Μεθαύριο Τρίτη η κυρία Μαρίκα Μητσοτάκη γίνεται 81 ετών! Ευτύχησε να αποκτήσει ως τώρα πέντε δισέγγονα και αµέτρητα εγγόνια, να καµαρώσει τον σύζυγό της πρωθυπουργό, την κόρη της δήµαρχο Αθηναίων και υπουργό Εξωτερικών και τον γιο της βουλευτή. Αυτό που δεν είχε κάνει ως τώρα είναι να γράψει ένα βιβλίο για τις πασίγνωστες µαγειρικές συνταγές της. Και το έκανε τώρα. Αύριο το µεσηµέρι, µία µόλις ηµέρα πριν από τα γενέθλιά της, το βιβλίο της µε τίτλο «Συνταγές µε… ιστορία» που επιµελήθηκαν η κυρία Εµµανουέλα Νικολαΐδου και οι κόρες της Κατερίνα και Αλεξάνδρα θα ανέβει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, αφού το παρουσιάσουν οι κκ. Ηλίας Μαµαλάκης και Μίµης Ανδρουλάκης. Στο βιβλίο αυτό, που εκδίδεται από τις εκδόσεις Λιβάνη, είναι λογικό να είναι παρούσα και η πολιτική, βασικό πάντοτε συστατικό στην κουζίνα της κυρίας Μαρίκας. Το πρώτο κεφάλαιό της αποτελεί µια ιδιότυπη αυτοβιογραφία, όπου περιγράφει τις πιο ταραχώδεις περιόδους που έζησε πλάι στον Κώστα Μητσοτάκη, από το 1947 που τον γνώρισε σε ηλικία 17 ετών. «Η γιαγιά αν δεν φωνάξει δύο µέρες αναρωτιόµαστε όλοι µήπως δεν είναι καλά» αναφέρει η εγγονή της Αλεξία Μπακογιάννη που υπογράφει τον επίλογο του βιβλίου της. «Βασικά δύο πράγµατα κάνουµε σπίτι µας: τρώµε και συζητάµε» προσθέτει η κόρη της Αλεξάνδρα που προλογίζει την έκδοση.

Είναι γνωστό ότι η κυρία Μαρίκα Μητσοτάκη δεν µασάει τα λόγια της. Οτι εκφράζει χωρίς δισταγµό τις σκέψεις της. Αυτό κάνει µιλώντας και στο «Βήµα της Κυριακής», απαντώντας σε ερωτήσεις που «παντρεύουν» την κουζίνα της µε την πολιτική.

Ποιο είναι το πολιτικό γεύμα που θεωρείτε ότι ήταν το πιο σημαντικό που ετοιμάσατε; Πολλοί πιστεύουν ότι ήταν εκείνο με τον Φλωράκη και τον Κύρκο, το οποίο, όπως έχετε πει, ποτέ δεν υπήρξε. Αλλοι αναφέρουν το γεύμα με τον Μπους. Αλλά είμαι σίγουρος ότι θα με διαψεύσετε…

«Νοµίζω ότι το πιο σηµαντικό ήταν το γεύµα που έδωσα στους ηγέτες των τριών χωρών, Βρετανίας, Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας, µαζί µε τον καγκελάριο της Γερµανίας για τον εορτασµό των 50 χρόνων από τη Μάχη της Κρήτης. Ισως το γεύµα του Μπους να ήταν πιο σηµαντικό για την Ελλάδα από αυτό που λέω εγώ, αλλά το άλλο είχε τεράστια συµβολική σηµασία, διότι κάθονταν για πρώτη φορά γύρω από ένα τραπέζι, να φάνε και να πιούνε, µετά το τέλος του πολέµου. Για να καταλάβετε, στον αντίστοιχο εορτασµό για την επέτειο της απόβασης στη Νορµανδία, 4 χρόνια µετά, ο Μιτεράν δεν κάλεσε τον Kολ. Ο Κώστας όµως επέµενε τότε παρά τις αρχικές αντιρρήσεις της Αγγλίας. Τον άκουγαν κιόλας διότι γνώριζαν για την αντιστασιακή του δράση κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Αλλωστε το τραπέζι για εµένα αυτό είναι. Μόνιασµα».

