνο είναι το διήγημα που μου αρέσει περισσότερο», καταλάβαινα ότι δεν του αρέσει όπως γράφω. Οχι ότι με πειράζουν οι αρνητικές κριτικές, από αυτές μαθαίνεις. Το να σου λένε όλοι «μπράβο, τι καταπληκτικό!» επειδή βαριούνται να σου πουν την αλήθεια δεν έχει κανένα νόημα».
    Πάντως έχω την αίσθηση ότι δεν αποζητάτε την προσοχή, μολονότι στη ζωή σας έχετε επιδιώξει να τραβήξετε το ενδιαφέρον.
    «Δεν είμαι ιδιαίτερα μοναχικός άνθρωπος και δίνω μεγάλη σημασία στη φιλία αλλά δεν με ενδιαφέρει και τόσο πόσο με αποδέχονται ή πόσο με παραδέχονται οι άλλοι. Από την αρχή δεν μου άρεσε που ασχολούνταν μαζί μου επειδή με θεωρούσαν την «ιέρεια του underground». Είναι κουραστικές οι ταμπέλες. Θυμάμαι με είχε πάρει ένας δημοσιογράφος από «Το Βήμα» (ο οποίος μετά έγινε και υπουργός) για να του δώσω συνέντευξη για το «περιθώριο» με αφορμή την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου. Εγώ είχα μεγαλώσει με τον πατέρα μου να διαβάζει «Βήμα» και «Νέα» αλλά για να τον αποτρέψω του λέω: «Ωραία, να την αγοράσω την εφημερίδα, να δω πώς είναι και θα σας απαντήσω». Δεν με ξαναπήρε ποτέ».

    Ούτως ή άλλως δεν δίνατε ποτέ συνεντεύξεις. Γιατί;
    «Μέχρι τα 60 είχα δώσει μόνο μία. Ενας από τους λόγους ήταν ότι το πρώτο μου βιβλίο το είχαν διαφημίσει με μια φωτογραφία – την οποία είχα διαλέξει εγώ και τη χρησιμοποιήσαμε όπως έκαναν ήδη τότε στη Γαλλία. Ημουν νόστιμη, και άρχισαν να με κριτικάρουν, να λένε ότι πάω να σπρώξω το βιβλίο μέσω της εμφάνισης. Αυτό με νευρίασε πολύ, γιατί το γράψιμο με ενδιέφερε. Ημουν εκκεντρική, μου άρεσε να φοράω παράξενα ρούχα, αλλά αυτό ήταν ένα άλλο κεφάλαιο».
    Το «περιθώριο» στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 ήταν περισσότερο συνδεδεμένο με μια αισθητική επανάσταση. Ποιο ήταν το όφελός της;
    «Δεν υπάρχει αισθητική χωρίς ηθική και ηθική χωρίς αισθητική. Εκείνη την εποχή δεν μπορούσες να νοικιάσεις σπίτι με έναν «φίλο». Είχα πάει σε έναν γνωστό εφοπλιστή για να νοικιάσω ένα σπίτι, ήμουν μάλιστα μαζί με τη μητέρα μου και όταν του μίλησα για τον «φίλο» μου δεν μου το νοίκιασε. Αλλοι όμως το έκαναν. Και μετά άρχισε σιγά-σιγά να γίνεται δεκτό. Δεν κρίνω αν είναι για καλό αυτό. Είναι μια φυσική ροή πραγμάτων. Ακόμη και τη σεξουαλική επανάσταση αμφισβητώ. Οσο ήταν τα πράγματα πιο κρυφά μπορεί να υπήρχε περισσότερο πάθος. Οταν έγιναν όλα αποδεκτά, μπορεί να έγιναν πιο αδιάφορα και να άρχισε η κυριαρχία του θανάτου στον πλανήτη, και όχι του «έρωτος» – με τη φροϋδική έννοια».

    Πολιτικοποιημένη υπήρξατε;
    «Για μένα δεν υπάρχει το «απολιτίκ». Πριν από την εποχή του ελληνικού underground, του ροκ και της σεξουαλικής επανάστασης είχα φλερτάρει πολύ με την Αριστερά και αν είχε προχωρήσει η σχέση σίγουρα θα είχα βρεθεί στη Μακρόνησο με τη χούντα. Και τότε, όπως και σήμερα, είχα την αίσθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Βλέπεις αυτό το σπίτι που μένω με τη φροντίδα για το ντεκόρ, όμως ευχαρίστως θα έμενα σε ένα σπίτι με ένα κρεβάτι, δυο καρέκλες, αν όλοι όμως έμεναν σε ένα αντίστοιχο δωμάτιο και υπήρχε έξω μια δημιουργική ατμόσφαιρα».
    Πώς και δεν επανήλθε το «φλερτ»;
    «Νομίζω ότι όσο περνούν τα χρόνια δεν μας πείθει κανένας. Θυμάμαι τον γερμανό κοινωνιολόγο Βέμπερ, που έκανε τον διαχωρισμό ανάμεσα στην πολιτική σαν κάλεσμα και στην πολιτική σαν επάγγελμα. Δεν με ενέπνευσε κάποιος. Τότε θυμάμαι οι σκληροπυρηνικοί αριστεροί δεν είχαν καν αποκηρύξει τον Στάλιν. Για μένα η δυσκολία εξόδου από τη Σοβιετική Ενωση ήταν άκρως αποτρεπτική. Σήμερα δεν υπάρχει κάποιος που μπορούμε να τον εμπιστευθούμε για να μας οδηγήσει σε μια καλύτερη κατάσταση. Εχω βαρεθεί να ψηφίζω με τη λογική του «μη χείρον βέλτιστον» ή με το λογική «ας υπάρχει μια ισχυρή αντιπολίτευση»».
    Το «περιθώριο» το αφήσατε τελικά πίσω σας;
    «Εκ των πραγμάτων τα πράγματα μένουν πίσω. Δεν μπορείς να μείνεις στο ίδιο πράγμα, πρέπει να είσαι πολύ στόκος».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk