Ο Πολυροβιθάς ήταν ένας φτωχός που ζούσε μια φορά κι έναν καιρό σε έναν τόπο μακρινό. Αυτός ο μοναχικός ήρωας συναντάει βασιλιάδες και βασιλοπούλες και στοιχειά, και από αυτές τις συναντήσεις ανδρώνεται. Δεν ακινητοποιείται, δεν εγκλωβίζεται. Προχωράει ίσια εμπρός, από την ερημιά στο παλάτι του βασιλιά, από το παλάτι του βασιλιά στο στοιχειό-κλειδοκράτορα που κρύβεται στον πάτο του πηγαδιού και από εκεί στο παλάτι του στοιχειού, που με έναν απρόσμενο τρόπο γίνεται δικό του. Και όλα αυτά επειδή μια μέρα βρήκε στον δρόμο του… ένα ρεβίθι.
Είδατε τι σου κάνει ένα ρεβίθι και ένας Πολυροβιθάς; Πόσοι όμως γνωρίζουμε αυτό το παραμύθι; Αντιθέτως, ο γνωστός και μη εξαιρετέος «Κοντορεβιθούλης» έχει συντροφεύσει γενιές και γενιές γονέων που τον διαβάζουν στα παιδιά τους. Και όμως, ο «Βασιλιάς των οσπρίων» υπάρχει ως θέμα και σε διαφορετικές προφορικές παραδόσεις στα Βαλκάνια, και σε χώρες της λεκάνης της Μεσογείου. Στην Ελλάδα καταγράφονται 33 παραλλαγές-εκδοχές της υπόθεσης από όλα τα γεωγραφικά διαμερίσματα, ηπειρωτικά και νησιωτικά, αλλά και από τον Πόντο. Οσο για την παραπάνω παραλλαγή του, προέρχεται από τη Νάξο.
Αυτή ήταν η αφορμή για την αποψινή παράσταση στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Στο πλαίσιο του κύκλου των εκδηλώσεων «Το Ελληνικό Σχέδιο στη Στέγη» παρουσιάζονται τρεις ιστορίες βασισμένες σε ελληνικά παραμύθια, διασκευασμένες για αφηγητή και ορχηστρικό σύνολο. Τρεις συνθέτες, η Νεφέλη Λιούτα, η Δήμητρα Τρυπάνη και ο Τάσος Ρωσόπουλος, δίνουν ισάριθμες δικές τους εκδοχές, με τη συμμετοχή της Καμεράτα – Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής. «Το βασιλόπουλο και ο δράκος», «Η εκδίκηση της νεράιδας» και «Το πιο γλυκό ψωμί» «ξαναγράφτηκαν» στοχεύοντας σε μικρά και μεγάλα παιδιά.
Με συστατικά τη βία και τη φαντασία
Η Ραλλού Βογιατζή, καλλιτεχνική διευθύντρια του «Ελληνικού Σχεδίου», σημειώνει ότι σκοπός της παράστασης είναι να συγκεραστεί το παλιό με το νέο «μέσα από μια βουτιά στο παρελθόν. Τα ελληνικά παραδοσιακά παραμύθια, παρ’ ότι σουρεαλιστικά, από την άλλη είναι βουτηγμένα στην πραγματικότητα. Το σημαντικό για εμάς είναι ότι δεν απευθύνονται μόνο στα παιδιά, αλλά και στα… μεγάλα παιδιά: πρόκειται για τρία παραμύθια που δεν χαϊδεύουν τα αφτιά των παιδιών, δεν εξωραΐζουν την πραγματικότητα. Μπορεί να μην υπάρχει αίμα από το σφάξιμο κόκορα, αλλά το γεγονός παραμένει».