Ποιος θα λέγατε ότι είναι ο μεγαλύτερος καβγάς που έγινε σε δικό σας τραπέζι;

«Ηµασταν µια φορά σε τραπέζι µε κόσµο αρκετό, τον Κωνσταντίνο Καραµανλή, πρωθυπουργό τότε, µε τον Κώστα υπουργό. Και όπως ίσως ξέρετε, ο Καραµανλής ήταν ευέξαπτος και δεν δεχόταν αντιρρήσεις. Εγώ έκανα µια αθώα παρατήρηση για ένα επίκαιρο θέµα που αφορούσε την Αθήνα, για την οποία θεωρούσα ότι δικαιούµαι να εκφέρω άποψη ως βέρα Αθηναία. Ξεσπάει λοιπόν ο Καραµανλής και εγώ που, ως γνωστόν, δεν χαρίζω, απαντάω στον ίδιο τόνο, ώσπου αναγκάστηκε να παρέµβει ο Κώστας και να φωνάξει “πάψτε και οι δύο!” και έτσι αποφύγαµε τα χειρότερα…».

Εφέτος το τραπέζι των Χριστουγέννων θα στρωθεί για πολλούς πολύ πιο δύσκολα. Τι σκέφτεστε όταν βλέπετε τη χώρα μας να βρίσκεται σε τόσο δύσκολη θέση;

«Σκέφτοµαι τους ανθρώπους που υποφέρουν… Πώς καταντήσαµε έτσι! Πολύ λυπάµαι που στο τέλος της ζωής µου βλέπω τον τόπο µου να περνά τέτοια δοκιµασία. Είναι τροµερό, ξέρετε, για τη δικιά µας γενιά, πολλούς από εµάς που ζήσαµε στερήσεις, τον πόλεµο, την Κατοχή, και ονειρευόµασταν ένα καλύτερο µέλλον για τα παιδιά και τα εγγόνια µας να βλέπουµε τις επόµενες γενιές να ζουν χειρότερα από τις προηγούµενες. Η πρώτη φροντίδα όµως πρέπει να είναι να µη µείνουν άνθρωποι χωρίς ένα πιάτο φαΐ εφέτος τα Χριστούγεννα. Και αυτό δεν είναι φροντίδα µόνο του κράτους. Είναι φροντίδα όλων µας».

Με ποιο από τα οικονομικά μέτρα που ανακοινώθηκαν πρόσφατα εξοργιστήκατε, ως ελληνίδα μητέρα και γιαγιά;

«Με το κόψιµο του ρεύµατος αδιακρίτως. Μα δεν κοιτάς τι κάνεις, δεν σε νοιάζει; Χίλιες φορές να το κόψεις σε όλους αυτούς τους φοροφυγάδες, αλλά είναι τόσος κόσµος που δεν µπορεί… Τι θα κάνει δηλαδή η γριά µε το ισόγειο στην πλατεία Αµερικής που της έκοψες τη σύνταξη, τα παιδιά της δεν νοιάζονται και τώρα δεν έχει να σου δώσει; Να πεθάνει; ∆εν είναι πράµατα αυτά».

Αν είχατε να ετοιμάσετε ένα τραπέζι στη Μέρκελ και στον Σαρκοζί τι θα τους μαγειρεύατε και τι θα τους λέγατε υψώνοντας το ποτήρι σας;

«Θα τους µαγείρευα σίγουρα ελληνικό φαΐ, για να δουν… Καλτσουνάκια για µεζέ, γιουβέτσι και γαλακτοµπούρεκο. Να µάθουν τι πάει να πει ελληνική φιλοξενία και µια λέξη που δεν υπάρχει σε άλλες γλώσσες: το φιλότιµο. Αλλά νοµίζω ότι θα τους έλεγα “χάλια τα έχετε κάµει! Τέλος πάντων, στο χέρι σας είναι να κάµετε το σωστό”».

Στον Αριστοτέλη Ωνάση σερβίρατε το 1966 μια γουρουνοκεφαλή! Αν κάνατε τραπέζι στον Λουκά Παπαδήμο, τι θα του σερβίρατε;

«Κρητικό βραστό µε πιλάφι. Να πάρει δύναµη».

Από τους έλληνες πολιτικούς ποιους θα καλούσατε σε ένα δικό σας γεύμα για τέσσερις;

«Ισως σας φανεί περίεργο, αλλά θα καλούσα δύο χοντρούς! Τον Πάγκαλο και τον Βενιζέλο. Να ευχαριστηθούν το φαγητό, βρε παιδί µου».

