Η 16η Ιουλίου του 1950 είναι η αποφράδα ημερομηνία του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου. Εκείνη την ημέρα, στο θρυλικό Μαρακανά του Ρίο η Εθνική Βραζιλίας ηττήθηκε με 2-1 από την Ουρουγουάη και έχασε μέσα από τα χέρια της τον τίτλο του μοναδικού Μουντιάλ που έχει φιλοξενήσει. Κάποιες εφημερίδες είχαν ήδη έτοιμες τους πρώτους τίτλους «Η Βραζιλία παγκόσμια πρωταθλήτρια». Από τότε η Βραζιλία κατέκτησε πέντε Μουντιάλ, αναγορεύθηκε κορυφαία εθνική ομάδα όλων των εποχών, αλλά ο εφιάλτης του 1950 εξακολουθεί να τη στοιχειώνει. Του χρόνου έχει τη μεγάλη ευκαιρία να τον ξορκίσει και να κατακτήσει στην έδρα της το Μουντιάλ.

Ως πρόσφατα όμως και για σχεδόν 10 χρόνια από την κατάκτηση του τελευταίου Παγκοσμίου Κυπέλλου, το 2002 στα γήπεδα της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας,, η Εθνική Βραζιλίας δεν είχε καταφέρει να προκριθεί ούτε στα ημιτελικά του Μουντιάλ, ενώ σταδιακά η αίγλη της είχε αρχίσει να ξεθωριάζει καθώς τα σκήπτρα του παγκοσμίου ποδοσφαίρου είχαν παραδοθεί στους Ισπανούς. Ακριβώς απέναντι στους πάλαι ποτέ «losers» και ως πρόσφατα απόλυτους κυρίαρχους της μπάλας Ισπανούς οι Βραζιλιάνοι φρόντισαν να κάνουν, την περασμένη Κυριακή στον τελικό του Κυπέλλου Συνομοσπονδιών που φιλοξένησαν, την πιο εντυπωσιακή επίδειξη δύναμης και να σηματοδοτήσουν την επιστροφή τους στην ελίτ του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Και όμως πριν από το Κύπελλο Συνομοσπονδιών δεν βρίσκονταν ούτε στην πρώτη 20άδα της παγκόσμιας κατάταξης της FIFA –μόλις 22οι, με την Ελλάδα βρίσκεται στη 16η θέση –ενώ λίγοι θα στοιχημάτιζαν για το εμφατικό 3-0 επί της Ισπανίας που ένιωσε να αμφισβητείται, αν όχι να κλονίζεται, η παντοδυναμία της.

Οι Ρόχας ήταν το τελευταίο «θύμα» μιας σειράς εξαιρετικών εμφανίσεων της Βραζιλίας που ώσπου να φθάσει στον τελικό είχε νικήσει με 3-0 την Ιαπωνία, με 2-0 το Μεξικό, με 4-2 την Ιταλία και στον ημιτελικό με 2-1 την κάτοχο του Κόπα Αμέρικα Ουρουγουάη. Η μεταμόρφωση της Βραζιλίας ήταν ολοφάνερη και έφερε φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του προπονητή κ. Φελίπε Σκολάρι, του ανθρώπου που την είχε οδηγήσει στην κατάκτηση του τελευταίου Παγκοσμίου Κυπέλλου της, το 2002. Η «αλεπού» των πάγκων και μετρ των τουρνουά με νοκ άουτ αγώνες ανέλαβε το τιμόνι των 5 φορές παγκόσμιων πρωταθλητών τον περασμένο Νοέμβριο. Ως το Κύπελλο Συνομοσπονδιών μετρούσε μόλις δύο νίκες σε 7 παιχνίδια και η γκρίνια εις βάρος του στη Βραζιλία είχε ήδη αρχίσει. Ο ξεροκέφαλος «Φελιπάο» όμως δεν άλλαξε το τροπάρι του. Επέμενε στον δικό του δρόμο. Να χτίσει μια ομάδα που θα συνδυάζει τη λάμψη και τη δύναμη, την τεχνική και το πρέσινγκ, τη μαγεία με την τακτική πειθαρχία. Οσα έδειξε και πέτυχε η Βραζιλία στο Κύπελλο Συνομοσπονδιών αποδεικνύουν ότι βρίσκεται στον σωστό δρόμο και έχει βάλει ήδη το όνομά της στη λίστα των φαβορί.
