Ο νόμιμος και ο συμβατικός χρόνος εργασίας είναι έννοιες που δεν είναι απολύτως ξεκαθαρισμένες στο σύνολο των εργαζομένων, ωστόσο καθορίζουν εν πολλοίς την καθημερινότητά τους. Μάλιστα, το θέμα του 8ώρου και του 40ώρου έρχεται και ξανάρχεται συνεχώς στην επικαιρότητα, όπως και τις προηγούμενες ημέρες, με την ερμηνεία της διάταξης που τροποποιήθηκε από τον υπουργό Εργασίας κ. Ι. Βρούτση στο πολυνομοσχέδιο.
Νόμιμο ωράριο εργασίας: Είναι το ωράριο που καθορίζεται από τον νόμο και αποτελεί την ανώτατη επιτρεπόμενη χρονική διάρκεια απασχόλησης του εργαζομένου. Οι διατάξεις του νόμου ορίζουν το ανώτατο όριο νόμιμης απασχόλησης των εργαζομένων και είναι υποχρεωτικές. Συνεπώς, δεν επιτρέπεται η ατομική συμφωνία μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη να παραβιάζει το νόμιμο ωράριο εργασίας, υπό την έννοια της συνομολόγησης μεγαλύτερου ημερήσιου ή εβδομαδιαίου χρόνου. Μόνο μικρότερα ωράρια μπορούν να εφαρμοστούν και όχι μεγαλύτερα των νομίμων. Η εργασία πέραν των ορίων του νόμιμου ωραρίου θεωρείται και αμείβεται ως υπερωρία. Το νόμιμο ωράριο είναι οκτώ (8) ώρες την ημέρα και σαράντα οκτώ (48) ώρες την εβδομάδα.
Συμβατικός χρόνος εργασίας: Είναι ο χρόνος που καθορίζεται με συμφωνία (ατομική σύμβαση, κανονισμός συμβατικής ισχύος, πρακτική εκμετάλλευσης κ.ά.). Με το συμβατικό ωράριο εξομοιώνεται το ωράριο που θεσπίζεται με συλλογική σύμβαση εργασίας. Ηδη από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του 1984 έχει καθιερωθεί (από 1/1/1984) η εβδομάδα των σαράντα (40) εργάσιμων ωρών. Οταν το συμβατικό ωράριο είναι βραχύτερο του νομίμου, η απασχόληση του εργαζομένου στο χρονικό διάστημα μεταξύ συμβατικού και νόμιμου ωραρίου δεν θεωρείται υπερωριακή απασχόληση αλλά υπερεργασία.
Υπερεργασία: Διακρίνεται σε απλή και σε θεσμοθετημένη (Ν. 3385/2005 και Ν3863/2010). Η απλή είναι η υπέρβαση του ατομικού συμβατικού χρόνου εργασίας ως τις σαράντα (40) ώρες. Η θεσμοθετημένη είναι η υπέρβαση των σαράντα (40) ωρών κατά μία ώρα την ημέρα ως τις σαράντα πέντε (45) ώρες την εβδομάδα –ή μέχρι τις σαράντα οκτώ (48) ώρες για όσους εργάζονται με το εξαήμερο σύστημα απασχόλησης. Τα χαρακτηριστικά της θεσμοθετημένης υπερεργασίας μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: α) Υπολογίζεται κατ’ ανώτατο όριο σε εβδομαδιαία βάση. β) Επιβάλλεται κατά την κρίση του εργοδότη στο πλαίσιο του διευθυντικού δικαιώματος. Βέβαια, όταν πρόκειται για υπερεργασία σε μονιμότερη βάση, απαιτείται συμφωνία του εργαζομένου. γ) Η αμοιβή της περιλαμβάνει προσαύξηση 20%.