Λένε ότι είστε πολύ αυστηρή με την οικογένειά σας για την ώρα του μεσημεριανού γεύματος. Οτι δεν ανέχεστε να καθυστερούν να προσέλθουν. Ισχύει ότι κάποτε απαιτήσατε από τον σύζυγό σας να επισπεύσει το Υπουργικό Συμβούλιο για να είναι εγκαίρως παρών στο τραπέζι;

«Οχι βέβαια, δεν ισχύει. Ο Κώστας κατ’ αρχάς είναι από µόνος του πολύ τυπικός και θέλει να τρώει στην ώρα του, πράγµα που βεβαίως εξυπηρετεί και εµένα γιατί, κακά τα ψέµατα, όποιος µαγειρεύει ξέρει ότι το φαΐ πρέπει να τρώγεται στην ώρα του. Αλλά όποτε αργούσε, κυρίως παλιά που ήταν βουλευτής και η Βουλή τελείωνε 3, 4 το πρωί, πάντα τον περίµενα µε το τραπέζι στρωµένο να κάτσει να φάει και να του κάνω παρέα. Οσο για τα παιδιά, είµαι όντως αυστηρή, κυρίως στην Κρήτη όπου είµαστε πολλοί. Τόσα άτοµα, δεν είµαστε εστιατόριο να τρώει ο καθένας όποτε θέλει! Θα ‘πρεπε να είµαι όλη µέρα στην κουζίνα. Τρώµε στις δύο και στις εννιά, όποιος δεν θέλει να το πει, να ξέρουµε, να µην ετοιµάζουµε».

Προδηµοσίευση από το βιβλίο που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Λιβάνη
«Πώς γνώρισα τον Κώστα»

«Τελείωσα το σχολείο και όταν άρχισαν οι διακοπές, πήρα µια µέρα µια φίλη µου και πήγαµε στη Βουλή, έτσι για να δούµε πώς ήταν. Στις πρώτες σειρές καθόταν ο Μητσοτάκης, ο οποίος µου τράβηξε αµέσως την προσοχή. Ρώτησα να µάθω ποιος ήταν και µου είπαν ότι επρόκειτο για έναν νέο βουλευτή από την Κρήτη, αρκετά γνωστό ήδη και πολλά υποσχόµενο. Ο Κώστας τότε ήταν σχεδόν τριάντα ετών – και η αλήθεια είναι ότι, από την πρώτη στιγµή, τον έβαλα στο µάτι!.

∆εν έτυχε να ξαναϊδωθούµε, παρά δύο χρόνια αργότερα: Ενα βράδυ, έβαλα ένα ωραίο φουστάνι και πήγα στον χορό που είχε διοργανώσει ο Ερυθρός Σταυρός, προς τιµήν της Νταίζης Μαυράκη, η οποία είχε εκλεγεί τότε σταρ Ελλάς – σπουδαίο γεγονός για την εποχή! Να τος λοιπόν µπροστά µου ο Κώστας! Εγώ στεκόµουν πίσω από τον πάγκο µε τα ποτά, καθώς, ως µέλος της Επιτροπής του χορού, είχα αναλάβει καθήκοντα να περιποιηθώ τους καλεσµένους. Πλησιάζει λοιπόν εκείνος, ψηλός, ωραίος, και µου λέει: ‘‘Θέλω, παρακαλώ, ουίσκι µε πάγο’’.

‘‘Ενα ποτήρι;’’ ρωτάω εγώ.

‘‘Οχι’’, απαντά εκείνος, ‘‘δύο ποτήρια! Ενα για µένα κι ένα για σας”’.

Πολλά λόγια δεν χρειαζόντουσαν. Χορέψαµε µαζί τον πρώτο χορό, µετά τον δεύτερο, τον τρίτο και κάποια στιγµή, αργά το βράδυ, µου λέει:‘‘Η παρέα µου κι εγώ θα πάµε στην Αθηναία. Θα έρθετε;’’. Βρήκα µια καλή δικαιολογία για να µπορέσω να ‘‘το σκάσω’’ από τη δική µου παρέα, ακολούθησα τους φίλους του Κώστα και συνεχίσαµε τον χορό ως αργά, ξηµερώµατα σχεδόν.