Ο 64χρονος προπονητής κλήθηκε να μεταμορφώσει ένα συγκρότημα άστατο στην απόδοση, με ανισορροπία μεταξύ επιθετικής και αμυντικής λειτουργίας, ατελέσφορο στα μεγάλα ραντεβού (από το 2002 έχει κατακτήσει μόνο ένα Κόπα Αμέρικα το 2007 και το Κύπελλο Συνομοσπονδιών το 2005 και το 2009), χωρίς χαρακτήρα νικητή, σε μια ομάδα ικανή να σταθεί στο ύψος της ιστορικής αποστολής της που είναι, εκτός των άλλων, να λύσει τους (ιστορικούς) λογαριασμούς της Βραζιλίας με το «Μαρακανάζο» του 1950.
Η συνταγή του Σκολάρι περιελάμβανε: α) Την επιλογή σε μια σταθερή 11άδα που άλλαζε μόνο για λόγους ανωτέρας βίας. Τα τελευταία επτά παιχνίδια, πέντε επίσημα και δύο φιλικά, υπήρξε μόνο μία αλλαγή. Στον αγώνα με το Μεξικό αντί του τραυματία αμυντικού χαφ Παουλίνιο αγωνίστηκε ο Ερνάνες. β) Το χτίσιμο της ομάδας γύρω από το μεγαλύτερο ταλέντο που διαθέτει αυτή τη στιγμή η Βραζιλία, τον Νεϊμάρ. Αν και μόλις 21 ετών, το νέο απόκτημα της Μπαρτσελόνα ωρίμασε το τελευταίο διάστημα ως άνθρωπος και ως παίκτης και δικαίωσε την επιλογή του προπονητή του να τον προωθήσει ως νέο ηγέτη της ομάδας. γ) Τέλος, απαλλάσσοντας τη Βραζιλία από τα παλιομοδίτικα συστήματα τύπου 4-2-2 ή το παλιότερο 4-2-2-2 υιοθέτησε το ευρωπαϊκό 4-2-3-1 και επιλέγοντας δύο αμυντικά χαφ εργαλεία (Γκουστάβο, Παουλίνιο) που υποστηρίζουν μια αμυντική τετράδα υψηλής κλάσης και εμπειρίας (Αλβες, Τιάγο Σίλβα, Νταβίντ Λουίζ, Μαρσέλο) δίνει τη δυνατότητα σε μια υπερταλαντούχα τριάδα (Νεϊμάρ, Οσκαρ, Χουλκ) να ξεδιπλώνει την κλάση και να ταλαιπωρεί κάθε αντίπαλη άμυνα. Οσο για τον σέντερ φορ, ο Σκολάρι προτίμησε τον «ξεχασμένο» Φρεντ, έναν παίκτη που χαρακτηρίζεται κυρίως από τη δύναμή του, αλλά έχει και τη δυνατότητα να παίζει ως πίβοτ.
