Μια φίλη είχε «σκοντάψει» πριν από χρόνια –πολύ πριν από την Αραβική Ανοιξη και όταν η Αθήνα ήταν ακόμη σκεπασμένη από τον πλαστικοποιημένο πέπλο ευφορίας –σε έναν αιγύπτιο ταξιτζή. Επρόκειτο να πάει από το κέντρο στην Κυψέλη, είχε αφόρητη κίνηση, έπιασαν την κουβέντα και εκείνος έσπευσε να της δώσει, με τα αργόσυρτα ελληνικά του, ταχύρρυθμα (και άκρως προφητικά) μαθήματα ζωής: «Εσάς σας μεγαλώνουν να πιστεύετε ότι η ζωή είναι εύκολη και με την πρώτη αναποδιά που θα βρεθεί στον δρόμο σας δεν μπορείτε να μείνετε όρθιοι, πέφτετε κάτω. Εμείς το αντίθετο. Μεγαλώνουμε ξέροντας ότι η ζωή είναι γεμάτη πόνο και όταν μας έρθει στον δρόμο κάτι καλό, τρέχουμε να κάνουμε γιορτή».
Θυμήθηκα την ιστορία αυτή πριν από λίγες ημέρες, όταν οι «New York Times» δημοσίευσαν ένα άρθρο του «πολυπολιτισμικού» Πίκο Αϊερ (συγγραφέα του βιβλίου «The Man Within My Head») με τίτλο «Τhe Value of Suffering» (η αξία της οδύνης). Μεταξύ άλλων, ο Αϊερ κάνει λόγο για τη συνάντησή του στην Ιαπωνία, όπου ζει, με έναν 90χρονο, εμποτισμένο με τη φιλοσοφία τού ζεν ζωγράφο (κάτι σαν σοφό «γέρο του βουνού»), ο οποίος του εκμυστηρεύτηκε ότι «η οδύνη είναι ένα προνόμιο, σε ωθεί να σκεφτείς μόνο τα ουσιώδη και σε απομακρύνει από την ευκολία σου», μια κρυμμένη ευλογία που σε εξωθεί να αλλάξεις όλα όσα ήξερες, να μεταλλαχθείς σε κάτι άλλο.
Τα ίδια, πάνω-κάτω, λέει, διακήρυττε και ο Κομπαγιάσι Ισα, ένας μετρ του χαϊκού του 18ου αιώνα, ο οποίος βίωσε μια σπαρακτική «ποικιλία» από προσωπικές απώλειες (μεταξύ αυτών, τον θάνατο δύο γιων και μίας κόρης του), για να συνεχίσει ως το τέλος του να γράφει στίχους για την ευγνωμοσύνη του απέναντι στα θέλγητρα της ζωής. Στο άρθρο του ο Αϊερ σε προτρέπει να θυμηθείς κάποιον (πιθανότατα και εσένα τον ίδιο) για τον οποίο γνωρίζεις μετά βεβαιότητας ότι βρέθηκε κάποια στιγμή στα πρόθυρα της κατάθλιψης. Και ξαφνικά «μπαμ!», ένα τρακάρισμα, μια καρδιακή προσβολή και «η καταστροφή επιδρά επάνω του σαν ξυπνητήρι!».
Μάλλον ηχεί αφελές να μιλάει κανείς για μαθήματα ζωής μέσα από την καταστροφή σε μια ηθικά καταποντισμένη κοινωνία, όπως είναι σήμερα η ελληνική, η οποία, ακόμη και σύμφωνα με το πολιτικό και το οικονομικό ρεπορτάζ, για να αντέξει, «έχει πλέον απόλυτη ανάγκη θετικών ειδήσεων και προοπτικής». Σε μια κοινωνία όπου ακόμη και αν αποφασίσεις να ξυπνήσεις το πρωί με θετική ενέργεια και (έστω βεβιασμένο) χαμόγελο, κατά τη διάρκεια της ημέρας θα βομβαρδιστείς από τέτοια σωρεία κακών ειδήσεων (απανωτά πλέον τα ραπίσματα και τα ΦΑΠ), που το βράδυ θα επιστρέψεις με το ηθικό καταβαραθρωμένο, τη ράχη κυρτή και το βλέμμα απλανές. Κάτι σαν το εφετινό «πρωτάκι» της δημόσιας εκπαίδευσης. Πηγαίνει το πρωί στο σχολείο, γεμάτο προσδοκίες και με καινούργια κασετίνα, και επιστρέφει χωρίς βιβλία, χωρίς να ξέρει ποια θα είναι η δασκάλα του, αν θα έχει ολοήμερο, με τους γονείς του καταρρακωμένους και με την προοπτική κυλιόμενων απεργιών.
Και όμως, αν σταθείς λίγο και αφουγκραστείς, κάποιοι εκεί έξω δεν ηττώνται, αλλά παίρνουν τα μαθήματά τους από τις μεγάλες και τις μικρές απώλειες αυτής της κρίσης. Μου μίλησαν, λόγου χάρη, προ ημερών για την περίπτωση μιας γυναίκας η οποία, μπροστά στην προοπτική να μείνει άστεγη, πήρε τον έφηβο γιο της και εγκαταστάθηκε σε ένα παραθαλάσσιο κάμπινγκ στα βόρεια της Αττικής. Χωρίς ηττοπάθεια και μιζέρια, με το κεφάλι ψηλά, συνεχίζει να δουλεύει και να ελπίζει, επαναπροσδιορίζοντας απλώς τα δεδομένα. Ακόμη και η νεοαφιχθείσα μόδα με το «ενοίκιο-χαράτσι» (νοικιάζεις ένα σπίτι και δεν πληρώνεις ενοίκιο, μόνο τα χαράτσια του) είναι ενδεικτική της επινοητικότητας και της δύναμης που μπορεί να εμφυσήσει η καταστροφή.
Ισως τελικά αυτή η κρίση να μην αφήσει πίσω της μόνο ψυχικά προβλήματα, χούφτες Zanax και πετσοκομμμένο προσδόκιμο ζωής. Ο «αδαής» αιγύπτιος ταξιτζής στην Αθήνα και ο σοφός «γέρος του βουνού» στην Ιαπωνία επέλεξαν να θυμούνται αυτό που συχνά επιλέγουμε να ξεχνάμε. Οτι η οδύνη είναι η μόνη βεβαιότητα της ζωής. Αλλά και ότι η δυστυχία δεν είναι απαραίτητα η μόνη αντίδραση.
*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