Μετά ξαναβρεθήκαµε αρκετές φορές, αλλά το µεγάλο ειδύλλιο ξεκίνησε στη Μύκονο. Εγώ βρισκόµουν εκεί µε τις φίλες µου και ένα βράδυ που είχε, θυµάµαι, τροµερή τρικυµία ήρθε και ο Μητσοτάκης µε τον φίλο του, τον Πάνο Κόκκα. Εκεί αναπτύχθηκε το αίσθηµα…».

«Το Bloody Mary του Επιτίµου»

Οσοι υποστηρίζουν ότι ο Μητσοτάκης πίνει…αίµα, θα νιώσουν δικαιωµένοι από τη συγκεκριµένη αποκάλυψη της κυρίας Μαρίκας Μητσοτάκη.

«Στην Κρήτη», λέει η κυρία Μητσοτάκη, «ο Κώστας έχει και µία συνήθεια που πολύ τη διασκεδάζουµε! Μπορεί κατά τα άλλα να µην ξέρει να βράσει ούτε αβγό, που λέει ο λόγος, κι ούτε πιάνουν τα χέρια του µε ηλεκτρικά, υδραυλικά και τέτοια, έχει όµως δύο σπεσιαλιτέ: τη vinaigrette για τη σαλάτα και το κοκτέιλ Bloody Mary. Το δεύτερο αποτελεί µια ολόκληρη “ιεροτελεστία’’, που επαναλαµβάνεται µόνο τις Κυριακές το µεσηµέρι και µόνο στην Κρήτη – ποτέ στην Αθήνα και ποτέ βράδυ! Το… πρωτόκολλο λέει ότι πρώτα πίνουµε το κοκτέιλ και µετά κάνουµε ανυπερθέτως µπάρµπεκιου! Είναι τόσο συγκεκριµένο και απαράβατο το τυπικό αυτό, ώστε όλοι, τα παιδιά µας, οι φίλοι τους, οι καλεσµένοι, κανονίζουν τα προγράµµατά τους ανάλογα προκειµένου να µη λείψουν από την… τελετή! Τα πάντα, αφίξεις, αναχωρήσεις ρυθµίζονται βάσει του Bloody Mary και της ψησταριάς. Οσον αφορά τη διαδικασία, είναι για… φωτογραφία: ο Μητσοτάκης έχει µπροστά του απλωµένα όλα τα υλικά – την ντοµάτα, τη βότκα, αλάτι, πιπέρι, ταµπάσκο – και, ως µεγάλος ιερεύς, τα αναµειγνύει, τα αναδεύει και φτιάχνει το κοκτέιλ!».

«Οι ντολµάδες του Χαρίλαου»

Το 1989, µε αφορµή τον σχηµατισµό της οικουµενικής κυβέρνησης, οι τότε ηγέτες της Αριστεράς – Λεωνίδας Κύρκος και Χαρίλαος Φλωράκης – συναντήθηκαν µε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη στο σπίτι του τελευταίου, στη Γλυφάδα. Η συνάντηση εκείνη πέρασε στην Ιστορία µε τίτλο «Τα ντολµαδάκια της Μαρίκας», ανάγοντας περίπου σε κορυφαία «είδηση» τις δηµοσιογραφικές πληροφορίες – ή µάλλον εικασίες! – περί της προτίµησης που έδειξε ο Φλωράκης ειδικά στη συγκεκριµένη… διάσηµη συνταγή.

Μόνο που, όπως θυµάται η Μαρίκα Μητσοτάκη, «δεν ήταν καν δείπνο, αλλά µια απλή συνάντηση, µε εξίσου απλό κέρασµα, καφέ και γλυκό.

Οπως ήταν φυσικό, έξω περίµεναν οι ρεπόρτερ και την εποµένη είδα τα πρωτοσέλιδα περί… ντολµάδων!

Επρόκειτο βέβαια για δηµοσιογραφικό ‘‘εύρηµα’’!».

Χρόνια µετά, συνάντησε ο Φλωράκης τον Μητσοτάκη και του λέει:

«Τι θα γίνει; ∆εν θα µας καλέσεις επιτέλους να φάµε εκείνα τα περίφηµα ντολµαδάκια της γυναίκας σου;». «∆υστυχώς, τελικά δεν αξιωθήκαµε να τα φάµε» προσθέτει ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης.

