των «Financial Times», επισημαίνει:


ΤΥΠΩΝΟΝΤΑΙ ταυτόχρονα σε εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε διαφορετικές γεωγραφικές ζώνες της υφηλίουΩ η ειδησεογραφική κάλυψη στις σελίδες τους δεν περιορίζεται από τα σύνορα μιας συγκεκριμένης χώραςΩ η γλώσσα στην οποία δημοσιεύεται η αρθρογραφία τους είναι τα αγγλικά. Ο λόγος για τις «παγκόσμιες εφημερίδες», τα έντυπα εκείνα των οποίων «το πεδίο», σύμφωνα με τη γνωστή έκφραση, «είναι ο κόσμος ολόκληρος». Οι εφημερίδες αυτές δεν είναι πολλές, οι τίτλοι τους όμως είναι γνωστοί σε ολόκληρη την υφήλιοΩ ανάμεσά τους οι αμερικανικές «Wall Street Journal» και «International Herald Tribune» (η δεύτερη έχει τη βάση της στο Παρίσι) και οι βρετανικοί «Financial Times».


Τις συνέπειες που έχει η παγκοσμιοποίηση για τον Τύπο, εξηγεί ο κ. Μόρις Τζεντ, διευθυντής του «FT Syndication», δηλαδή του τμήματος εκείνου της εφημερίδας που είναι επιφορτισμένο με την παραχώρηση δικαιωμάτων αναδημοσίευσης ή χρήση του περιεχομένου των «Financial Times» από άλλα έντυπα ή ειδησεογραφικούς οργανισμούς. Ο κ. Τζεντ που, προτού αναλάβει αυτή τη θέση, υπήρξε για χρόνια ανταποκριτής του BBC στη Μέση Ανατολή, βρέθηκε πρόσφατα στην Αθήνα και παραχώρησε συνέντευξη προς «Το Βήμα».


Οι «Financial Times» τυπώνονται καθημερινά στη Βρετανία (στο Λονδίνο και στο Λιντς)Ω σε διαφορετικά σημεία της ηπειρωτικής Ευρώπης, δηλαδή στη Στοκχόλμη, στη Φραγκφούρτη (είναι η έκδοση που φθάνει στην Αθήνα), στο Ρουμπέ και στη ΜαδρίτηΩ στην ανατολική και στη δυτική ακτή των Ηνωμένων ΠολιτειώνΩ τέλος, στην Απω Ανατολή, όπου σημεία έκδοσης είναι το Τόκιο και το Χονγκ Κονγκ. «Την ώρα όπου αποχωρεί η Βρετανία, εισερχόμαστε εμείς», λέει ο κ. Τζεντ, αναφερόμενος στην περιαγωγή του Χονγκ Κονγκ στην κυριαρχία της Κίνας. Η οικονομική ανάπτυξη της «χώρας στο κέντρο του κόσμου» καθιστά αυτονόητο το ενδιαφέρον των «Financial Times», που προσδοκούν πολλά από τα γραφεία της εφημερίδας στο Πεκίνο και στη Σαγκάη. Εύλογα, πάντως, η βρετανική και η διεθνής έκδοση της εφημερίδας που τυπώνεται παραδοσιακά σε ροζ χαρτί, έχουν κάποιες διαφοροποιήσεις οι οποίες είναι εμφανείς στα πρωτοσέλιδα, ιδίως ως προς την έμφαση που δίνεται σε διαφορετικά θέματα.