Η Βραζιλία του κ. Σκολάρι, στην οποία περιλαμβάνονται ελάχιστοι παίκτες από το ρόστερ του Μουντιάλ 2010 (Ζούλιο Σέζαρ, Ντάνι Αλβες, Τιάγκο Σίλβα) δεν ενδιαφέρεται για την κατοχή της μπάλας (στο 3-0 επί της Ισπανίας είχε μόλις το 40%) αλλά για να «πνίξει» τον αντίπαλο με ένα αδιάκοπο πρέσινγκ και να βρει τους χώρους και τον χρόνο για να ξεδιπλώσει τις αντεπιθέσεις της. Η νικήτρια του Συνομοσπονδιών καταφέρνει να ισορροπεί θαυμάσια ανάμεσα στην παραδοσιακά βραζιλιάνικη απαράμιλλη τεχνική και στην οργιώδη φαντασία από τη μια πλευρά και στον ευρωπαϊκό ρεαλισμό και στην αμυντική σκληρότητα από την άλλη. Το κυριότερο, μοιάζει να έχει βρει μια νικηφόρα ταυτότητα, ικανή ακόμη και να ανατρέψει την παράδοση που θέλει την κάτοχο του Κυπέλλου Συνομοσπονδιών να μην κατακτά το επόμενο Μουντιάλ. Οι Βραζιλιάνοι όμως μοιάζουν πολύ πεινασμένοι για τον παγκόσμιο τίτλο για να τους εμποδίσουν οι αρνητικές παραδόσεις.

Παίκτης-σημαία
Νεϊμάρ, από ανεύθυνο ταλέντο, ηγέτης

Πριν από περίπου δύο χρόνια, τον Δεκέμβριο του 2011, στο πρώτο του μεγάλο ευρωπαϊκό τεστ, στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου Συλλόγων, ο φερόμενος και ως διάδοχος του Πελέ, Νεϊμάρ είχε απογοητεύσει. Απέναντι στην Μπαρτσελόνα του Μέσι το «λατρεμένο παιδί» των Βραζιλιάνων είχε αποδειχθεί ανήμπορο να δείξει το ταλέντο του και να δώσει τα διαπιστευτήριά του στο παγκόσμιο κοινό. Το εκκωφαντικό 4-0 των Μπλαουγκράνα επί της Σάντος είχε δημιουργήσει κύματα αμφισβήτησης για τη δυνατότητα του Νεϊμάρ να εξελιχθεί σε παγκόσμιο αστέρα. Την περασμένη Κυριακή ο Νεϊμάρ πήρε την πιο γλυκιά εκδίκηση απέναντι και στους παίκτες της Μπαρτσελόνα που αποτελούν τον κορμό της Εθνικής Ισπανίας, αλλά ταυτόχρονα τους χάρισε τη σιγουριά ότι από τη νέα σεζόν θα έχουν στο πλάι τους ένα υπερόπλο.
Ο Νεϊμάρ του 2013 είναι ένας άλλος παίκτης, αλλά και ένας άλλος άνθρωπος. Η επιλογή του κ. Φελίπε Σκολάρι να τον χρίσει ηγέτη της ομάδας εντός και εκτός γηπέδου έχει μετατρέψει έναν ατίθασο πιτσιρικά σε ένα παίκτη-σημαία της Βραζιλίας. Ο Νεϊμάρ δεν είναι πια το απείθαρχο ταλέντο που τα βάζει με τους προπονητές, που απειλεί αντιπάλους, που ασχολείται υπερβολικά με την κόμμωσή του. Πειθαρχημένος αγωνιστικά στο γήπεδο, χωρίς ίχνος ατομισμού, μπορεί να είναι ταυτόχρονα ο διασκεδαστής, η βεντέτα αλλά και η ψυχή της ομάδας. Στη συνέντευξη Τύπου μετά τον τελικό εμφανίστηκε ντυμένος με τη φανέλα Νο 21 που ανήκει στον Λεάντρο Νταμιάο, ο οποίος αποκλείστηκε την τελευταία στιγμή λόγω μυϊκού τραυματισμού. Η ιδέα ανήκε στον ίδιο και συγκίνησε, αποδεικνύοντας ότι ο Νεϊμάρ νοιάζεται πια για όλη την ομάδα. Αλλωστε ο 21χρονος αστέρας εδώ και δύο χρόνια δεν είναι πια ένας ανεύθυνος νεαρός, αλλά πατέρας ενός αγοριού, του Ντάβι Λούκα. Μια εξέλιξη που τον βοήθησε να ωριμάσει πολύ γρήγορα και να αναλάβει ευθύνες.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