Αντί στεφάνου

Η πόλη καταπίνει τα έθιμα. Τα αποδυναμώνει. Τα εξαφανίζει. Και αν εκείνα ορισμένες φορές επιμένουν, επανέρχονται για να μας θυμίζουν με τη γοητεία της… ντεμοντέ

Αντί στεφάνου | tovima.gr
Η πόλη καταπίνει τα έθιμα. Τα αποδυναμώνει. Τα εξαφανίζει. Και αν εκείνα ορισμένες φορές επιμένουν, επανέρχονται για να μας θυμίζουν με τη γοητεία της… ντεμοντέ αισθητικής τους ποιοι ήμασταν και τι γίναμε, μοιάζουν παραφωνία μέσα σε μια κοινωνία που θεώρησε ότι ξορκίζοντας το παρελθόν της (με τις παραδόσεις του) εξασφάλισε εισιτήριο για το (επιτυχές-ευτυχές) μέλλον της. Σαν μικρές, πολύχρωμες παραφωνίες στο γκρι της καθημερινής ζωής μας μου φάνηκαν εκείνα τα λίγα, τα ελάχιστα, πρωτομαγιάτικα στεφάνια που μέτρησα στα μπαλκόνια της σκονισμένης Νεάπολης. Κάποια αγορασμένα από ανθοπωλεία, καλοφτιαγμένα, με τα λουλούδια να σχηματίζουν τον τέλειο κύκλο, κατασκευασμένα, θαρρείς, με τη χρήση διαβήτη, στεφάνια της ορθολογιστικής εποχής. Τα άλλα, «χειροποίητα», αυτοσχέδια, με την αναρχία που επικρατεί στα λιβάδια παρούσα, να αλλοιώνει τη στρογγυλάδα του κύκλου, που τη μία πάει να γίνει τρίγωνο, την άλλη τετράγωνο ή κάποιο άλλο πρωτοεμφανιζόμενο στους καταλόγους της γεωμετρίας σχήμα – κυρίως εξαιτίας εκείνης της μαργαρίτας με τον σκληρό μίσχο που αρνείται να σχηματίσει καμπύλη.
Αυτά τα ελαφρώς ατσούμπαλα στεφάνια στάθηκα και περιεργαζόμουν, γιατί μου θύμισαν τα στεφάνια που έφτιαχναν οι δικοί μου όταν ήμουν παιδί, σε έναν δρόμο με μονώροφα σπίτια στο κέντρο της Αθήνας. Ηταν, τότε, ημέρα χαράς η Πρωτομαγιά, με τις βόλτες στα ανθισμένα οικόπεδα, την επιλογή των κατάλληλων λουλουδιών, το πλέξιμό τους και την ανάρτησή τους στην εξώπορτα. Διαδικασία που απαιτούσε επιστημονικές γνώσεις: πρώτα το κατάλληλο κλαδί από το αμπέλι για να σχηματίσουμε τον κύκλο επάνω στον οποίο θα τοποθετούνταν τα άνθη, έπειτα τα άνθη, ένα ένα, ανάλογα με το μέγεθος και με το χρώμα, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι καλαίσθητο και να μη μοιάζει «με την κασίδα της κυρίας Κούλας», της γειτόνισσας. Πιο καλαίσθητο από το στεφάνι της κυρίας Στέλλας, της άλλης γειτόνισσας, που έβαλε – «η ζαβή!» – και γιασεμί στο δικό της στεφάνι. «Δεν της είπε κανείς ότι γιασεμί δεν χρησιμοποιούμε γιατί κατσιάζει γρήγορα;». Ενώ οι μαργαρίτες κρατούσαν περισσότερο. Και τα γαρίφαλα. Τα τριαντάφυλλα μόνο ως μπουμπούκια, αλλιώς μαδούσαν. Πλήθος οι τεχνικές λεπτομέρειες τις οποίες δεν φρόντισα να μάθω. Ετσι τώρα είμαι εντελώς ανίκανος να φτιάξω ένα στεφάνι της προκοπής.
Το προσπάθησα πριν από μερικά χρόνια, με απογοητευτικά αποτελέσματα. Απέσυρα τότε το έθιμο στο ντουλάπι με τις αχρείαστες πλέον παραδόσεις που τηρούσαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου. Ομως, σηκώνοντας το κεφάλι και βλέποντας τα λιγοστά στεφάνια της Νεάπολης τα οποία επέμεναν, σε πείσμα της θλίψης που μου δημιουργεί πλέον το κέντρο της Αθήνας, να γιορτάζουν την άνοιξη που ήρθε (όντως ήρθε;) και στην πόλη, με πλημμύρισαν αναμνήσεις. Είδα το ισόγειο σπίτι με τη μεγάλη αυλή και τα δωμάτια γύρω γύρω, το σπίτι όπου γεννήθηκα. Μύρισα τη λεμονιά του. Εκανα κουτσό στα δίχρωμα πλακάκια του πατώματος. Το χρώμα της εξώπορτας δεν μπόρεσα να το θυμηθώ. Το στεφάνι, όμως, που κρεμούσαμε κάθε Πρωτομαγιά στο χερούλι της νομίζω ότι το θυμήθηκα, κίτρινο και άσπρο ήταν, από μαργαρίτες. Τις οδηγίες κατασκευής μην τις ρωτάτε, είπαμε. Βιαζόμουν να πάω να παίξω και δεν έδινα σημασία όταν μου τις εξηγούσαν. Δεν με ενδιέφερε εξάλλου η διαδικασία, αλλά το τελικό αποτέλεσμα.
Τώρα ούτε διαδικασία, ούτε αποτέλεσμα, ούτε καν ένα μπουκετάκι μαργαρίτες στο μπαλκόνι μου. Τι να το κάνω το στεφάνι όταν λείπω όλη μέρα; Ετσι σκέφτομαι και τα Χριστούγεννα και δεν στολίζω δέντρο. Κακώς; Καλώς ή κακώς, η ζωή μου κυλάει πλέον χωρίς τα ειδικά εφέ της παράδοσης. Ομως, εκεί που νομίζω ότι δεν με αφορούν, κάτι συμβαίνει για να μου υπενθυμίσει ότι η παράδοση που έχω αφήσει πίσω μου είναι τελικά ριζωμένη μέσα μου και επανέρχεται με κάθε ευκαιρία για να με αναστατώσει γλυκά και να με παρηγορήσει. Τότε συνειδητοποιώ τη σημασία της στη ζωή μου.
Και αισθάνομαι πραγματική λύπη για τα νέα παιδιά, που όταν αυτές τις ημέρες σηκώνουν τα μάτια τους προς τα μπαλκόνια της Ιπποκράτους ή όποιου άλλου δρόμου, το μόνο που βλέπουν είναι μερικά στεφάνια με λουλούδια, τα οποία μαραίνονται. Αμφιβάλλω αν γνωρίζουν για ποιον λόγο τα έχουν κρεμάσει εκεί. Εγώ, πάλι, βλέπω δύο χέρια να μαζεύουν λουλούδια, να τα πλέκουν τραγουδώντας, να τα κρεμάνε στην πόρτα μας και μετά να μου χαϊδεύουν το κεφάλι. Και συνεχίζω τον δρόμο μου πιο ανάλαφρος.

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 4 Μαΐου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk