Η ελπίδα της Δευτέρας



Ελπίδες για ανάκαμψη του ελληνικού Χρηματιστηρίου από αύριο δημιουργούν η άνοδος της Γουόλ Στριτ κατά 2% την Παρασκευή καθώς και η πρωτοβουλία του αμερικανού προέδρου Μπιλ Κλίντον για συντονισμό της δράσης της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομικής ηγεσίας προκειμένου να αποφευχθεί η ύφεση και να ενισχυθούν οι οικονομίες των χωρών που πλήττονται άμεσα από την κρίση. Η ραγδαία υποχώρηση των τιμών των μετοχών σε όλα τα χρηματιστήρια του κόσμου την περασμένη εβδομάδα και οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει η διατήρηση της αναταραχής στις διεθνείς κεφαλαιαγορές αυξάνουν την πίεση για συντονισμό των οικονομικά ισχυρών χωρών και των διεθνών οργανισμών προκειμένου να αποτραπεί η παγκόσμια οικονομική ύφεση.


Το μήνυμα ελπίδας αναμένεται ότι θα προέλθει από την Ουάσιγκτον, όπου από χθες έχει συγκεντρωθεί η παγκόσμια οικονομική ηγεσία για την ετήσια συνάντηση της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αλλά και η πολιτική ηγεσία των οικονομικά ισχυρών κρατών. Ο πρόεδρος Κλίντον κάλεσε τα πλουσιότερα έθνη να υποστηρίξουν την πρόταση για άμεση και ισχυρή οικονομική βοήθεια προς τις χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο, υπογραμμίζοντας ότι ο κόσμος αντιμετωπίζει τη «σοβαρότερη οικονομική πρόκληση των τελευταίων 50 ετών». Σκοπός είναι η δημιουργία ενός οργανισμού συνδεδεμένου με το ΔΝΤ, ο οποίος θα προσφέρει οικονομική βοήθεια στις χώρες που πλήττονται από την κρίση, ξεκινώντας από τη Βραζιλία, η οποία αναμένεται ότι θα είναι το επόμενο θύμα της κρίσης μετά τις χώρες της Ασίας και τη Ρωσία.


Το ζητούμενο είναι αφ’ ενός να βρεθούν τα κεφάλαια για τη στήριξη των οικονομιών και αφ’ ετέρου να προσδιοριστούν και να συμφωνηθούν μέτρα τα οποία θα περιορίσουν τους νομισματικούς και πιστωτικούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι οικονομίες από την παγκοσμιοποίηση και τη δράση των κερδοσκοπικών αμοιβαίων κεφαλαίων.


Στην Ελλάδα, όπου η υποχώρηση του γενικού δείκτη του Χρηματιστηρίου Αθηνών έφθασε την Παρασκευή στο υπερβολικό ποσοστό 7,32%, η κυβέρνηση έχει συνταχθεί με τις απόψεις της Γερμανίας και της Γαλλίας, ώστε να υπάρξει συντονισμός για μεγαλύτερη διαφάνεια στις νομισματικές συναλλαγές και για περιορισμό των κινδύνων που αναλαμβάνει το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα.


Ενώ η ελληνική οικονομία δεν εμπλέκεται άμεσα στη διεθνή νομισματική αναστάτωση, το ενδεχόμενο διατήρησής της μπορεί να προκαλέσει πιέσεις στην αγορά ομολόγων και εμμέσως στη δραχμή. Αν η παγκόσμια οικονομία εισέλθει σε φάση ύφεσης, θα δυσχερανθεί η σύγκλιση των ευρωπαϊκών οικονομιών, θα περιοριστούν τα εισοδήματα και θα αυξηθεί η ανεργία σε ολόκληρη την Ευρώπη, φυσικά και στην Ελλάδα.


Ο πρωθυπουργός κ. Κ. Σημίτης είναι σε συνεχή επαφή με τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας κ. Ι. Παπαντωνίου και τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Λουκά Παπαδήμο, οι οποίοι βρίσκονται από προχθές στην Ουάσιγκτον. Ο κ. Παπαντωνίου υπενθυμίζει σε κάθε ευκαιρία ότι οι περιπέτειες και οι πιέσεις που δέχθηκε η δραχμή το πρώτο τρίμηνο του έτους ήταν αποτέλεσμα επιθέσεων κερδοσκοπικών αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία είναι και τώρα παρόντα στην ελληνική οικονομία, έχοντας επενδύσει σημαντικά ποσά σε ομόλογα και μετοχές.


Ο υφυπουργός Οικονομικών κ. Ν. Χριστοδουλάκης από την πλευρά του ανέφερε προχθές, στη σύσκεψη του οικονομικού επιτελείου υπό τον κ. Σημίτη, ότι το ελληνικό Δημόσιο μέσω των δημοπρασιών που διενεργεί κάθε εβδομάδα είναι σε θέση να διασφαλίσει την αξία των ομολόγων και συνεπώς οι επενδυτές που επενδύουν σε αυτά και στα προμέτοχα δεν πρέπει να ανησυχούν για απώλειες. Ηδη την περασμένη εβδομάδα το υπουργείο Οικονομικών αγόρασε όλα τα ομόλογα που πουλούσε ένα ξένο αμοιβαίο κεφάλαιο, προκειμένου να μην πέσει η τιμή τους και να μη ζημιωθούν οι επενδυτές.


Ως σήμερα η κυβέρνηση δεν έχει αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο εκτάκτων μέτρων. Αν χρειαστεί όμως, θα επιδιωχθεί ο περαιτέρω περιορισμός των δαπανών για τη μείωση των ελλειμμάτων. Για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, η Τράπεζα της Ελλάδος θα διατηρήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα, ταυτιζόμενη και με την άποψη της ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας ότι δεν πρέπει να υπάρξει χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής στην Ευρώπη, της οποίας η οικονομία είναι ακόμη εύρωστη. Αν βεβαίως αποφασιστεί αλλαγή της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής, η Τράπεζα της Ελλάδος θα ακολουθήσει, προσαρμόζοντας και την ελληνική οικονομία στην κοινή ευρωπαϊκή πολιτική.