Ενας θεσμός διατηρητέος


Θα καταργηθούν, λοιπόν, οι φοροαπαλλαγές. Οχι όλες, αλλά πολλές. Γιατί αντιβαίνει στην «ισότητα όλων των Ελλήνων απέναντι στον νόμο» ­ και στον έφορο ­ ν’ απαλλάσσονται ορισμένοι από ορισμένους φόρους, επειδή ανήκουν σ’ ένα επάγγελμα, σε μια κατηγορία κλπ., που έχει κριθεί άξιο «ευνοϊκής μεταχείρισης». Σωστά. Ενα καίριο, όμως, ερώτημα γεννιέται: Μήπως η κοινωνική ζημία που θα προκαλέσει αυτή η κατάργηση είναι πολύ μεγαλύτερη από τα λίγα «όβολα» που θα εισπράξει το (πενόμενο απ’ τη μια, υπερσπάταλο απ’ την άλλη) δημόσιο ταμείο;


Δεν θ’ αναφερθώ, για την ώρα, στο σύνολο των φοροαπαλλαγών. Θα περιορισθώ σ’ ένα μόνο θέμα: τις χορηγίες, που παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην πολιτιστική ζωή του τόπου.


Ως τώρα, όποιος (τράπεζα, εταιρία, ιδιώτης) προσφέρει κάποιο ποσό σ’ ένα ίδρυμα, οργανισμό, καλλιτεχνικό συγκρότημα κλπ., για να ενισχύσει την προσπάθειά του και την προσφορά του στον πολιτισμό μας, απαλλάσσεται από τη φορολόγηση του συγκεκριμένου ποσού. Η απαλλαγή αυτή και λογική είναι (όταν δωρίζεις προς το κοινωνικό σύνολο, είναι άδικο και παράλογο να φορολογείσαι κι από πάνω για τη δωρεά σου!) και αποτελεί για τους «έχοντες» κίνητρο να «θυσιάζουν» κάτι εκ του «περισσεύματός» τους για την προαγωγή των πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Αλλά και ωφέλιμη για το δημόσιο ταμείο, αφού οι χορηγοί πληρώνουν εξ ιδίων αυτά που το κράτος (αν θέλει ν’ ανταποκριθεί στην πολιτιστική αποστολή του) θα ήταν λίγο-πολύ υποχρεωμένο να καταβάλλει για τη δημιουργία και την επιβίωση πνευματικών-καλλιτεχνικών πρωτοβουλιών.


Ετσι, άλλωστε, γίνεται πια σ’ όλες τις χώρες ­παλαιοκοσμικές, νεοκοσμικές, τριτοκοσμικές. Πανεπιστήμια, μουσεία, θέατρα, αίθουσες συναυλιών κλπ. έχουν δημιουργηθεί χάρη στις χορηγίες κάποιων «προνομιούχων», που απαλλάσσουν το κράτος από ένα μέρος των δαπανών για πολιτιστικούς σκοπούς και, σ’ αντάλλαγμα, απαλλάσσονται οι ίδιοι από τη φορολόγηση του αντίστοιχου ποσού. Η «εξαίρεση» δεν είναι εξαίρεση, είναι κέρδος για όλους.


Αλλά και στη χώρα μας πόσα ανώτατα και κοινωφελή ιδρύματα, σχολεία, βιβλιοθήκες, μουσεία, κρατικά και δημοτικά θέατρα, στάδια κλπ. θα είχαν «κοσμήσει» αρχιτεκτονικά και πολιτιστικά τις πόλεις μας, αν δεν είχαν ανοίξει, και πλατύτατα, «το πουγγί τους» εκείνοι που δίκαια ονομάστηκαν «εθνικοί ευεργέτες»; Η περιβόητη ιδιωτική πρωτοβουλία και γενναιοδωρία αναπλήρωνε την κρατική αβουλία ή/και ανημπόρια. Και κανένας, βέβαια, δεν σκέφτηκε να φορολογήσει τους ευεργέτες.


