Η προχθεσινή μείωση των επιτοκίων στις 11 χώρες του ευρώ ήταν η πρώτη ισχυρή απόδειξη ότι στην Ευρώπη άρχισε ήδη η στροφή καθώς η σοσιαλδημοκρατία παίρνει πλέον τα ηνία της οικονομίας στα χέρια της. Πρόκειται για μια αριστερή στροφή; Πιθανόν! Το βέβαιο πάντως είναι ότι αρχιτέκτονας αυτής της αλλαγής πλεύσης στο ευρωπαϊκό σκάφος, που ως τώρα έκλινε μονομερώς προς την πλευρά της νομισματικής σταθερότητας, αναδεικνύεται ο γερμανός υπουργός κ. Οσκαρ Λαφοντέν. Ο «κόκκινος Οσκαρ», όπως τον αποκαλούν τα βρετανικά ταμπλόιντ γιατί απετόλμησε να τα βάλει με το δίδυμο των κκ. Βιμ Ντούιζενμπεργκ και Χανς Τιτμάγερ (προέδρων αντίστοιχα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Μπούντεσμπανκ), ήταν αυτός που έπεισε ότι τον πρώτο λόγο στη χάραξη της οικονομικής πολιτικής πρέπει να τον έχουν οι κυβερνήσεις και όχι οι τραπεζίτες, αν η Ευρώπη θέλει να αποφύγει τον χειμώνα της ύφεσης και να δώσει δουλειά στα 18 εκατομμύρια ανέργους της.



Στην Αθήνα η στροφή αυτή της Ευρώπης προκαλεί ικανοποίηση δεδομένου ότι θα βοηθήσει την ελληνική οικονομία να αντιμετωπίσει και οξύτατα προβλήματα, όπως η ανεργία, αλλά και να αποκρούσει από καλύτερες θέσεις απειλές για περικοπές κοινοτικών κονδυλίων ή επιβολή φορολογιών (ενεργειακοί ή περιβαλλοντικοί φόροι που θα πλήξουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας).


Μια πρώτη απάντηση στα ερωτήματα αυτά της Αθήνας θα δοθεί με τις αποφάσεις της συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που θα γίνει στις 11 και 12 Δεκεμβρίου στη Βιέννη και με την οποία θα κλείσει η αυστριακή προεδρία. Η οριστική απάντηση μετατίθεται για τη γερμανική προεδρία του πρώτου εξαμήνου του 1999 και πολλά κρίσιμα θέματα για τη χώρα μας, όπως π.χ. η «Ατζέντα 2000» που αφορά τη ροή κοινοτικών πόρων (Πακέτο Σαντέρ κλπ.), αναμένεται να λυθούν ή στο έκτακτο συμβούλιο κορυφής του Μαρτίου 1999 στις Βρυξέλλες ή στο κανονικό συμβούλιο του Ιουνίου στο Βερολίνο με το οποίο επίσης θα λήξει η γερμανική προεδρία.


Στο συμβούλιο των 15 αρχηγών κρατών και πρωθυπουργών στη Βιέννη τον πρωθυπουργό κ. Κ. Σημίτη θα συνοδεύουν οι υπουργοί Εθνικής Οικονομίας και Εξωτερικών κκ. Ι. Παπαντωνίου και Θ. Πάγκαλος.


Το πρωί της Παρασκευής θα αφιερωθεί στα οικονομικά θέματα που απασχολούν την Ευρώπη, με πρώτη προτεραιότητα την καταπολέμηση της ανεργίας και με στόχο να υιοθετηθούν οι κατευθυντήριες γραμμές για το 1999. Οι πρώτες εκτιμήσεις που γίνονται στην Αθήνα (διετυπώθησαν σε σύσκεψη που έγινε την Πέμπτη υπό την προεδρία του κ. Κ. Σημίτη και με τη συμμετοχή του υπουργού και του υφυπουργού Εργασίας κκ. Μ. Παπαϊωάννου και Χρ. Πρωτόπαπα) είναι θετικές και πιστεύεται ότι στη Βιέννη θα αποφασισθούν μέτρα για τους μακροχρόνια ανέργους, τη διά βίου κατάρτιση και τη δημιουργία ίσων ευκαιριών απασχόλησης.