Για τη σύνδεση των παραμυθιών με την πραγματικότητα κάνει λόγο και ο συνθέτης του παραμυθιού «Το Βασιλόπουλο και ο Δράκος» Τάσος Ρωσόπουλος (τη διασκευή υπογράφει ο ποιητής Γιώργος Κοροπούλης). «Τα παραμύθια δεν είναι κατ’ ανάγκην ειδυλλιακά. Οχι μόνο έχουν έντονο το στοιχείο της βίας, αλλά δίνουν το δικαίωμα στον καθένα να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Στην ιστορία του Βασιλόπουλου ο βασιλιάς τάζει τη γέννηση του γιου του στον Δράκο. Αρα, η νέα γενιά καλείται να λύσει το πρόβλημα της προηγούμενης. Σαν να μιλάμε δηλαδή για την ανακύκλωση της ανθρώπινης ιστορίας. Μια σπειροειδής εξέλιξη, όπου κάθε γενιά κληροδοτεί το πρόβλημά της στην επόμενη».
Ο στόχος τόσο της μουσικής όσο και του κειμένου, σημειώνει ο συνθέτης, είναι να εξάψει τη φαντασία του θεατή: «Στην παράσταση δεν υπάρχουν σκηνικά, οπότε κάθε θεατής, μικρός ή μεγάλος, καλείται να “χτίσει” τα δικά του. Θα ήθελα να λειτουργήσει η αντανάκλαση της φαντασίας. Να δημιουργήσει ο καθένας το δικό του βασιλόπουλο».
Από τον Ηρόδοτο στη «Σταχτομπούτα»
Τα ελληνικά παραδοσιακά παραμύθια δεν έχουν να ζηλέψουν σε τίποτε τα εισαγόμενα ξαδέλφια τους. Και στην Ελλάδα τα ζώα μιλούν και μεταμορφώνονται σε βασιλόπουλα ή πριγκίπισσες· θεριά και δράκοι ζωντανεύουν· οι άνθρωποι καταλαβαίνουν τις γλώσσες των ζώων και αλλάζουν μορφές· αντικείμενα γίνονται μαγικά. Οι ιστορίες κινούνται στη σφαίρα του υπερρεαλισμού και ενίοτε είναι πολύ σκληρές.
«Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη, δώσε κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινήσει». Ετσι αρχίζουν τα παραμύθια. Ετσι τα διηγούνταν οι γιαγιάδες στα εγγόνια. Αυτό όμως έχει σταματήσει πια. Γιαγιάδες και παππούδες μπορεί να υπάρχουν, αλλά ποιος έχει χρόνο για παραμύθια; Και όμως. Ως είδος τέχνης είναι ισοδύναμο με τη λαϊκή ποίηση. Τα συναντάμε στο ομηρικό ρήμα «παραμυθέομαι», το οποίο έχει μάλλον την έννοια του «συμβουλεύω».
Στα κείμενα του Ηροδότου και του Πλάτωνα εμφανίζεται με την έννοια του «παρηγορώ». Στα χρόνια του Βυζαντίου το παραμύθι έχει δομική συμπεριφορά ανάλογη με αυτή των αρχαίων ελληνικών και αποτελεί τον πρόδρομο των ύστερων λαϊκών παραμυθιών. Κύριο θέμα τους ο ιδανικός έρωτας. Αλλά δεν λείπει και το υπερφυσικό στοιχείο –δανείζονται μάλιστα στοιχεία από τους βίους αγίων. Βασιλιάδες και βασιλόπουλα κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να κερδίσουν την κοπέλα που έχουν ερωτευτεί. Και το καταφέρνουν.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το παραμύθι λειτουργεί σαν φάρμακο ώστε να ξεφεύγει ο κόσμος από τη σκληρή πραγματικότητα. Και κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού παρουσιάζονται τα καλύτερα παραμύθια, αυτά που αφήνουν τον κόσμο με κομμένη την ανάσα.
