nbak@dolnet.gr


Το βιβλίο Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα, Μια συγχρονική ανθολογία του Ευριπίδη Γαραντούδη, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, δημιούργησε κιόλας μεγάλη αναταραχή στον μικρόκοσμο της ελληνικής ποίησης. Υπάρχουν ποιητές που υπερανθολογούνται, άλλοι που υποανθολογούνται και άλλοι που απουσιάζουν εντελώς. (Θυμίζω τη σχετική αναταραχή που είχε προκαλέσει η παλαιότερη Ανθολογία νεότερης ελληνικής ποίησης, 1980-1997 του Γαραντούδη.)


Η ανθολογία είναι βέβαια μια υποκειμενική υπόθεση. Μπορεί ο ανθολόγος, ιδιαίτερα ο φιλόλογος ανθολόγος, όπως στην περίπτωση του Ευριπίδη Γαραντούδη, να εφαρμόζει κριτήρια επιστημονικά, αλλά το προσωπικό του γούστο, ακόμη και ως κριτική στάση, είναι ισχυρό και οπωσδήποτε επηρεάζει την ανθολόγηση και τον ερανισμό. Αυτό είναι νόμιμο και κανένας δεν θα ψέξει τον ανθολόγο για τις επιλογές του. Ούτε θέλω να φανταστώ ότι σήμερα ένας ανθολόγος μπορεί να λειτουργεί με κριτήρια αποκλεισμού ή αφοριστικά, δηλαδή να αποκλείει ποιητές για λόγους μη λογοτεχνικούς, για λόγους που μπορεί να έχουν σχέση, για παράδειγμα, με προσωπικές αντιπαλότητες ή ακόμη και με πελατειακές σχέσεις. (Γιατί σε κάθε μικρόκοσμο οι μικροσχέσεις εξουσίας και ανταλλαγών – θα σου κάνω αυτό, θα μου κάνεις εκείνο – είναι υπαρκτές.) Αλλά ανεξαρτήτως του μικρόκοσμου ή μη, ο ανθολόγος έτσι κι αλλιώς ασκεί εξουσία, βρίσκεται σε θέση υπεροχής σε σχέση με τους ανθολογουμένους.


Οι ανθολογίες κρίνονται βέβαια εκ του αποτελέσματος και φυσικά από τον χρόνο. Πολύτομη ανθολογία, από την πλευρά της Αριστεράς, σήμερα μπορεί να σταθεί μόνο ως φιλολογικό τεκμήριο μιας ιδεολογικής στάσης, ως εργαλείο έρευνας για να δεις τι ευνοούσε και τι όχι η αριστερή κριτική τις δύο κρίσιμες δεκαετίες που ακολούθησαν το τέλος του Εμφυλίου. Στις μέρες μας μια τέτοια ανθολογία δεν μπορεί να λειτουργήσει αντιπροσωπευτικά, ιδιαίτερα όταν ελάσσονες ποιητές, που ανήκαν όμως στην Αριστερά, έχουν το ίδιο μερίδιο ή ακόμη και μεγαλύτερο από τον Σεφέρη. Ακόμη και μια «λαϊκή» ανθολογία, όπως αυτή του Παπύρου, που είχε κυκλοφορήσει σε Βίπερ, είναι ξεπερασμένη σήμερα, γιατί διαφορετικά θα ανθολογούσαμε τώρα το έργο ποιητών που ανθολογούνται εδώ. Το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό. Δεκάδες ανθολογίες θεωρούνται πλέον ξεπερασμένες, καθώς οι επιλογές των ανθολόγων τους δεν έχουν αντέξει στον χρόνο. Εργα επαναξιολογούνται, επανανακαλύπτονται, κερδίζουν ή χάνουν. Φανταστείτε, ας πούμε, μια ανθολογία ελληνικής ποίησης στη δεκαετία του 1870. Είναι σίγουρο ότι θα απουσίαζε ο Διονύσιος Σολωμός, ο οποίος αρχίζει να αξιολογείται πραγματικά αρκετά χρόνια μετά την έκδοση Πολυλά.


Η ανθολογία, εξ ορισμού, είναι βεβαίως επιλεκτική. Επιλεκτική ως προς τους ανθολογουμένους – γιατί αυτός ο ποιητής και όχι ο άλλος – αλλά και επιλεκτική ως προς το ανθολογούμενο έργο – γιατί αυτό το ποίημα του ανθολογούμενου ποιητή και όχι το άλλο. Αυτή η επιλεκτική εργασία δημιουργεί τα μεγάλα προβλήματα. Και τα δημιουργεί όχι μόνο μεταξύ των ζώντων ποιητών αλλά και μεταξύ των φιλολόγων και των κριτικών, στον βαθμό που η κριτική λειτουργία του ανθολόγου ευνοεί περισσότερο έναν ποιητή ή ένα έργο του ποιητικού μας πανθέου.


Υπάρχουν και ανθολόγοι που σκοπίμως αποκλείουν ποιητές και έργα, με στόχο τον δημοσιογραφικό και λογοτεχνικό θόρυβο. Πολλοί «κανόνες», που είδαν το φως της δημοσιότητας μετά τον περίφημο, και απολύτως υποκειμενικό, Κανόνα του Χάρολντ Μπλουμ, ομολογημένα ή ανομολόγητα στοχεύουν στον θόρυβο αυτόν.


Τι διασώζει μια ανθολογία. Το κύρος του ανθολόγου, η αυθεντική κριτική λειτουργία του που έχει την έξωθεν καλή μαρτυρία από το σύνολο του έργου του. Και βεβαίως η αποδοχή της, ιδιαίτερα η ένταξή της στην παιδαγωγική λειτουργία.