Δεύτερο θέμα αυτής της ενότητας θα είναι ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών, που σημαίνει ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες θα υποχρεωθούν να εντάξουν τα νομισματικά μέτρα σε μια ενιαία πολιτική με στόχο την ανάπτυξη, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή. Παρ’ ότι και στον τομέα αυτόν οι λύσεις θα πάρουν χρόνο, η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί θετική εξέλιξη τη δημιουργία του γαλλογερμανικού άξονα ο οποίος, όπως διαγράφηκε από τη συνάντηση στο Πότσδαμ των κκ. Γκέρχαρντ Σρέντερ, Ζακ Σιράκ και Λιονέλ Ζοσπέν, τάσσεται υπέρ της οικοδόμησης ενός «αυθεντικού ευρωπαϊκού προτύπου» με τη συμπλήρωση του Συμφώνου Σταθερότητας με ένα σύμφωνο για την απασχόληση.



Οι τριβές για τους «15» και οι απειλές για την Ελλάδα θα ανακύψουν στην απογευματινή συνεδρίαση της Παρασκευής, όταν θα έλθει προς συζήτηση η «Ατζέντα 2000» που αφορά την κατανομή των κοινοτικών κονδυλίων μεταξύ των κρατών-μελών. Τα μέτωπα σύγκρουσης στον χώρο αυτόν διαγράφονται ως εξής:


­ Η Γερμανία, που είναι και ο κύριος χρηματοδότης των κοινοτικών ταμείων και πολιτικών, ζητεί να παγώσουν οι χρηματοδοτήσεις προς τα διαρθρωτικά ταμεία (κοινωνικό, περιφερειακό, συνοχής κλπ.) στα σημερινά επίπεδα για όλη την περίοδο 2000-2006 που καλύπτει το Πακέτο Σαντέρ. Η Γερμανία συνεπικουρείται από την Ολλανδία, την Αυστρία κλπ.


­ Η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ελλάδα και ενδεχομένως η Ιρλανδία αντιδρούν έντονα και είναι αποφασισμένες, αν τελικά η Γερμανία επιμείνει, να προβάλουν βέτο που είναι ικανό να αποτρέψει δυσμενείς εξελίξεις σε βάρος μας, αφού σύμφωνα με τις συνθήκες η αναμόρφωση του κοινοτικού προϋπολογισμού για να γίνει απαιτεί όχι απλώς ομοφωνία των ηγετών αλλά και αντίστοιχες αποφάσεις από τα εθνικά κοινοβούλια.


Σύμφωνα με υπολογισμούς που ήδη έχουν γίνει στο ΥΠΕΘΟ, η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής την οποία υποστηρίζει ένθερμα όλος ο ευρωπαϊκός Νότος για αφιέρωση στα διαρθρωτικά ταμεία πόρων που αντιστοιχούν στο 0,46% του κοινοτικού ΑΕΠ σημαίνει προικοδότησή τους για την περίοδο 2000-2006 με 280 δισ. ECU. Από το ποσό αυτό η Ελλάδα θα πάρει το 10%, δηλαδή 28 δισ. ECU ή 4 δισ. τον χρόνο, που θα καλύψουν το λεγόμενο Πακέτο Σαντέρ και οι πόροι αυτοί θα αντιστοιχούν στο 4% του ΑΕΠ της Ελλάδας. Πρόκειται λοιπόν για μια σημαντική ενίσχυση την οποία η κυβέρνηση δεν θα επιτρέψει να χαθεί έχοντας συμμάχους όλες τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ που παίρνουν το υπόλοιπο 90%.


Αν αντίθετα περνούσε η γερμανική πρόταση, τότε η προικοδότηση των Ταμείων θα έπεφτε από τα 280 δισ. ECU (1 ECU = 330 δρχ.) στα 200 και το μερίδιο της Ελλάδας στα 20 δισ. ή 2,9 δισ. τον χρόνο.


