Ο «λύκος» με το κασμιρένιο τρίχωμα
Αν δεν την αναγνωρίσατε από τη φωτογραφία της, τότε θα πρέπει να ξεσκονίσετε τις γνώσεις σας από τον κόσμο των επιχειρήσεων. Η ομοιότητα της σημερινής πρωταγωνίστριας αυτής εδώ της σελίδας με τον πατέρα της είναι περισσότερο από προφανής. Η Ντελφίν Αρνό, κόρη του πλουσιότερου ανθρώπου της Γαλλίας, δεν έχει κληρονομήσει μόνο τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του ιδιοκτήτη του ομίλου ειδών πολυτελείας LVMH (Moet Hennessy Louis Vuitton) αλλά και ένα μεγάλο μέρος από τις ικανότητες, την τόλμη και την αποφασιστικότητά του. Τόσο μεγάλο μέρος που σε ηλικία 33 ετών μετέχει εδώ και χρόνια στο διοικητικό συμβούλιο του ομίλου, ενώ πρόσφατα τοποθετήθηκε στη θέση της αναπληρώτριας διευθύντριας του οίκου Dior, που αποτελεί ίσως το πιο πολύτιμο απόκτημα της αυτοκρατορίας του πατέρα της. Την έχουν αποκαλέσει «λύκο με κασμιρένια γούνα», επειδή πίσω από το γλυκό χαμόγελο και τα ευγενικά χαρακτηριστικά κρύβεται μια πολύ ισχυρή και αποφασισμένη γυναίκα. Λένε ότι η Ντελφίν Αρνό θα είναι η διάδοχος του πατέρα της, όταν έρθει εκείνη η ώρα. Μια ώρα που αργεί, γιατί ο Μπερνάρ Αρνό δεν έχει κλείσει ακόμη τα 60, αλλά όπως όλοι οι προνοητικοί άνθρωποι θέλει από τώρα να είναι σίγουρος για το μέλλον.
Με το που ξέφυγε από το (ψυχολογικό) όριο των 30 χρόνων, η Ντελφίν Αρνό εξελίσσεται σιγά σιγά σε Νο2 του ομίλου LVMH. Μετέχει, όπως είπαμε, από το 2003 στο διοικητικό συμβούλιο, όπου έγινε (και παραμένει) η πρώτη και μοναδική γυναίκα εκεί μέσα. Μια μοναδικότητα που υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων του ομίλου περιστρέφεται γύρω από τη γυναικεία ομορφιά και εμφάνιση. Μια ισχυρή γυναίκα ανάμεσα σε μια ομάδα από εξίσου ισχυρούς άνδρες, οι οποίοι πλαισιώνουν τον πιο πλούσιο άνθρωπο της Γαλλίας και στενό φίλο του προέδρου Νικολά Σαρκοζί.
Γεννημένη το 1975 (από τον πρώτο γάμο του Μπερνάρ Αρνό), η Ντελφίν σπούδασε στην EDHEC (Ανωτάτη Σχολή Εμπορικών Σπουδών) στην πόλη Λίλλη και στη συνέχεια στη London School of Economics. Εργάστηκε πρώτα στη McKinsey στο Παρίσι και στη συνέχεια βούτηξε στα βαθιά νερά της οικογενειακής επιχείρησης. Με πρώτο της δάσκαλο τον σχεδιαστή Τζον Γκαλιάνο – χαϊδεμένο παιδί του πατέρα της – ασχολήθηκε με το στήσιμο της δικής του φίρμας, προτού περάσει στον Dior, όπου και παραμένει. Ασχολήθηκε πρώτα με τον κλάδο υποδημάτων της φίρμας και μετά άρχισε να ανοίγει τα φτερά της σχεδόν παντού. Η τελευταία της προαγωγή – πριν από μερικές εβδομάδες – στη θέση της αναπληρώτριας διευθύντριας επιβεβαίωσε τη δυναμική της παρουσία και δημιούργησε σοβαρές προοπτικές για το μέλλον. Και όλα αυτά επειδή το αξίζει και όχι επειδή θέλει να περνάει τον καιρό της ευχάριστα και δημιουργικά.
Οπως αναφέρει στον «Figaro» ο Σίντνεϊ Τολεντάνο, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Dior, η Ντελφίν «διαθέτει το πάθος, την αντίληψη της φίρμας, την αίσθηση του προϊόντος και των αγορών». Γι’ αυτό της ανήκει δικαιωματικά ο διευρυμένος ρόλος της, που περιλαμβάνει και τους τομείς του μάρκετινγκ, της γενικότερης στρατηγικής και της ανάπτυξης της εικόνας της φίρμας. Ανέλαβε επίσης τον συντονισμό μεταξύ των αρωμάτων και των ενδυμάτων Dior, για να υπάρχει μεγαλύτερη συνάφεια στα προϊόντα. Ο κ. Τολεντάνο προσθέτει ότι η Ντελφίν αντιμετωπίζεται όπως όλοι οι εργαζόμενοι στον όμιλο και ότι ο πατέρας της επιμένει ιδιαίτερα σε αυτό.
