Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Μπορεί κάτι τέτοιο να ξανασυμβεί; Ιδού η πρώτη ερώτηση που έρχεται στον νου αν συλλογιστούμε ότι τέτοιες ημέρες πριν από ακριβώς 75 χρόνια ο Αδόλφος Χίτλερ ανερχόταν στην εξουσία στη Γερμανία.

Με τον πλανήτη ασταθή, η ερώτηση εκ πρώτης μοιάζει πιο εύλογη από ποτέ. Ο Χίτλερ ήρθε στην εξουσία διά της λαϊκής ψήφου, σε μια δημοκρατία με πολύ φιλελεύθερο Σύνταγμα και εν μέρει χρησιμοποιώντας τις δημοκρατικές ελευθερίες για να καταστρέψει την ίδια τη δημοκρατία.

Η δημοκρατία που είχε εδραιωθεί το 1919 ήταν προϊόν πολέμου και επανάστασης. Δεν είχε γίνει ποτέ αποδεκτή από τις περισσότερες γερμανικές ελίτ, κυρίως στον στρατό, στους μεγάλους γαιοκτήμονες και στις μεγάλες βιομηχανίες.

Υπήρξε μια επίφαση σταθερότητας από το 1924 ως το 1928 και βυθίστηκε αργότερα, όταν κατέρρευσε η οικονομία, μετά το Κραχ της Wall Street, το 1929.

Η ραγδαία άνοδος της λαϊκής υποστήριξης προς τους ναζιστές (μόλις 2,6% στις βουλευτικές εκλογές του 1928, 18,3% το 1930 και 37,4% τον Ιούλιο του 1932) αντανακλούσε τον θυμό, την απογοήτευση, τη δυσφορία, αλλά και την ελπίδα, που ο Χίτλερ ήταν ικανός να «αντλήσει» από τα εκατομμύρια των Γερμανών.

Η δημοκρατία τούς είχε απογοητεύσει. Ετσι αισθάνονταν. Η χώρα τους ήταν διηρημένη, είχε φτωχύνει και είχε ταπεινωθεί. Χρειάζονταν αποδιοπομπαίοι τράγοι.

Ηταν εύκολο το μίσος να στραφεί εναντίον των Εβραίων, τους οποίους μπορούσαν να παρουσιάσουν ότι τάχα αντιπροσώπευαν τον υποτιθέμενο εξωτερικό κίνδυνο τόσο ως διεθνείς καπιταλιστές όσο και ως πρωτομάστορες του ρωσικού μπολσεβικισμού.

Εσωτερικά, οι Εβραίοι είχαν συνδεθεί με την πολιτική Αριστερά- τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό- η οποία σύμφωνα με τον Χίτλερ και τους οπαδούς του ήταν υπεύθυνη για τα δεινά της Γερμανίας.

Ολο και περισσότερο, για το ένα τρίτο και πλέον του γερμανικού εκλογικού σώματος, ο Χίτλερ έμοιαζε να αντιπροσωπεύει τη μοναδική ελπίδα για να ορθοποδήσει ξανά η Γερμανία, να αποκατασταθεί η υπερηφάνειά της και να πραγματωθεί η εθνική σωτηρία της χώρας. Από το 1930 ήταν ουσιαστικά αδύνατον να κυβερνηθεί η Γερμανία χωρίς την υποστήριξη των ναζιστών. Αλλά ακόμη και αν οι εκλογικές τους νίκες μπορούσαν να «μπλοκάρουν» τη δημοκρατία, δεν ήταν ακόμη αρκετές για να φέρουν τον Χίτλερ στην εξουσία. Συνεπώς, από το 1930 και μετά, το γερμανικό κράτος τελούσε σε αδιέξοδο. Οι δημοκρατικές δομές υπήρχαν αλλά η ίδια η δημοκρατία ήταν νεκρή ή τουλάχιστον ψυχορραγούσε.

Οι αντιδημοκρατικές ελίτ προσπάθησαν να προωθήσουν λύσεις αλλά απέτυχαν λόγω της αδιαλλαξίας του Χίτλερ. Τελικά, επειδή δεν μπορούσε να βρει καμία άλλη λύση για την ηγεσία της χώρας, ο πρόεδρος Πολ βον Χίντεμπουργκ διόρισε τον Χίτλερ καγκελάριο, στις 30 Ιανουαρίου 1933. Αυτό που ακολούθησε οδήγησε σε καταστροφή τη Γερμανία, την Ευρώπη και ολόκληρο τον πλανήτη.

