Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πυρηνικής Έρευνας, περισσότερο γνωστό ως CERN, γιορτάζει τα 60 χρόνια από την ίδρυσή του τη Δευτέρα, λίγες μέρες μετά την απονομή ενός ακόμα Παγκόσμιου Ρεκόρ Guinness, του τέταρτου στην ιστορία του.

Το βραβείο

Εκπρόσωποι του οργανισμού Guinness World Records επισκέφθηκαν πρόσφατα το εργαστήριο και απένειμαν το βραβείο για «την πρώτη απόδειξη της ύπαρξης ενός μποζονίου Χιγκς» -του διάσημου πια σωματιδίου που αποτελεί μέρος του μηχανισμού μέσω του οποίου η ύλη αποκτά τη μάζα τους. Το βραβείο απονεμήθηκε από κοινού στους ερευνητές των ανιχνευτών ATLAS και CMS που επέτρεψαν την ανακάλυψη, η οποία βραβεύτηκε εξάλλου με το Νόμπελ Φυσικής 2013.

Ο Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων (LHC) του CERN έχει εξασφαλίσει στο ίδρυμα τρία ακόμα ρεκόρ Guinness: για το μεγαλύτερο επιστημονικό όργανο του κόσμου, για τον ισχυρότερο επιταχυντή σωματιδίων και την υψηλότερη θερμοκρασία που έχει πετύχει ποτέ ο άνθρωπος.


Τα πιστοποιητικά των τεσσάρων βραβείων Guinness στα κεντρικά γραφεία του CERN (Πηγή:
Achintya Rao/CERN)

Βιογραφία

Το CERN γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1954, όταν η συνθήκη σύστασής του υπογράφηκε από τα 12 πρώτα ιδρυτικά μέλη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.

Το παγκοσμίου φήμης εργαστήριο δημιουργήθηκε λίγα χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αποτέλεσε μία πρωτοβουλία για να αποκατασταθεί το ρήγμα που είχε διχάσει την Ευρώπη. Μεταξύ των επιστημόνων που είχαν την φιλόδοξη ιδέα της δημιουργίας του, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’40, βρίσκονταν κορυφαίοι φυσικοί και νομπελίστες όπως ο Νιλς Μπορ και ο Λουί ντε Μπρολί. Η αρχή είχε ήδη γίνει τον Ιούλιο 1946, όταν, έπειτα από πρόσκληση της Φυσικής Εταιρείας του Λονδίνο, φυσικοί από πολλές Δυτικές χώρες συναντήθηκαν στο ιστορικό εργαστήριο Κάβεντις του Πανεπιστημίου Κέμπριτζ για τη «Διεθνή Συνδιάσκεψη για τα Θεμελιώδη Σωματίδια και τις Χαμηλές Θερμοκρασίες».

Εξαρχής το CERN θεωρήθηκε η ιδανική ευκαιρία για να δημιουργηθεί ένα διεθνές επιστημονικό εργαστήριο θεμελιώδους έρευνας στη φυσική, το οποίο θα έφερνε ξανά κοντά μέσω της επιστημονικής συνεργασίας τις χώρες που πριν λίγα μόλις χρόνια βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση, μεταξύ τους. Το Βέλγιο, η Γαλλία, η Δανία, η (δυτική) Γερμανία, η Ιταλία, η Βρετανία, η Ολλανδία, η Νορβηγία, η Σουηδία, η Ελβετία, η Γιουγκοσλαβία και η Ελλάδα αποτέλεσαν τον αρχικό πυρήνα.
Σήμερα πια το CERN έχει 21 χώρες-μέλη και περίπου άλλες 40 που συμμετέχουν ως παρατηρήτριες ή συνεργαζόμενες στο ερευνητικό πρόγραμμά του (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Ινδία κ.α.). Πάνω από 10.000 άνθρωποι από όλο τον κόσμο, προερχόμενοι από σχεδόν 100 χώρες, εργάζονται ή επισκέπτονται τακτικά το CERN, το οποίο αποτελεί πλέον ένα από τα πιο διεθνιστικά περιβάλλοντα εργασίας στη Γη.

Τα επιτεύγματα

Στις μεγάλες ανακαλύψεις του CERN περιλαμβάνεται η ανακάλυψη των μποζονίων W και Ζ το 1983, η δημιουργία του Παγκόσμιου Ιστού (Worldwide Web) από τον ερευνητή Τιμ Μπέρνερς Λι το 1989, η επιβεβαίωση του Καθιερωμένου Προτύπου της Σωματιδιακής Φυσικής, χάρη στις έρευνες στον προηγούμενο μικρότερο επιταχυντή (LEP) και, το 2012, η ανακάλυψη του μποζονίου Χιγκς από τον νέο πολύ μεγαλύτερο επιταχυντή αδρονίων (LHC), που έχει μήκος 27 χιλιομέτρων και βρίσκεται κάτω από τα γαλλοελβετικά σύνορα, κοντά στη Γενεύη.

Τον Φεβρουάριο του 2013 ο επιταχυντής έκλεισε για προγραμματισμένη και εκτεταμένη τεχνική συντήρηση και αναβάθμιση, κόστους 124 εκατ. ευρώ. Το θα τεθεί σε πλήρη λειτουργία εντός του 2015, φθάνοντας πλέον στο μέγιστο επίπεδο ενέργειας στις συγκρούσεις υποατομικών σωματιδίων (στα 13 Tev από 7 Tev προτού κλείσει).