Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Κλίντον αγνόησε τις συστάσεις και τις προειδοποιήσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης και εν ονόματι των «νέων μέτρων για την καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας» υπέγραψε την περασμένη Δευτέρα νόμο που τιμωρεί τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις οι οποίες θα ήθελαν να συνεργαστούν με το Ιράν και τη Λιβύη, προκαλώντας έτσι οξύτατη ένταση στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ευρώπη. Η ενέργεια του αμερικανού προέδρου, ο οποίος θεωρεί τη Λιβύη και το Ιράν «χώρες τρομοκρατών», ενισχύει ενδεχομένως τον προεκλογικό αγώνα του αλλά μακροπρόθεσμα αναμένεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με τους συμμάχους της.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση και οι κυβερνήσεις Γερμανίας, Ιταλίας, Γαλλίας και Βρετανίας, που έχουν συγκεκριμένα συμφέροντα και σημαντικές επενδύσεις στο Ιράν και στη Λιβύη, αντέδρασαν αμέσως με οργή στην υπογραφή του σχετικού νόμου ο οποίος, όπως τονίζεται, επιχειρεί «να επιβάλει την αμερικανική νομοθεσία και στο εξωτερικό» και αποτελεί «ωμή παραβίαση των διακηρυγμένων αρχών της ελευθερίας του εμπορίου». Είναι η δεύτερη φορά εντός ολίγων εβδομάδων που οι σχέσεις ΗΠΑ – Ευρώπης βρίσκονται σε ένταση εξαιτίας αυθαίρετων ενεργειών της Ουάσιγκτον στον χώρο του διεθνούς εμπορίου. Πάντοτε για να εξυπηρετήσει τον προεκλογικό αγώνα του, ο πρόεδρος Κλίντον είχε υπογράψει προ μηνός περίπου τον λεγόμενο νόμο Χελμς – Μπάρτον που «απαγορεύει» σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών να συνεργάζονται με την Κούβα. Ηταν όμως τόσο καθολική η αντίδραση της Ευρώπης και του Καναδά που ο νόμος επί του παρόντος δεν ενεργοποιείται. Αντιθέτως ο νέος νόμος (νόμος Ντ’ Αμάτο) για τη Λιβύη και το Ιράν τίθεται αμέσως σε ισχύ, γεγονός που προκάλεσε την έντονη και καθολική διαμαρτυρία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σερ Λίον Μπρίταν σε δηλώσεις του τόνισε ότι ο νόμος Ντ’ Αμάτο «καθιερώνει την ανεπιθύμητη αρχή ότι μία χώρα μπορεί να υπαγορεύει την εξωτερική πολιτική των άλλων χωρών» και προειδοποίησε ότι «η ΕΕ θα λάβει μέτρα για να προασπίσει τα δικαιώματα και τα συμφέροντά της». Στη Ρώμη ο υπουργός Εξωτερικών κ. Ντίνι δήλωσε ότι «η Ιταλία δεν πρόκειται να έρθει σε ρήξη με τη Λιβύη», παρατήρησε ότι «η τρομοκρατία δεν αντιμετωπίζεται με τέτοιες απαγορεύσεις» και προειδοποίησε ότι η Ιταλία «δεν θα μείνει με σταυρωμένα χέρια, θα πρέπει να αντιδράσουμε». Η Ιταλία εισάγει 22 εκατ. τόνους πετρέλαιο από τη Λιβύη και 11 εκατ. τόνους ετησίως από το Ιράν και η κρατική ΕΝΙ έχει επενδύσεις άνω των 500 εκατ. δολαρίων στη Λιβύη.
Εντονότερες ήταν οι αντιδράσεις στη Γαλλία, η οποία μόλις πριν από έναν χρόνο έκλεισε συμφωνία 600 εκατ. δολαρίων με το Ιράν για προμήθεια 150.000 βαρελιών πετρελαίου την ημέρα μετά το 1998. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών δήλωσε ότι «οι εταίροι στην ΕΕ απορρίπτουν ομοφώνως την εφαρμογή του αμερικανικού νόμου σε διεθνές επίπεδο» και ετοιμάζονται «να απαντήσουν καταλλήλως» στην Ουάσιγκτον. Επίσης ο υπουργός Βιομηχανίας κ. Μποροτρά τόνισε ότι η Γαλλία «δεν πρόκειται να δεχθεί ισχύ ενός εθνικού νόμου σε διεθνές επίπεδο» και αναφέρθηκε στις «σοβαρές επενδύσεις» που έχουν κάνει γαλλικές επιχειρήσεις σε πετρελαιοπηγές της Λιβύης προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγή τους από 45.000 σε 100.000 βαρέλια ημερησίως από του χρόνου.