Γιατί μια εφημερίδα αποφασίζει να απευθυνθεί σε ένα διεθνές κοινό; Πρώτα πρώτα, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι μόνο ένα έντυπο, το οποίο τυπώνεται στην αγγλική γλώσσα (που είναι η lingua franca της εποχής μας), έχει μια τέτοια επιλογή. Υστερα, ότι μια τέτοια κίνηση έχει πολύ μεγαλύτερο νόημα για μια οικονομική εφημερίδα. Ο κ. Τζεντ επισημαίνει τις συνέπειες από την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και το γεγονός ότι, παραδείγματος χάριν, «ένας αθηναίος επιχειρηματίας είναι σήμερα υποχρεωμένος να γνωρίζει τι συμβαίνει στο Λονδίνο ή στο Τόκιο». Ειδικά για τους «Financial Times», πάντως, το «άνοιγμα» προς το διεθνές κοινό έχει να κάνει και με τις επιταγές της ανάπτυξής τους. Η συνολική κυκλοφορία της εφημερίδας είναι της τάξεως των 300.000 φύλλων, εν τούτοις η ανάπτυξη της διεθνούς έκδοσης γίνεται με ταχύτερους ρυθμούς από ό,τι της βρετανικής: «Στη Βρετανία το δυνάμει κοινό των “Financial Times” γνωρίζει ήδη την ύπαρξή τους».


Ακόμη περισσότερο: για μια εφημερίδα της οποίας το μεγαλύτερο τμήμα των εσόδων δεν είναι από τις πωλήσεις αλλά από τη διαφήμιση (δεδομένου του υψηλής ποιότητας προφίλ των αναγνωστών της), η επέκταση στη διεθνή αγορά δημιουργεί τις προϋποθέσεις για αύξηση των καταχωρήσεων ­ προοπτική που διακρίνεται ήδη, παραδείγματος χάριν, στην ιαπωνική αγορά. Βεβαίως, οι «Financial Times» δεν είναι μόνοι τους στη διεθνή δημοσιογραφική αγορά, αλλά δεν φαίνεται να έχουν προβλήματα με τον ανταγωνισμό. Απέναντι στο CNN και στη φιλοσοφία των «ζωντανών συνδέσεων» που καλύπτουν τις ειδήσεις «την ώρα που συμβαίνουν», ο κ. Τζεντ προτάσσει την ικανότητα μιας εφημερίδας να αναλύει τα γεγονότα και να φωτίζει τις εξελίξεις. Απέναντι σε έντυπους ανταγωνιστές, όπως η αμερικανική «Wall Street Journal», ο συνομιλητής μας εξηγεί ότι οι «Financial Times» είναι πλησιέστερα και διαθέτουν πολύ βαθύτερη κατανόηση της ευρωπαϊκής αγοράς, υπενθυμίζοντας και την τοποθέτηση της εφημερίδας υπέρ της Ενωμένης Ευρώπης (στάση που δεν είναι διόλου αυτονόητη στη Βρετανία και δικαιώνει το διεθνές πνεύμα του «FT»).


Ετσι, σε μια χρονική συγκυρία όπου οι περισσότερες ξένες εφημερίδες μειώνουν δραστικά τη διεθνή κάλυψη στις σελίδες τους (προκειμένου να περικόψουν τα έξοδά τους), οι «Financial Times» διατηρούν ένα από τα ευρύτερα δίκτυα ανταποκριτών και γραφείων ανά τον κόσμοΩ απευθύνονται άλλωστε σε ένα ειδικό κοινό που απαιτεί υψηλής ποιότητας πληροφορίες για το τι συμβαίνει στον κόσμο. Κλείνοντας τη συζήτηση, ο κ. Τζεντ βλέπει τη θέση της Ελλάδας στις διεθνείς σελίδες εφημερίδων να αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Η χώρα είναι, κατά την άποψή του, «φυσική εστία επιχειρηματικού και οικονομικού ενδιαφέροντος», αφού «διαθέτει την πιο αναπτυγμένη υποδομή στα Βαλκάνια, είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας» και τα μάτια των ξένων είναι πάντα συγκεντρωμένα στις εξελίξεις στη ναυτιλία και στο χρηματιστήριο. Για τον συνομιλητή μας, η Ελλάδα έχει ρόλο στην ανάπτυξη των Βαλκανίων και το πιθανότερο είναι ότι η παρουσία της στη διεθνή ειδησεογραφία θα αναβαθμισθεί.