Τα γεγονότα αυτά αντηχούν ακόμη και σήμερα. Στην Ευρώπη, λόγω της αυξημένης μετανάστευσης, οι περισσότερες χώρες έχουν βιώσει αν είδος αναγέννησης νεοφασιστικών κινημάτων. Δεξιοτέχνες πολιτικοί χρησιμοποιούν δημοκρατικές δομές για να οικοδομήσουν απολυταρχική εξουσία. Ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν έχει σταδιακά οδηγήσει τη Ρωσία προς αυτή την κατεύθυνση. Η Βενεζουέλα, υπό τον πρόεδρο Ούγκο Τσάβες, έχει επίσης δείξει ευδιάκριτες απολυταρχικές τάσεις. Στη Ζιμπάμπουε ο πρόεδρος Ρόμπερτ Μουγκάμπε μετέτρεψε τη δημοκρατία σε προσωπική του εξουσία.

Στο Πακιστάν η δημοκρατία προσφέρει προσωπείο για μια στρατιωτική δικτατορία, ακόμη και αν ο πρόεδρος Περβέζ Μουσάραφ έχει βγάλει τη στολή του. Ακόμη πιο ανησυχητικό ίσως είναι το γεγονός ότι ο πρόεδρος του Ιράν Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ χρησιμοποίησε τη λαϊκιστική υποστήριξη ενός πλουραλιστικού συστήματος για να ωθήσει τη χώρα σε επικίνδυνη εξωτερική πολιτική.

Πάντως η αλήθεια είναι ότι κανένα από αυτά τα παραδείγματα δεν αποτελεί παραλληλισμό με ό,τι φοβερό συνέβη στη Γερμανία το 1933. Τα νεοφασιστικά κινήματα στην Ευρώπη μπορούν σαφώς να τρομοκρατήσουν μειονότητες. Και κατάφεραν να δημιουργήσουν τέτοια δυσφορία σχετικά με τους μετανάστες ώστε τα μεγάλα πολιτικά κόμματα έλαβαν υπόψη τους τη διόγκωση αυτού του συναισθήματος.

Ωστόσο, εκτός αν συμβούν κάποιου είδους τελεσίδικα περιστατικά όπως ένας μείζων πόλεμος ή, λιγότερο πιθανό, μία ακόμη κατάρρευση του οικονομικού συστήματος, τα νεοφασιστικά κινήματα θα παραμείνουν στο περιθώριο της πολιτικής. Και κανένα από αυτά τα κόμματα δεν μπορεί σήμερα ούτε καν να σκεφτεί ότι θα προετοιμαστεί για έναν κατακτητικό πόλεμο.

Αλλού υφίστανται- και θα υπάρχουν πάντοτε- αποτρόπαιες μορφές απολυταρχισμού. Ούτε όμως στον τρόπο με τον οποίο αποκτούν εξουσία ούτε στη χρήση της δεν μοιάζουν αυτοί οι σύγχρονοι απολυταρχικοί ηγέτες με τον Αδόλφο Χίτλερ. Διεθνείς οργανισμοί και θεσμοί που δεν υπήρχαν στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου όπως ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, η Ευρωπαϊκή Ενωση, η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θέτουν και αυτοί φραγμούς στο είδος της καταστροφής που είχε καταβροχθίσει τη Γερμανία. Επίσης, δημοκρατίες που δέχονται πιέσεις μπορούν και αυτές να υψώσουν εμπόδια στον ανερχόμενο απολυταρχισμό.

Ευτυχώς, αυτό το οποίο συνέβη στη Γερμανία το 1933 και τα συνεπακόλουθά του θα παραμείνουν μοναδικό τραγικό γεγονός στην Ιστορία. Μας υπενθυμίζουν όμως πόσο απατηλή είναι η υπόθεση, ότι η δημοκρατία θα αποτελεί πάντοτε την πρώτη επιλογή ενός πληθυσμού διαλυμένου από τον πόλεμο, αντιμέτωπου με τεράστιες στερήσεις και φλεγόμενου με απέχθεια για την εθνική του ταπείνωση από αυτό που εκλαμβάνει ως ξένες δυνάμεις. Επίσης μας υπενθυμίζουν την ανάγκη για διεθνή συνεργασία προκειμένου να περιοριστούν τα εν δυνάμει «λυσσασμένα σκυλιά» στην παγκόσμια πολιτική σκηνή προτού γίνουν αρκετά επικίνδυνα ώστε να δαγκώσουν.

Ο κ. Ιαν Κέρσοου είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Sheffield στη Βρετανία και συγγραφέας του υπό έκδοση βιβλίου: «Ο Χίτλερ, οι Γερμανοί και η Τελική Λύση».