• Αναζήτηση
  • Ρομέν Σλοκόμπ: Πώς μπορείς να σκοτώσεις αυτό που αγαπάς…

    «Μισώ την ιδέα των υψηλών ιδανικών, κι αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στο να προδώσω την πατρίδα μου ή να προδώσω τον φίλο μου, ελπίζω να ‘χα τα κότσια να προδώσω την πατρίδα μου».

    Romain Slocombe
    Κύριε Διοικητά
    Μετάφραση Εφη Κορομηλά
    Εκδόσεις Πόλις, 2014,
    σελ. 295, τιμή 15 ευρώ

    «Μισώ την ιδέα των υψηλών ιδανικών, κι αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στο να προδώσω την πατρίδα μου ή να προδώσω τον φίλο μου, ελπίζω να ‘χα τα κότσια να προδώσω την πατρίδα μου». Ο ήρωας του 61χρονου γάλλου συγγραφέα Ρομέν Σλοκόμπ στο βιβλίο του «Κύριε Διοικητά» (εκδόσεις Πόλις), μολονότι ταλαντεύεται ελαφρώς, δεν συντάσσεται τελικά με το βαθιά ανθρωπιστικό πιστεύω του Ε. Μ. Φόρστερ. Ο Πολ-Ζαν Ισόν είναι συγγραφέας και αρθρογράφος, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, ένας καθ’ όλα διανοούμενος, αλλά και καλός καθολικός, σωστός πατριώτης, ανάπηρος του Μεγάλου Πολέμου. Θερμός υποστηρικτής του Πετέν και της κατοχικής κυβέρνησης του Βισί, ξοδεύει τόνους μελάνη σε αντισημιτικά κείμενα πιστεύοντας ότι συνεισφέρει στην εξυγίανση της «μολυσμένης» πατρίδας του. Σε μια επιστολή του προς την τοπική Κομαντατούρ εξιστορεί πώς ερωτεύτηκε την εβραία γυναίκα του γιου του και ξετυλίγει το κουβάρι της σκέψης και των πεποιθήσεών του που δεν του επέτρεψαν τελικά να «πει το μεγάλο Οχι». Ο Ρομέν Σλοκόμπ, θες επειδή είναι εικονογράφος και φωτογράφος εκτός από συγγραφέας σκοτεινών νουάρ μυθιστορημάτων, στήνει έναν ιδιαίτερα γλαφυρό κόσμο που σε κάνει δέσμιό του από την πρώτη σελίδα.