Εργασία το Σάββατο: Με την καθιέρωση της εβδομάδας των πέντε εργάσιμων ημερών για πολλές κατηγορίες εργαζομένων, ένα ερώτημα που τίθεται είναι πώς πληρώνεται η απασχόληση ενός εργαζομένου το Σάββατο. Οταν ο εργοδότης απασχολεί έναν εργαζόμενο το Σάββατο, και δεδομένου ότι ο εργαζόμενος εργάζεται πενθήμερο, δεν του καταβάλλει το ημερομίσθιο αυξημένο κατά 75%, όπως εάν εργάζεται Κυριακή ή αργία, αλλά για την πληρωμή της εργασίας του Σαββάτου γίνεται ο εξής υπολογισμός: η εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδας, κατά παράβαση του συστήματος της πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%. Αν η συνολική εβδομαδιαία απασχόληση του εργαζομένου υπερβεί τις 40 ώρες, όχι όμως και τις 45 (ή 48 σε περιπτώσεις όπου ισχύει η εξαήμερη εργασία), θα λάβει πρόσθετη αμοιβή για ώρες υπερεργασίας, αν όμως υπερβεί τις 45 ώρες την εβδομάδα, θα λάβει πρόσθετη αμοιβή για ώρες υπερωρίας.
Αμοιβή νυχτερινής εργασίας: Είναι η εργασία που παρέχεται το χρονικό διάστημα από 22.00 ως 06.00. Η διάρκεια της νυχτερινής εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνει κατά μέσο όρο τις οκτώ (8) ώρες ανά 24ωρο σε περίοδο μίας εβδομάδας και οι εργαζόμενοι αμείβονται με προσαύξηση 25% για όσο χρονικό διάστημα η εργασία τους εμπίπτει στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος απασχολείται υπερωριακά κατά τη νύχτα, τότε η προσαύξηση της υπερωρίας υπολογίζεται επί του ωρομισθίου που έχει προηγουμένως προσαυξηθεί με το 25% της νυχτερινής εργασίας (ωρομίσθιο + 25% + υπερωρία).
Υπερωριακή εργασία είναι η υπέρβαση του ανώτατου ημερήσιου νόμιμου χρόνου εργασίας στον ίδιο εργοδότη. Η απασχόληση πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα για τις επιχειρήσεις που εφαρμόζουν πενθήμερο ή των σαράντα οκτώ (48) την εβδομάδα για τις επιχειρήσεις που εφαρμόζουν εξαήμερο σύστημα εργασίας θεωρείται υπερωριακή απασχόληση. Ο νόμος καθορίζει τη διάρκεια της ημερήσιας υπερωριακής απασχόλησης σε τέσσερις (4) ώρες (συμπεριλαμβανομένης και της υπερεργασίας) και θέτει ως ανώτατο ημερήσιο ωράριο το 12ωρο.
Αμοιβή: Προσαύξηση του καταβαλλόμενου ωρομισθίου κατά 40% για υπερωρίες μέχρι 120 ώρες και κατά 60% για τις επιπλέον των 120 ωρών, όπου αυτή επιτρέπεται. Μη νόμιμη (κατ’ εξαίρεση υπερωρία), σύμφωνα με το νέο νομοθετικό πλαίσιο (άρθρα 1 και 4 Ν. 3385/2005 όπως τροποποιήθηκε στον Ν. 3863/2010), είναι η υπερωρία όταν πραγματοποιείται κατά παράβαση οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους όρους νομιμότητας. Ο εργαζόμενος, για την παράνομη υπερωριακή εργασία, δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 80%.