Δεν λείπουν όμως και τα… δάνεια από τη Δύση. Η «Σταχτοπούτα», για παράδειγμα, μεταφέρεται στη μυκονιάτικη λαϊκή παράδοση ως «Σταχτομπούτα», αυτή δηλαδή που έχει στάχτες στα μπούτια της, στην Πελοπόννησο ως «Σταχτομπιλιαρού» –αυτή που έχει στην μπίλια της (ποδιά) στάχτες. Επίσης, ο χορός της Σταχτοπούτας μεταφέρεται σε πρωινό πανηγύρι, σε εξωκλήσι. Στο «Κάποτε ριζώνουν και τα λόγια» η ιστορία του παραμυθιού συνδέεται άμεσα με τον μύθο του Μίδα, ενώ σώζονται τουλάχιστον τέσσερις εκδοχές από τη Ζάκυνθο, τον Πόντο, την Ηπειρο και τη Θράκη.
«Κατασταλαγμένη ανθρώπινη σοφία»
Στην Ελλάδα τα παραμύθια γεννήθηκαν σε χάνια και σε καπηλειά, σε βεγγέρες, σε πλοία, σε αλώνια και στον τρύγο. Κάποιοι ζούσαν από αυτά. Οι καλύτεροι παραμυθάδες έπαιρναν το κατιτίς τους από προύχοντες και άρχοντες για να τους ψυχαγωγούν. Σε γιορτές, σχόλες και πανηγύρια. Τα ελληνικά παραμύθια φύλο δεν έχουν –όπως δεν έχουν και τα δημοτικά τραγούδια, δύο μορφές λαϊκής έκρασης που πηγαίνουν χέρι-χέρι. Και στις πλείστες των περιπτώσεων έχουν καλό τέλος.
Στην Ελλάδα τα παραμύθια γεννήθηκαν σε χάνια και σε καπηλειά, σε βεγγέρες, σε πλοία, σε αλώνια και στον τρύγο. Κάποιοι ζούσαν από αυτά. Οι καλύτεροι παραμυθάδες έπαιρναν το κατιτίς τους από προύχοντες και άρχοντες για να τους ψυχαγωγούν. Σε γιορτές, σχόλες και πανηγύρια. Τα ελληνικά παραμύθια φύλο δεν έχουν –όπως δεν έχουν και τα δημοτικά τραγούδια, δύο μορφές λαϊκής έκρασης που πηγαίνουν χέρι-χέρι. Και στις πλείστες των περιπτώσεων έχουν καλό τέλος.
Για την «παραμυθού» (όπως έχει δηλώσει σε συνέντευξή της) Αγνή Στρουμπούλη «τα παραµύθια είναι η κατασταλαγµένη σοφία του ανθρώπου. Μοχθούν να µας ανοίξουν τα µάτια. Μας παίρνουν από το χέρι και µας οδηγούν να αναγνωρίσουµε τον αληθινό κόσµο, που θρονιάζεται µέσα στον πραγµατικό. Στα παραµύθια πρώτα-πρώτα υπάρχει η σύµβαση του ψεύδους που µας καθησυχάζει ότι δεν κινδυνεύουµε άµεσα. Αρα µπορούµε να ξαναζήσουµε ηδονικά τη σκληράδα της ζωής µέσα από τη σκληράδα των παραµυθιών αποµυζώντας τώρα και το νόηµα που µπορεί να έχει».
Οταν μια μητέρα ρώτησε τον Αϊνστάιν τι πρέπει να κάνει για το τετράχρονο παιδί της ώστε να το προετοιμάσει καλύτερα για το σχολείο και για τη ζωή, εκείνος της απάντησε: «Να του λέτε παραµύθια». Εκείνη όμως επέμεινε κάπως δύσπιστα: «Καλά τα παραµύθια, αλλά και τι άλλο;». «Πολλά παραµύθια» της ανταπάντησε. Η μητέρα ρώτησε για τρίτη φορά: «Εντάξει, αλλά και τι άλλο;». «Δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο. Πάρα πολλά παραµύθια» της ξαναείπε ο φυσικός.
πότε & πού:
«Ηταν μια φορά…». Moυσικά Παραμύθια για αφηγητή και ορχήστρα εγχόρδων. Στις 28 Απριλίου, στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Παραστάσεις στις 12.00 και στις 16.00. Για παιδιά από 5 ετών και άνω
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