Στο συμβούλιο κορυφής θα συζητηθεί και η γερμανική πρόταση για εναρμόνιση της φορολογίας στις επιχειρήσεις και στις αποταμιεύσεις που στόχο έχει τους φορολογικούς παραδείσους της Βρετανίας και της Ιρλανδίας. Η Ελλάδα έχει μια ενδιάμεση θέση και πάντως θα εξαιρεθεί από τον ενεργειακό και περιβαλλοντικό φόρο με το επιχείρημα ότι πρόκειται να επιτύχει τον δύσκολο στόχο του πληθωρισμού. * Οι ζυμώσεις στην Ενωμένη Ευρώπη, σελ. Α51.


«Στα όπλα μας υπάρχει και το βέτο»


Στη Βιέννη είναι βέβαιο ότι δεν θα ληφθούν αποφάσεις για την «Ατζέντα 2000» και η αυστριακή προεδρία θα περιορισθεί να καταγράψει τις διαφωνίες. Στην Αθήνα πάντως, χωρίς να υποβαθμίζουν την απειλή, δεν ανησυχούν ιδιαίτερα. Οπως τονίζει στο «Βήμα» ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Ι. Παπαντωνίου:


«Η Ελλάδα και η κυβέρνηση του ΠαΣοΚ έχουν αντιμετωπίσει πολλές φορές στα προηγούμενα 15 χρόνια ανάλογες πιέσεις και προβλήματα. Σε κάθε διαπραγμάτευση για τις κατανομές των κοινοτικών κονδυλίων ο Βορράς ξεκινούσε με σκληρές θέσεις, ακολουθούσε μια μακρά περίοδος όπου ισορροπούσαν οι απειλές και οι διεκδικήσεις, και οι διαπραγματεύσεις κατέληγαν με αμοιβαίως αποδεκτές λύσεις. Σας υπενθυμίζω και την πορεία των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων που διεκδικούσε ο Ανδρέας Παπανδρέου και για την απόκτηση των οποίων δεν διστάσαμε να ασκήσουμε το δικαίωμα του βέτο (τον Δεκέμβριο του 1984) μπλοκάροντας για έξι μήνες την ένταξη της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Αποτέλεσμα αυτής της σθεναρής στάσης μας ήταν όσα θετικά επακολούθησαν για τη χώρα μας με το πρώτο και δεύτερο Πακέτο Ντελόρ.


Στις διαπραγματεύσεις που αρχίζουν τώρα έχουμε δύο θέσεις. Πρώτον, τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που ζητεί να αυξηθούν οι εισφορές των κρατών-μελών στον κοινοτικό προϋπολογισμό και να φθάσουν στο 1,27% του ΑΕΠ της ΕΕ. Δεύτερον, να μη μειωθούν οι πόροι για τα διαρθρωτικά ταμεία για να μην τεθεί σε κίνδυνο το επενδυτικό μας πρόγραμμα, το οποίο είναι προϋπόθεση για να επιτύχει η Ελλάδα την πραγματική πέραν της ονομαστικής σύγκλισης με την ένταξή της στην ΟΝΕ. Η Ελλάδα την επταετία 2000-2007 προσδοκά ετήσιους πόρους 1 τρισ. δρχ. από το Πακέτο Σαντέρ και 1 τρισ. από το Γεωργικό Ταμείο και είναι αποφασισμένη να αντισταθεί στις γερμανικές προτάσεις, που αν περάσουν θα μας στοιχίσουν 150 δισ. δρχ. από το Πακέτο Σαντέρ και 150 δισ. από τις αγροτικές ενισχύσεις τον χρόνο.


Εμείς διαθέτουμε για δημόσιες επενδύσεις τώρα 2 τρισ. δρχ. και θα αυξήσουμε το ποσό αυτό στα 2,5 τρισ. δρχ. τα επόμενα χρόνια για να στηρίξουμε την ταχεία ανάπτυξη της οικονομίας μας. Κατά συνέπεια δεν έχουμε περιθώρια να χάσουμε πόρους και να τους αντικαταστήσουμε με εθνικούς, διότι τότε θα παραβιάσουμε το Σύμφωνο Σταθερότητας. Θα είμαστε λοιπόν πολύ σκληροί στις διαπραγματεύσεις και στο οπλοστάσιό μας ως έσχατο υπάρχει και το βέτο».