Η διαφορά είναι ότι στις πρώτες απαγορεύεται η απασχόληση των μισθωτών, ενώ στις δεύτερες αυτό εξαρτάται από την κρίση του εργοδότη
Οι ημέρες υποχρεωτικής αργίας είναι κατά τον νόμο οι εξής: η 25η Μαρτίου, η Δευτέρα του Πάσχα, Η εορτή Κοιμήσεως της Θεοτόκου (η 15η Αυγούστου) και η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού (25η Δεκεμβρίου). Τις ημέρες αυτές απαγορεύεται κάθε βιομηχανική, βιοτεχνική, εμπορική εργασία, επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και η απασχόληση των μισθωτών. Οι ημέρες προαιρετικής αργίας είναι: η 28η Οκτωβρίου, η οποία είναι μια από τις εξαιρέσιμες εορτές του έτους, αλλά έχει τον χαρακτήρα της προαιρετικής αργίας. Και η Πρωτομαγιά, η οποία ωστόσο με απόφαση του υπουργού Εργασίας συνήθως καθορίζεται ως ημέρα υποχρεωτικής αργίας. Η διαφορά μεταξύ υποχρεωτικών και προαιρετικών αργιών είναι ότι στις πρώτες απαγορεύεται η απασχόληση των μισθωτών, ενώ στις δεύτερες αυτό εξαρτάται από την κρίση (βούληση) του εργοδότη.
Αμοιβή υποχρεωτικής αργίας: Αν δεν λειτουργήσει η επιχείρηση, καταβάλλεται στους μισθωτούς που αμείβονται με ημερομίσθιο το συνήθως καταβαλλόμενο ημερομίσθιό τους χωρίς καμία προσαύξηση. Στους μισθωτούς που αμείβονται με μισθό δεν οφείλεται τίποτε πέραν του μηνιαίου μισθού.Οι μισθωτοί που θα απασχοληθούν ημέρα υποχρεωτικής αργίας δικαιούνται να λάβουν, αν αμείβονται με ημερομίσθιο, το συνήθως καταβαλλόμενο ημερομίσθιό τους και προσαύξηση 75%. Αν αμείβονται με μηνιαίο μισθό: α) εφόσον πρόκειται για μισθωτούς επιχειρήσεων που λειτουργούν νομίμως κατά τις Κυριακές, μόνο προσαύξηση 75% που θα υπολογιστεί στο 1/25 του νόμιμου μισθού τους και όχι άλλη αμοιβή, διότι η αμοιβή τους για την απασχόληση κατά την αργία θεωρείται ότι περιλαμβάνεται στον μηνιαίο μισθό τους και β) αν πρόκειται για επιχειρήσεις που αργούν κατά τις Κυριακές και τις ημέρες αργίας, οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό θα λάβουν εκτός από την προσαύξηση 75% στον νόμιμο μισθό και το 1/25 του συνήθως καταβαλλόμενου μισθού τους.
Κατ’ έθιμον αργίες: Είναι όσες έχουν καθιερωθεί, είτε από έθιμο είτε από συλλογική σύμβαση, διαιτητική απόφαση ή διάταγμα, είτε με επιχειρησιακή συνήθεια. Αυτές είναι: Η Πρωτοχρονιά. Τα Θεοφάνια. Η Καθαρά Δευτέρα. Η Μεγάλη Παρασκευή. Η Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος. Η δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων. Και οι μεγάλες τοπικές αργίες.
Αμοιβή των κατ’ έθιμον αργιών: Οι συγκεκριμένες γιορτές δεν περιλαμβάνονται στις εξαιρέσιμες και συνεπώς είναι εργάσιμες ημέρες για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα. Για αυτό τον λόγο επιτρέπεται κατά τις ημέρες αυτές η λειτουργία των ιδιωτικών επιχειρήσεων και η απασχόληση των μισθωτών.Οι μισθωτοί που απασχολούνται κατά τις ημέρες αυτές, εφόσον είναι ημερομίσθιοι θα λάβουν το σύνηθες καταβαλλόμενο ημερομίσθιό τους, χωρίς καμία προσαύξηση, αν δε αμείβονται με μηνιαίο μισθό, δεν θα λάβουν καμιά αμοιβή πέραν του κανονικού μηνιαίου μισθού τους. Για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, αν δεν απασχοληθούν τις ημέρες αυτές, έστω και για λόγους που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά τους, δεν υπάρχει θέμα για την καταβολή του ημερομισθίου τους.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