    Γιατί επιλέξατε τη μορφή του επιστολογραφικού μυθιστορήματος;
    «Δεν το επέλεξα, μου ανατέθηκε από τον εκδοτικό οίκο NiL να γράψω μια ιστορία για μια συλλογή βιβλίων επιστολογραφικής πεζογραφίας. Ηθελα να γράψω για τους Εβραίους που απειλούνταν με απέλαση κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής και του καθεστώτος Βισί. Αναρωτήθηκα τι είδους γράμμα θα μπορούσε να είχε γραφτεί εκείνη την εποχή. Και μετά συνειδητοποίησα ότι η πιο συχνή μορφή επιστολής στη Γαλλία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν καταγγελτικής μορφής! Διάβασα μάλιστα κάπου ότι μετά την απελευθέρωση τρία εκατομμύρια επιστολές κατάδοσης βρέθηκαν στα γραφεία της Γκεστάπο… άλλοι λένε ότι ο αριθμός τους ανερχόταν στα επτά εκατομμύρια!».
    Το ενδιαφέρον σας για τη συγκεκριμένη εποχή πηγάζει και από το γεγονός ότι η μητέρα σας ήταν Εβραία, οπότε ενδεχομένως είχε εμπειρίες παρόμοιες με εκείνες της ηρωίδας σας;
    «Παλιά είχα ακούσει για την τραγική ιστορία ενός Γάλλου ο οποίος κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε καταδώσει την εβραία φίλη του γιου του με αποτέλεσμα να πεθάνει τόσο το κορίτσι όσο και ο νεαρός, μια και κατατάχθηκε στον στρατό στο τέλος του πολέμου προκειμένου να την ψάξει στη Γερμανία και στην Πολωνία και στην πορεία σκοτώθηκε. Οφείλω βέβαια να πω πως όταν ανακάλυψα ότι η μητέρα μου ήταν Εβραία (η μητέρα της είχε έρθει από την Κριμαία στο Λονδίνο το 1910) και ότι είχε κρύψει την αλήθεια από τους γονείς του συζύγου της οξύνθηκε το ενδιαφέρον μου για τις απελάσεις των Εβραίων από τη Γαλλία αλλά και για τη συνεργασία των Γάλλων με τους ναζί. Αρχισα επίσης να αναρωτιέμαι τι θα συνέβαινε, εν έτει 1940, αν ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Γάλλων, με ελαφρώς αντισημιτικά αισθήματα (όπως κατέληξα ότι διέθεταν οι παππούδες μου διαβάζοντας ορισμένες παλιές επιστολές τους) ανακάλυπτε πως η νύφη τους ήταν Εβραία».
    Οι επιστολές κατάδοσης γράφονταν και από επιφανείς πολίτες, όπως ο ήρωάς σας στο βιβλίο και ο γνωστός και μη εξαιρετέος Σελίν στην πραγματική ζωή. Πιστεύετε ότι η λογοτεχνική αξία ενός βιβλίου υπονομεύεται από το ήθος του χαρακτήρα του συγγραφέα του ή είναι και θα έπρεπε να παραμένει αυτόνομη;
    «Εχω κάνει πολλές φορές στον εαυτό μου αυτή την ερώτηση, ιδίως στην περίπτωση του Σελίν, ο οποίος κατέδιδε κόσμο στις συζητήσεις του με τους Γερμανούς. Εχω διαβάσει μόνο αποσπάσματα από τα βιβλία του και πρέπει να ομολογήσω ότι βρίσκω το ύφος του ευφυές αλλά εκνευριστικό. Πάντα μοιάζει να παίρνει τη θέση του «οργισμένου, κυνικού, μεμψίμοιρου» Γάλλου, ακριβώς το είδος που εκφράζει ισοπεδωτικές απόψεις στις μπάρες των καφέ στα λαϊκά προάστια της πόλης. Δεδομένου όμως ότι ήταν ένας άνθρωπος με παιδεία και διέθετε ευφυΐα, βρίσκω ότι αυτή η στάση ήταν ελαφρώς επιτηδευμένη. Από την άλλη, τα βιβλία του αποπνέουν μια ζοφερή, νιχιλιστική ατμόσφαιρα που τα καθιστά αξέχαστα. Νιώθεις το τραύμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου να πυορροεί και τον επόμενο πόλεμο να ελλοχεύει πίσω από τη σκοτεινή περίοδο των αντικρουόμενων ιδεολογιών. Τελικά δεν μπορώ να μη σεβαστώ τον συγγραφέα, αν και απεχθάνομαι τον άνθρωπο».
    Απ’ ό,τι φαίνεται και στο βιβλίο το χάσμα ανάμεσα στον ηθικό και στον πνευματικό κόσμο του ιδίου ατόμου μπορεί να είναι αγεφύρωτη και εν τέλει επικίνδυνη. Η σιωπή των διανοουμένων, για την οποία πολλά λέγονται σήμερα, δεν είναι απαραίτητα καταστροφική.
    «Στο τελευταίο μου βιβλίο γράφω για τους γάλλους διανοουμένους οι οποίοι υποστήριξαν τη Ρωσία του Στάλιν. Ο Λουί Αραγκόν, ο Ρομέν Ρολάν, ο Αντρέ Μαλρό, ορισμένοι εκ των οποίων χειραγωγούνταν από τις σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες. Προσωπικά, όταν ήμουν φοιτητής, πίστευα αφελώς στην κομμουνιστική Κίνα του Μάο Τσε Τουνγκ. Σήμερα, αντικρίζοντας την πραγματικότητα πίσω από τον «κομμουνιστικό παράδεισο» κατέληξα να πιστεύω ότι σε πολλές περιπτώσεις εμείς οι «διανοούμενοι» θα πρέπει να κρατάμε το στόμα μας κλειστό. Βέβαια, η παρούσα κατάσταση στην Ευρώπη επιβάλλει την ενεργητική διαμαρτυρία ενάντια στη νέα δικτατορία των διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, η οποία απειλεί να καταστρέψει ολοσχερώς τις οικονομίες σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ισπανία, η Γαλλία κτλ.».
    Αλήθεια, τι απέγινε αυτό το έντονο κύμα αντισημιτισμού που περιγράφετε στο βιβλίο μετά τον πόλεμο;
    «Ο αντισημιτισμός ήταν πολύ συχνό φαινόμενο στη Γαλλία ανάμεσα στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Μετά το 1945 το σοκ από την αποκάλυψη των στρατοπέδων συγκέντρωσης σίγουρα μείωσε την έντασή του. Υπάρχει πάντα όμως αυτό το ακατέργαστο υπόβαθρο το οποίο βγαίνει στην επιφάνεια με απρόσμενους τρόπους. Παράδειγμα: η υποστήριξη μιας θρησκευτικής οργάνωσης όπως είναι η Χαμάς από την παραδοσιακά αθεϊστική γαλλική Ακροαριστερά. Τον καιρό που διαδραματίζεται η ιστορία στο βιβλίο μου, η γαλλική καθολική bourgeoisie ήταν ενάντια στους Εβραίους, αλλά και στους Αραβες, τους μαύρους και σε κάθε μορφή μετανάστευσης από την Ανατολή και την Αφρική. Σήμερα η γαλλική Δεξιά είναι υπέρ του Ισραήλ αλλά βέβαια εξακολουθεί να είναι εναντίον όλων των υπολοίπων. Αντίθετα, οι γάλλοι Αραβες (ή, πιο σωστά, οι νεαροί Γάλλοι, οι γονείς και οι παππούδες των οποίων μετανάστευσαν από τη Βόρεια Αφρική) έχουν γίνει οι νέοι αντισημίτες εξαιτίας της άδικης πολιτικής του Ισραήλ απέναντι στην Παλαιστίνη».
    Το βιβλίο είναι και μια ιστορία για ένα έντονο, παράνομο πάθος το οποίο καταλήγει με τον αφανισμό της αγαπημένης. Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στους ανθρώπους που «σκοτώνουν ό,τι αγαπούν»;
    «Συχνά με ρωτούν πώς μπόρεσα να βάλω τον εαυτό μου στη θέση του ήρωά μου, μια και πολλοί τον θεωρούν έναν από τους πιο αποκρουστικούς λογοτεχνικούς χαρακτήρες. Σκοπός μου ήταν να ασκήσω έντονη κριτική στον πετενισμό, συγγενή του φρανκισμού στην Ισπανία. Ο συντηρητισμός της λαϊκής Δεξιάς είναι πάντα ο ίδιος: φόβος για τον άλλο, τον άγνωστο, τον ξένο, φόβος για τη ζωή. Ο ήρωάς μου φέρει αυτά τα γνωρίσματα αλλά είναι επίσης ένας εραστής, ένας άνδρας περήφανος για τις κατακτήσεις του. Τον έφερα λοιπόν ενώπιον της μεγαλύτερης αντίφασης για έναν άνθρωπο του είδους του: να ερωτευτεί μια νεαρή γυναίκα, μέλος της φυλής που μισεί όσο τίποτε άλλο. Δεν δυσκολεύτηκα να έρθω στη θέση του. Ως άλλος ηθοποιός που χαίρεται να παίζει τον ρόλο του κακού (είναι πάντα πιο εύκολος από εκείνον του καλού ανθρώπου), ακολούθησα τον μίτο της σκέψης του ως το πικρό τέλος. Κατέληξα να μην τον αντιπαθώ αλλά να τον λυπάμαι. Υπάρχει μεγάλη γοητεία στις αντιφάσεις. Κανείς δεν είναι όσο αγνός, απλός ή όσο λογικός διατείνεται ότι είναι. Και ποια μεγαλύτερη αντίφαση από το να σκοτώνεις αυτό που αγαπάς;».
    Γιατί θεωρήσατε αναγκαίο να περιγράψετε με τόσες λεπτομέρειες τη σκηνή της φρικιαστικής βίας που υφίστανται δύο αντιστασιακοί στα χέρια των δωσίλογων συμπατριωτών τους;
    «Η αλήθεια είναι ότι είχα σοκαριστεί κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου με τις περιγραφές των βασανιστηρίων που διάβασα ότι ελάμβαναν χώρα στην κατεχόμενη Γαλλία. Οι βασανιστές ήταν είτε φανατικοί είτε κοινοί εγκληματίες και στυγνοί σαδιστές. Θεώρησα ότι ήταν απαραίτητο να μεταλαμπαδεύσω αυτή τη γνώση στον σύγχρονο αναγνώστη, μέσα σε τι συνθήκες δηλαδή έδωσαν ορισμένοι από αυτούς τη ζωή τους για ελευθερώσουν τη χώρα τους από τον φασισμό. Το θεώρησα καθήκον μου να δώσω έκταση σε αυτή τη σκηνή για να προκαλέσω δυσφορία στον αναγνώστη (δεν ήταν λίγοι ανάμεσά τους που δεν άντεξαν και προσπέρασαν τις σελίδες). Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα έπαιρναν μια γεύση από τη φρίκη των βασανιστηρίων, τα οποία στην πραγματικότητα ήταν πολύ χειρότερα απ’ ό,τι περιγράφω στο βιβλίο μου».