ΤΟΜΥΣΤΙΚΟΤΗΣ ΕΥΕΞΙΑΣ
Η φασολάδα, οι αγκινάρες και το πρωινό του Μητσοτάκη

Οπως είναι φυσικό, στο βιβλίο της κυρίας Μαρίκας γράφει και ο κ. Κ. Μητσοτάκης αποκαλύπτοντας για πρώτη φορά το αγαπηµένο του φαγητό, αλλά και το µυστικό της ευεξίας του, που δεν είναι τίποτε άλλο από το πρωινό του.

«Στην Κατοχή, επί έντεκα ολόκληρους µήνες έζησα τρώγοντας µόνο φασολάδα σκέτη, χωρίς λάδι. Τότε ήµουν ‘‘γραµµένος’’ σε τρία συσσίτια: των δικηγόρων, µιας και ανήκα πια στον Σύλλογο, των εφέδρων αξιωµατικών και των Κρητών. Είχα στην τσέπη µου ένα κουτάλι και έτρωγα µε τη σειρά, και στα τρία, από ένα πιάτο φασολάδα… Μ’ αρέσουν και οι αγκινάρες ωµές, τις έχω και στο πρόγευµα όταν είναι η εποχή τους, κοµµένες, µε λίγο αλάτι και λεµόνι. Είναι καλός µεζές και για το κρασί. Τα παιδιά µου επιµένουν ότι τρώω πολύ, αλλά δεν είναι αλήθεια! Απλώς τρώω πολύ αργά, µασάω είκοσι – τριάντα φορές κάθε µπουκιά, ακόµη και το µέλι, µε το οποίο ξεκινάω την ηµέρα µου».

«Ο Κώστας τρώει απ’ όλα και κυρίως όσα δεν τρώω ευχάριστα εγώ: χόρτα χιλίων ειδών, φασολάδες, φακές, όλα τα όσπρια» προσθέτει η κυρία Μαρίκα. «Εγώ, λόγω των αναµνήσεων από την Κατοχή, έκτοτε δεν ξανάφαγα φασόλια. Ρεβίθια δεν τρώω ποτέ. Προτιµώ τις φακές και τη φάβα. Παλιά δεν ήµουν καθόλου άνθρωπος των φρούτων, µε τα χρόνια άλλαξα και µ’ αρέσουν.

Ο Κώστας Μητσοτάκης ξεκινά τη µέρα του λιτά, και συγκεκριµένα: το πρωινό του περιλαµβάνει πάντα µια κουταλιά µέλι µε ένα ποτήρι κρύο νερό, στη συνέχεια χυµό από ένα πορτοκάλι, ένα γκρέιπφρουτ και ένα λεµόνι, µια σούπα µε κουάκερ και, όταν είναι η εποχή της, µία ωµή, κοµµένη αγκινάρα µε λίγο αλάτι και λεµόνι. Επίσης πίνει κι ένα ελληνικό καφεδάκι σκέτο, καθώς αποφεύγει τη ζάχαρη».

|||||||| Η γουρουνοκεφαλή του Ωνάση

«Θυµάµαι ακόµη µία αµίµητη ιστορία, εκείνη µε τη… γουρουνοκεφαλή!» παρεµβαίνει η Ντόρα Μπακογιάννη. «21 Μαΐου 1966, είναι η γιορτή του πατέρα µου και µ’ έχουν αφήσει να µείνω ως αργά µε τους µεγάλους. Από νωρίς έχουν έρθει όλοι οι φίλοι και οι συγγενείς από την Κρήτη, τρώνε, πίνουν, η ώρα περνάει και φτάνει µιάµιση το πρωί. Ξαφνικά χτυπάει η πόρτα και µπαίνει µέσα ο Ωνάσης, που έµενε δίπλα µας στη Γλυφάδα. Αφού ευχήθηκε, γυρνάει στη µητέρα και λέει: ‘‘Μαρικάκι, έχεις τίποτα να φάω; Πεινάω!’’. Του τραβάει λοιπόν εκείνη ένα ‘‘λούσιµο’’ ανεπανάληπτο!

‘‘∆εν ντρέπεσαι’’, του λέει, ‘‘άνθρωπος µε τόσα καλά, να µην έχεις στο σπίτι σου κάτι να φας το βράδυ;’’. Αφού τον έκανε λοιπόν ‘‘ασήκωτο’’, στο τέλος τού λέει: ‘‘Εχω µια γουρουνοκεφαλή, αν θέλεις, φά’ τη!’’. Κι έκατσε ο Ωνάσης και την έφαγε».