Στην εποχή μας, δεν γίνονται πια τόσο μεγάλες δωρεές. Αλλά και οι (πολύ μικρότερης κλίμακας και, επομένως, «φορολογητέας ύλης») χορηγίες δεν παύουν να είναι ευεργετικές, όχι μόνο για τους αποδέκτες μα και για το κοινό. Οργανισμοί πολλαπλών καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων, όπως το Μέγαρο Μουσικής με τις πολυποίκιλες και πολυδάπανες εκδηλώσεις του, θεατρικά και άλλα καλλιτεχνικά συγκροτήματα με τολμηρά προγράμματα, λαμπρές καλλιτεχνικές εκδόσεις κλπ. μπόρεσαν να δουν το φως και να «φωτίσουν» το κοινό, μόνο χάρη στη χορηγική βοήθεια.


Τώρα, όμως, αν καταργηθεί η φοροαπαλλαγή για τις χορηγίες, θα πάψουν, φυσικά, και οι αρωγές… οι οργανισμοί που κατά μέγα μέρος στηρίζονται σ’ αυτές θα συρρικνωθούν, ίσως και να εκπνεύσουν… και η πολιτιστική ζωή μας θα δεχθεί ένα ακόμα βαρύ πλήγμα. Και αυτό, την ώρα που όλοι ­ κυβέρνηση, κόμματα, ΜΜΕ κλπ. ­ μιλάμε όχι μόνο για οικονομική αλλά και για πολιτιστική ανάπτυξη, το κυριότερο όπλο (όπως λέμε) στο πενιχρό οπλοστάσιό μας.


Μιλάμε, όμως, αδιάκοπα και για την μεγάλη πολιτιστική «κληρονομία», που «είμαστε θεματοφύλακές της». Οπως μιλάμε και για οικονομική και κοινωνική δικαιοσύνη. Και οι χορηγίες, διόλου συμπτωματικά, αποτελούν μέρος αυτής της κληρονομιάς και αυτής της δικαιοσύνης.


Χρειάζεται τάχα να θυμίσω πως ο θεσμός των χορηγιών επινοήθηκε στην ίδια τούτη πόλη, πριν 2.500 χρόνια; Ακριβώς για ν’ αμβλυνθούν οι οικονομικές ανισότητες και για ν’ απαλλαγεί η πολιτεία από ορισμένες δαπάνες, είχαν καθιερωθεί οι «λειτουργίες», που επιβάρυναν τους πλουσιότερους (όσους είχαν περιουσία πάνω από τρία τάλαντα) προς όφελος της πόλης και του λαού. Η λέξη «λειτουργία» αυτό σήμαινε: «λέιτος» ή «λήιτος», δηλαδή λαϊκός (λεώς = λαός, βλ. «λεωφορείο»!) και «έργον», ήγουν «έργο, υπηρεσία για τον λαό». Επειτα, λειτουργία σήμαινε και «δημόσια λατρεία των θεών»1, απ’ όπου και η χριστιανική λειτουργία.


Από τις λειτουργίες αυτές ­ όπως η «τριηραρχία» (η συντήρηση μιας τριήρους), η «γυμνασιαρχία» κλπ. ­ «υψίστη λειτουργία» λογαριαζόταν η χορηγία. «Χορηγός» ονομαζόταν αρχικά ο «άγων τον Χορόν» του δράματος, ο εξάρχων, ο κορυφαίος και, έπειτα, εκείνος που κατέβαλλε τη δαπάνη για την κατάρτιση Χορού και, γενικότερα, για την παράσταση δραματικού έργου.