    Η βία ωστόσο σε πολύ κόσμο προκαλεί γοητεία, μια διαστροφική ηδονή. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό;
    «Είμαστε όλοι ζώα του ανθρώπινου είδους οπότε διατηρούμε κάπου βαθιά μέσα μας (αν και όχι σε απύθμενα βάθη) κάποιο είδος ενδογενούς βαναυσότητας. Η εξέλιξη του ανθρώπινου είδους όμως προϋποθέτει ότι είσαι σε θέση να διαχωρίσεις τη βία που προορίζεται για τον χώρο του φανταστικού από τη βία που εκδηλώνεται στην καθημερινότητα. Η βία, σαδιστική ή μαζοχιστική, είναι συχνά μέρος των σεξουαλικών φαντασιώσεών μας. Οσο περισσότερο μπορείς να δώσεις διέξοδο στα βίαια ή παράδοξα ένστικτά σου μέσα από το σεξουαλικό παιχνίδι – εννοείται χωρίς να βλάπτεις κανέναν και δίχως να καταπατάς την ελευθερία του – τόσο περισσότερο θα μπορείς να ζεις ειρηνικά με τους άλλους ανθρώπους στην καθημερινή ζωή. Οι καλλιτέχνες είναι τυχεροί γιατί έχουν την ικανότητα να μετασχηματίζουν τις φαντασιώσεις τους, σεξουαλικές και μη, σε τέχνη».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk