Δεν έχω ιδέα τι θα έκανα. Μπορεί να ήμουν από τους πολλούς που έτρεξαν στην άλλη πλευρά της αποβάθρας να παρακολουθήσουν, βωβοί και παραλυμένοι, την γκραν γκινιόλ σκηνή στον υπόγειο της Νέας Υόρκης: έναν συρμό να εφορμά σε έναν άνθρωπο. Μπορεί, πάλι, να έκανα ό,τι και ο φωτορεπόρτερ Ουμάρ Αμπάσι: θα έπαιρνα το κινητό μου, θα απαθανάτιζα λιγούρικα το τραγικό συμβάν και θα το έστελνα σούμπιτο σε μια πεινασμένη για λιωμένα μυαλά ταμπλόιντ, μπας και βγάλω κάνα φράγκο. Σε όσους, μάλιστα, τολμούσαν να με κατηγορήσουν, θα είχα έτοιμη, όπως και ο Αμπάσι, τη δικαιολογία μου: «Δεν ήμουν αρκετά δυνατή για να σηκώσω το θύμα από τις ράγες και έτσι επέλεξα να χρησιμοποιήσω το iPhone για να κάνω σήμα στον οδηγό της αμαξοστοιχίας να σταματήσει».
Ισως, πάλι, να ήμουν από τους άλλους, που τραβούσαν φωτογραφίες με το κινητό την ώρα που η σορός του Νοτιοκορεάτη μεταφερόταν έξω από το τούνελ, για να έχω κάτι να δείξω στον σύζυγό μου όταν θα γύριζα στο σπίτι να του αφηγηθώ, τόσο, μα τόσο σοκαρισμένη, τα καθέκαστα. Ιδανικά, θα ήθελα να ήμουν ένας ξεχωριστός άνθρωπος, μια ηρωίδα. Που μέσα σε 22 δευτερόλεπτα θα απομακρυνόταν με γοργούς και σίγουρους δρασκελισμούς από το πλήθος, θα άπλωνε το χέρι της και, καταβάλλοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια, θα απομάκρυνε τον «άτυχο άνεργο 58χρονο» από τις ράγες του Αδη.
Η τραγική ιστορία του Νοτιοκορεάτη Κι-Σουκ Χαν, τον οποίο έσπρωξε ένας 30χρονος Νεοϋορκέζος στις ράγες του υπογείου της Νέας Υόρκης, στις 3 Δεκεμβρίου 2012, και ουδείς έσπευσε να τον σώσει, είναι παλιά. Είναι η παραλλαγή μιας άλλης ιστορίας, η οποία έλαβε χώρα την 13η Μαρτίου 1964, στο νούμερο 82-70 της Οστιν Στριτ, στο Κουίνς της Νέας Υόρκης. Η 29χρονη Κίτι Τζενοβέζε, επιστρέφοντας στο σπίτι της από τη δουλειά, δέχτηκε άγρια επίθεση από έναν οπλισμένο άνδρα με μαχαίρι. Η νεαρή φώναζε απελπισμένα για βοήθεια. Κάποια φώτα στις γύρω πολυκατοικίες άναψαν, «μα τι φασαρία είναι αυτή βραδιάτικα;», σκιές σιγοψιθύρισαν πίσω από τις κουρτίνες, κάποιος άνοιξε τα παντζούρια, κάποιος άλλος φώναξε: «Εϊ, άσε την κοπέλα ήσυχη!», τα φώτα ξανάκλεισαν, σιωπή.
Ο δράστης, που στην αρχή είχε τραπεί σε φυγή, είδε ότι κανείς δεν επενέβη και επέστρεψε να αποτελειώσει το «έργο» του. Οι ντετέκτιβ που μετέβησαν στον τόπο του εγκλήματος δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Τριάντα οκτώ αυτόπτες μάρτυρες από τις γύρω πολυκατοικίες είχαν στη διάθεσή τους 35 ολόκληρα λεπτά, αν όχι να επέμβουν, τουλάχιστον να ειδοποιήσουν την αστυνομία ότι κάποιος βιάζει και μαχαιρώνει μια γυναίκα, αλλά ουδείς το έπραξε. Οι δικαιολογίες που προβάλλουν πολλές: «Νομίσαμε πως ήταν ερωτικό καβγαδάκι», «Ημουν κουρασμένος… γύρισα στο κρεβάτι μου», «Είπα στον άνδρα μου ότι θα είχαν ήδη γίνει καμιά τριανταριά κλήσεις στο 100». Την 13η Μαρτίου 1964 η 29χρονη Κίτι Τζενοβέζε εξέπνευσε άδοξα μέσα στο ασθενοφόρο.
Εκείνη τη νύχτα γεννήθηκε στην ψυχιατρική ένα καινούργιο σύνδρομο. Είναι αυτό το σύνδρομο συλλογικής απάθειας, αυτό το «άσε, μωρέ, κάποιος άλλος θα τρέξει». Λέγεται ότι πλήττει κυρίως τους κατοίκους των μεγαλουπόλεων, εκεί όπου το τσιμέντο υποθάλπει την αποστασιοποίηση και την ηθική μαλθακότητα, εκεί όπου το να σπεύσεις να βοηθήσεις ισοδυναμεί με επιπολαιότητα, αδιακρισία, μπορεί και με τρέλα. Είναι το ίδιο σύνδρομο που σε κάνει να δυναμώνεις τη μουσική όταν ο γείτονας χτυπάει τη γυναίκα του ή να κόβεις ταχύτητα, όχι για να βοηθήσεις, αλλά για να «απολαύσεις» το τροχαίο. Δεν ξέρω αν πάσχω από το σύνδρομο Τζενοβέζε και ούτε θέλω να μου δοθούν αφορμές να το διαπιστώσω. Είμαι βέβαιη, πάντως, ότι 22 δευτερόλεπτα (όσο χρειαζόταν για να σωθεί ο Κι-Σουκ Χαν) ή 35 λεπτά (όσο χρειαζόταν για να σωθεί η Κίτι) είναι αρκετός χρόνος για να σωθεί – από την απάθεια – μια ανθρώπινη ζωή.