Οι χορηγίες ­ που, κατά το Πάριο Χρονικό, καθιερώθηκαν το 509/508 π.Χ. ­ ήταν υποχρεωτικές ή προαιρετικές. Ενα μήνα μετά το τέλος των διονυσιακών εορτών, καθεμιά απ’ τις δέκα «φυλές» της Αθήνας επέλεγε τον δικό της χορηγό για τα Διονύσια ή τα Λήναια του επόμενου χρόνου (τι προγραμματισμός!). Οι δραματικοί ποιητές «ήτουν (ζητούσαν) Χορόν» από τον επώνυμο άρχοντα (για τα Διονύσια) ή απ’ τον «άρχοντα βασιλέα» (για τα Λήναια), κι εκείνος όριζε ποιος θα χορηγηθεί από ποιον. Ο «τυχερός» χορηγός διάλεγε, με τη σειρά του, τους υποκριτές και τα μέλη του Χορού, που τους δίδασκε ή ο ίδιος ο ποιητής (όπως έκανε ο Αισχύλος) ή άλλος, ειδικός «χοροδιδάσκαλος». Υπήρχε, μάλιστα και ειδικό χτίριο για τις δοκιμές, το Χορηγείον. Σ’ όλο το διάστημα της εντεκάμηνης προετοιμασίας, ο χορηγός έπρεπε να τρέφει τους ηθοποιούς και τον χορό, να πληρώνει τους ίδιους και τα έξοδα της παράστασης αλλά και τα «έξοδα παραστάσεώς» τους, αξιοπρεπούς εμφάνισής τους. Κι η δαπάνη ήταν μεγάλη, αν λογαριάσει κανείς πως, κάθε χρόνο, στους διονυσιακούς δραματικούς αγώνες, έπαιρναν μέρος κάπου 700-800 χορευτές, 30-50 ηθοποιοί, 20-40 μουσικοί2.


Μεγάλη η δαπάνη, αλλά μεγάλη και η τιμή για τους νικητές ­ όχι μόνο για τον ποιητή μα και για τον χορηγό και τη φυλή του. Τα ονόματα πολλών απ’ τους «δοτήρες» είναι γνωστά ­ οι ενδοξότεροι, όμως, ήταν ο Θεμιστοκλής, χορηγός της τραγωδίας του Φρυνίχου Φοίνισσαι (493-2)3, και ο νεαρός τότε Περικλής για τους Πέρσες του Αισχύλου (472). Αργότερα, στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, όταν τα οικονομικά του άστεος δυσκόλεψαν κι έπεσε κι εκεί «λιτότητα», κάθε χορηγία την επωμίζονταν δύο χορηγοί (συγχορηγοί). Κι όταν στένεψαν ακόμα περισσότερο ­ τον καιρό του Δημοσθένη ­ τη χορηγία την αναλάβαινε ο δήμος. Αλλά κανένας δεν σκέφτηκε ποτέ να την καταργήσει.


Οπως είναι γνωστό, τα έπαθλα των δραματικών αγώνων ήταν τρία: τα «πρωτεία», τα «δευτερεία» και τα «τριτεία». Στον πρώτο νικητή-χορηγό δινόταν χάλκινος τρίπους ­ όπου αναγράφονταν τα ονόματα του επώνυμου άρχοντος, του χορηγού, του ποιητή και του δράματος ­ και ο χορηγός τον αφιέρωνε στον Διόνυσο ή στον Απόλλωνα. Πολλοί χορηγοί, μάλιστα, έστηναν μικρά μνημεία, που στην κορυφή τους τοποθετούνταν το τρίποδο έπαθλο. Δυο απ’ αυτά τα μνημεία σώζονται ακόμα: του Λυσικράτους και του Θρασύλλου. Του πρώτου ­ που είχε νικήσει το 335/4 χορηγώντας παιδικό Χορό ­ βρίσκεται κάτω απ’ την ανατολική πλευρά της Ακρόπολης, στη σημερινή οδό Τριπόδων, και είναι περισσότερο γνωστό με τη λαϊκή ονομασία «Φανάρι του Διογένη». Το χορηγικό μνημείο του Θρασύλλου ­ που είχε νικήσει σε μουσικό αγώνα το 320/19 ­ ήταν άγαλμα του «Μελπομένου Διονύσου» κι είχε στηθεί μπρος στη σπηλιά της νότιας πλευράς της Ακρόπολης, πάνω απ’ το θέατρο του Διονύσου. Σώζεται, αλλά δεν βρίσκεται εδώ: το άρπαξε, μαζί με τόσα άλλα, ο διαβόητος λόρδος Ελγιν και «απόκειται» στο Βρεταννικό Μουσείο (είναι κι αυτό «επιστρέψιμο»;). Σήμερα, στη σπηλιά στεγάζεται το εκκλησάκι της «Παναγιάς της Σπηλιώτισσας». Αλλά και στήλες στήνονταν για να τιμήσουν χορηγούς ­ όπως εκείνη που βρίσκεται στο Επιγραφικό Μουσείο και που αντίγραφό της στολίζει το Μέγαρο Μουσικής. (Ας σημειωθεί πως οι ποιητές έπαιρναν ταπεινότερα βραβεία: ο πρώτος νικητής ένα βόδι, ο δεύτερος έναν αμφορέα κρασί, ο τρίτος έναν τράγο4. Οι Αθηναίοι, που τόσο τιμούσαν την τέχνη, δεν υποτιμούσαν τα φαγώσιμα και τα πόσιμα).


Αφού, λοιπόν, «διατηρούμε» ­ και πολύ σωστά, έστω με πολλή δαπάνη ­ αρχαία και νεότερα μνημεία και χτίρια της «κληρονομιάς» μας, στοιχειώδης συνέπεια επιβάλλει να κηρυχθεί διατηρητέος και ο αρχαιότατος θεσμός των χορηγιών, για τις οποίες δεν πληρώνει τίποτα το κράτος, δηλαδή εμείς οι φορολογούμενοι που, αντίθετα, βγαίνουμε κερδισμένοι πολιτιστικά απ’ την γενναιοδωρία κάποιων «ομοιοπαθών» μας…


Δεν μιλάμε, όμως, οι πάντες μονάχα για «διαφυλάξεις της αρχαίας κληρονομιάς», για «οικονομική δικαιοσύνη», για «πολιτιστική ανάπτυξη». Μιλάμε και για την πολύκροτη «σύγκλιση» με την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ωστόσο, η σύγκλιση αυτή δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και πολιτιστική. Τα διάφορα προγράμματα της ΕΕ σ’ αυτό κατατείνουν: να υψώσουν το πολιτιστικό επίπεδο των χωρών μελών και τη συνεργασία μεταξύ τους και σ’ αυτόν τον τομέα.


Θα απιστήσουμε, λοιπόν, στις εντολές και προδιαγραφές της «μαμάς Ευρώπης» ­ θα συγκλίνουμε (και με τι κόστος!) οικονομικά αλλά θα αποκλίνουμε πολιτιστικά με κόστος πολύ λιγότερο ορατό αλλά αναμφισβήτητα πραγματικό;


Ξέρουμε πως «ο Εβραίος σαν φτωχάνει, τα παλιά τεφτέρια πιάνει». Αλλά γιατί να πιάσει το ισχνότατο τεφτεράκι των χορηγιών και δεν πιάνει άλλα ασύγκριτα παχύτερα, που θα γέμιζαν βιβλιοθήκες ολόκληρες; Οπως λ.χ. τα χρέη προς το Δημόσιο, που φτάνουν τα 2,2 τρισεκατομμύρια (όσο, δηλαδή, το δημόσιο έλλειμμα του 1996) και που τα «ρυθμίζει» αντί 100 δισεκατομμυρίων μόνο (!!)… και τόσα τόσα άλλα; Ή γιατί δεν προχωρεί στις ιδιωτικοποιήσεις των προβληματικών βιομηχανιών, που τις πληρώνουμε πανάκριβα για να παράγουν μόνο ελλείμματα;


«Ου πολιτείαν γενέσθαι την αρίστην άνευ συμμέτρου χορηγίας», έλεγε ο Αριστοτέλης5. (Δεν μπορεί να υπάρξει άριστο πολίτευμα, αν δεν του χορηγηθούν μέσα ανάλογα με τις ανάγκες του). Βέβαια, ο Σταγιρίτης μιλούσε γενικά. Αλλά η σύμπτωση να χρησιμοποιήσει τη λέξη «χορηγία» είναι σημαδιακή. Κι εμείς, που οραματιζόμαστε τα «άριστα» για την Ελλάδα του 2000, θα μείνουμε μετεξεταστέοι στα πολιτιστικά;


­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­


1. Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1330Α,13. – 2. Marg. Bieber, The History of the Greek and Roman Theatre, Πρίνσετον 1961, σελ. 33. – 3. Πλούταρχος, Θεμιστοκλής, 114C. – 4. Α Pickard-Cambridge, Dithyramb, Tragedy and Comedy, Οξφόρδη 1962, σελ. 36. – 5. Πολιτικά, 1325Β, 38.