Πρόσφατα ήρθα στην αμήχανη θέση να συστήσω μια φίλη, η οποία κατά γενική ομολογία αποτελεί μια κοινωνικά δύσκολη περίπτωση, στο εκ διαμέτρου αντίθετό της, δηλαδή σε μια περίπτωση κοινωνικά ευάερη και ευήλια. Φόντο αυτής της γνωριμίας ήταν ένα κλαμπ for members only. Αθηναϊκή – σχετικά πρόσφατη – άφιξη, παρακαλώ.
Ως γνωστόν, οι κλειστές λέσχες διαμορφώνουν αναλόγου ήθους χαρακτήρα, κάτι σαν μπαγιάτικα μύδια ερμητικά κλειστά ή επτασφράγιστα φιστίκια Αιγίνης, οπότε το αποτέλεσμα αυτής της κοσμικής σύζευξης ήταν μια τραγωδία. Η ακανθώδης περίπτωση ακόνισε ακόμη περισσότερο τα αγκάθια της, η ανθόστρωτη μπουμπούκιασε και εγώ στη μέση σε κατάσταση συγκρατημένης λίμπο.
{{{ moto }}}
Εκείνη τη στιγμή πήρα μία απόφαση: Δεν επιθυμώ συναναστροφές με ποζέρια, και όπου τα εντοπίζω θα τα αποφεύγω. Επίσης, θυμούμενη την προσευχή των ανώνυμων αλκοολικών, ζήτησα από τον Θεό να με αξιώσει να γνωρίζω τη διαφορά ανάμεσα στους δήθεν και στους ντροπαλούς, στους τάχατες και στους απλώς καμαρωτούς.
Τα άκρα είναι ευχάριστα μόνο για εκείνον που τα πατάει. Για τους γύρω του είναι Βατερλό. Ας μου επιτρέψουν οι αξιολάτρευτοι φίλοι τυπολάτρες της εικόνας (τους) και του στυλ να προτιμήσω τον ιταλικό νεορεαλισμό από τον ρωσικό φορμαλισμό.
Μπαίνοντας στα καινούργια 10s η λάμψη της ματαιοδοξίας φαντάζει πιο απατηλή από ποτέ. Οι εμποτισμένες με μονομανίες και αγκυλώσεις ιδέες είναι τοξικές. Και ανιαρές. Είναι ασπρόμαυρες με τη μη καλλιτεχνική έννοια του όρου. Η ουσία, η ανθρωπίλα, το συναίσθημα έχουν τη γοητεία. Η τσάκιση όχι στην κουφόπιετα αλλά στο μέτωπο. Αλλάζοντας ολίγον τι το μανιφέστο της γυναίκας-εναλλακτικού τοτέμ που μεσουράνησε την προηγούμενη δεκαετία, θα αναπληρώναμε το «Γυναίκα που δεν χαζογελάει καλά περνάει» με το «Γυναίκα όμως που ξεκαρδίζεται στα γέλια περνάει καλύτερα».
Καλό Μάρτιο