Στις Βρυξέλλες ο επίτροπος για θέματα ενέργειας κ. Παπουτσής αναφερόμενος στον νόμο Ντ’ Αμάτο τόνισε ότι «η ΕΕ εξαρτάται κατά 80% από εισαγόμενο πετρέλαιο και από αυτό το 20% εισάγεται από τη Λιβύη και το Ιράν». (Οι ΗΠΑ εισάγουν μόνο το 50% των αναγκών τους από το εξωτερικό, κυρίως από τη Μέση Ανατολή και το Μεξικό). Διακοπή της εισαγωγής στην παγκόσμια πετρελαιαγορά των ποσοτήτων από τη Λιβύη και το Ιράν «θα είχε άμεση συνέπεια επί των τιμών», τονίζει ο κ. Παπουτσής. Και επέμεινε ότι «η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι υπέρ του διαλόγου και όχι υπέρ των εμπορικών αντιποίνων».
«Διάλογο» με το Ιράν και όχι απαγορευτικά μέτρα τα οποία «θίγουν την Ευρώπη» συνιστά και ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών κ. Κίνκελ, ο οποίος δικαιολόγησε τις εμπορικοοικονομικές συμφωνίες που υπέγραψε πρόσφατα με την Τεχεράνη, τονίζοντας ότι «διαφωνεί ριζικά με τη στάση της Αμερική» στο ζήτημα των σχέσεων με το Ιράν. Ο κ. Κίνκελ κρίνει τον νέο αμερικανικό νόμο «αναποτελεσματικό», τον θεωρεί «μέρος της όλης προεκλογικής κίνησης στις ΗΠΑ», αλλά προειδοποιεί την Ουάσιγκτον ότι «οι Ευρωπαίοι δεν πρόκειται να τον αποδεχθούν» και ότι «δεν θα βραδύνει η απάντησή τους».
Στις Βρυξέλλες, πράγματι, γίνεται ήδη λόγος για «αντίμετρα», όπως λ.χ. απόφαση της ΕΕ να μην καταβάλει καμία ευρωπαϊκή εταιρεία το πρόστιμο που ενδέχεται θα επιβάλουν οι αμερικανικές αρχές, να καταγραφούν σε «μαύρο πίνακα» οι αμερικανικές εταιρείες που ίσως επωφεληθούν από τα μέτρα σε βάρος ευρωπαϊκών εταιρειών, να περιοριστούν οι βίζες εισόδου αμερικανών πολιτών σε χώρες της ΕΕ κ.ά. Τα σχετικά μέτρα πιστεύεται ότι θα συζητηθούν στην πρώτη μετά τις θερινές διακοπές συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ, στις 7-8 Σεπτεμβρίου, στο Τρέιλι της Ιρλανδίας, όπου αναμένεται να γίνει ευρύτερη συζήτηση για τις σχέσεις ΕΕ – ΗΠΑ.
Αντιδράσεις όμως σημειώνονται και στις ΗΠΑ, όπου γενικώς τόσο η πίεση για μέτρα εναντίον της Λιβύης και του Ιράν όσο και η υπογραφή του σχετικού νόμου κρίνονται «φτηνό προεκλογικό παιχνίδι και των δύο κομμάτων». Πηγές του Λευκού Οίκου υπενθυμίζουν ότι η Λιβύη «αρνείται να παραδώσει τους δύο τρομοκράτες που ευθύνονται για την καταστροφή του τζάμπο» στο Λάκερμπι και ότι το Ιράν «υποθάλπει την τρομοκρατία», θύμα της οποίας είναι και το αεροπλάνο της TWA. Οι ίδιες πηγές εξηγούν ότι ο Κλίντον υπέγραψε τον νόμο Ντ’ Αμάτο «για να εξουδετερώσει προεκλογική συνθηματολογία του αντιπάλου του», αναγνωρίζουν ότι ο νόμος «ικανοποιεί συναισθηματικά» το ισχυρό εβραϊκό λόμπι και αφήνουν να εννοηθεί ότι μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου και εφόσον, όπως πιστεύεται, επανεκλεγεί ο πρόεδρος Κλίντον, «η Ουάσιγκτον και οι ευρωπαίοι σύμμαχοι θα διαμορφώσουν μια κοινώς αποδεκτή πολιτική» έναντι του Ιράν και της Λιβύης, «αποστεώνοντας» τον νόμο Ντ’ Αμάτο. Αλλωστε, λένε, ο νόμος έχει «αρκετά παραθυράκια» που επιτρέπει σε ευρωπαϊκές εταιρείες να συνεχίσουν τις εργασίες τους στις δύο χώρες. Αναγνωρίζεται ωστόσο ότι και μόνη η υπογραφή του από τον πρόεδρο υπονομεύει τις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Συγκεκριμένα, «δημιουργεί προβλήματα αμερικανοευρωπαϊκής ομοφωνίας σε θέματα όπως η διεύρυνση του ΝΑΤΟ, το μέλλον της Βοσνίας, η εκλογή γενικού γραμματέα του ΟΗΕ κ.ά.».