Σε ένα προφίλ της που φιλοξένησε το αμερικανικό περιοδικό «Time», όταν τη συμπεριέλαβε στον κατάλογο με τους 100 φερέλπιδες νέους από ολόκληρο τον κόσμο, τη χαρακτηρίζει «δειλή» στην πρώτη προσέγγιση, αλλά ότι ξέρει καλά να παρατηρεί τι συμβαίνει γύρω της και ότι έχει κληρονομήσει την αποφασιστικότητα του πατέρα της να γίνονται τα πράγματα όπως πρέπει. Η ίδια πιστεύει ότι η προώθησή της αποτελεί ενίσχυση της ηγετικής ομάδας της φίρμας, σε μια περίοδο κατά την οποία γνωρίζει ταχύτατους ρυθμούς ανάπτυξης σε ολόκληρο τον κόσμο. Θεωρεί επίσης ότι η παρουσία της στη διοίκηση αποτελεί αντανάκλαση του οικογενειακού χαρακτήρα του ομίλου. Η ίδια βρίσκεται σε καθημερινή επαφή με τον πατέρα της και με τον μικρότερο αδελφό της Αντουάν, ο οποίος επίσης μετέχει στο διοικητικό συμβούλιο. «Αντιπροσωπεύουμε την τρίτη γενιά της οικογενείας μας και μια γενιά που βρίσκεται πολύ κοντά σε πολλούς από τους πελάτες μας» δήλωσε η ίδια στον «Figaro».
Ο Αντουάν Αρνό, ο οποίος είναι επίσης επικεφαλής του τμήματος επικοινωνίας στον οίκο Louis Vuitton, αναφέρει: «Μεγαλώσαμε μιλώντας για δουλειές. Αυτό ήταν το θέμα συζητήσεων στο δείπνο με τον πατέρα μας… Η Ντελφίν έχει το χάρισμα της πολυτέλειας και του εμπορίου: έχει μιαν έκτη αίσθηση γι’ αυτό». Η Λαουντόμια Πούτσι, του ομώνυμου ιταλικού οίκου που επίσης ανήκει στους Αρνό, αναφέρει: «Οταν έρχεται στη δουλειά, ασχολείται με τις λεπτομέρειες των προϊόντων». Ενα άλλο στέλεχος, που θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία του, προσθέτει ότι η Ντελφίν προτιμάει να μένει έξω από την καθημερινή διαχείριση, αλλά ασχολείται πολύ με τα ίδια τα προϊόντα και τον σχεδιασμό τους. «Είναι πολύ καλή στη στρατηγική και σαφώς την ετοιμάζουν για μια ανώτερη θέση στην εταιρεία χόλντινγκ».
Εδώ και δυόμισι χρόνια η Ντελφίν Αρνό είναι παντρεμένη με τον Αλεσάντρο Γκάντσια, γόνο της ιταλικής οικογενείας των οινοπαραγωγών. Ο γάμος τους, τον Σεπτέμβριο του 2005, και η εντυπωσιακή δεξίωση που ακολούθησε στο Σατό ντ’ Υκέμ, ιδιοκτησίας των Αρνό, ήταν το γεγονός της χρονιάς για την κοσμική ζωή της Γαλλίας και όχι μόνο. Για την ώρα δεν προβλέπεται εξαγορά της Gancia από τον LVMH, αν και τίποτε δεν πρέπει να αποκλείεται στο μέλλον, δεδομένης της τακτικής του Μπερνάρ Αρνό να επιτίθεται ξαφνικά και να αρπάζει το θήραμά του μέσα από το στόμα του αντιπάλου.
Ετσι έχτισε την αυτοκρατορία του, μέσα από τα συντρίμμια της αυτοκρατορίας των Μπουσάκ και με την οικονομική βοήθεια του βιομηχάνου πατέρα του. Μιαν αυτοκρατορία που συνεχώς μεγαλώνει, επωφελούμενη και από την άνθηση του κλάδου των ειδών πολυτελείας εν μέσω της δεινής οικονομικής συγκυρίας. Διότι ως γνωστόν, όταν οι φτωχοί φτωχαίνουν, οι πλούσιοι γίνονται ακόμη πλουσιότεροι και χρειάζονται τα αγαθά που τους προσφέρει ο όμιλος LVMH για να ντυθούν, να πιουν και να διασκεδάσουν.
Τις τελευταίες εβδομάδες κυκλοφόρησε στους διεθνείς οικονομικούς κύκλους η φήμη ότι ο Αρνό ετοιμάζεται να «χτυπήσει» τον οίκο Hermès ή και τον Tiffany. Η πρώτη περίπτωση, που αποτελεί όνειρο ζωής για τον Αρνό (και για κάθε Αρνό), διαψεύστηκε αμέσως, αφού η οικογένεια Ντυμά, που ελέγχει πλήρως τον Hermès, δεν πουλάει και κρατάει πολύ σφιχτά τις μετοχές της για να τις αφήσει να τις πάρουν τρίτοι. Ο Αμερικανικός Tiffany είναι όμως διαφορετική περίπτωση, αφού η μετοχική του σύνθεση είναι κατακερματισμένη, και το αδύναμο δολάριο τον καθιστά λιχουδιά στο στόμα του Αρνό, ο οποίος χρειάζεται μια τονωτική ένεση στον κλάδο των κοσμημάτων για να ενισχύσει τη θέση του στον τομέα αυτόν απέναντι στον Richemont, ιδιοκτήτη μεταξύ άλλων του Cartier. Ενδεχομένως εδώ αναμένονται εξελίξεις.



