ΠΡΙΝ από λίγες ημέρες πραγματοποιήθηκε (επιτέλους!) η πρώτη ιδιωτικοποίηση της κυβέρνησης Σημίτη και η δεύτερη του ΠαΣοΚ. Πρόκειται για την πώληση των Ναυπηγείων Ελευσίνος στον επιχειρηματία κ. Ν. Ταβουλάρη, την οποία υπέγραψε η υπουργός Ανάπτυξης. Η προηγούμενη ιδιωτικοποίηση είχε γίνει τον Σεπτέμβριο 1994 και αφορούσε την πώληση του Νεωρίου της Σύρου, με αγοραστή πάλι τον κ. Ν. Ταβουλάρη και τη σύμβαση είχε τότε υπογράψει ο κ. Κ. Σημίτης ως υπουργός Βιομηχανίας.
Και η πρώτη και η δεύτερη ιδιωτικοποίηση έγιναν ύστερα από διαγωνισμό και με διαδικασίες πώλησης που χαρακτηρίζονται από διαφάνεια. Γνώμονας σε κάθε περίπτωση ήταν η διάσωση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας και από την άποψη αυτή αξίζουν συγχαρητήρια στην κυρία Βάσω Παπανδρέου και στην υφυπουργό Ανάπτυξης, την κυρία Αννα Διαμαντοπούλου, που έκανε όλη τη δουλειά!
Η τελευταία όμως αυτή ιδιωτικοποίηση γεννά ορισμένες σκέψεις και απορίες που οδηγούν στην απογοητευτική διαπίστωση ότι η κυβέρνηση βαδίζει με ρυθμό χελώνας σε μια εποχή που κυριαρχούν οι πυραυλικές ταχύτητες. Δύο ιδιωτικοποιήσεις σε τέσσερα χρόνια όχι μόνο δεν καταγράφονται ως επιτυχία αλλά αντίθετα καταλογίζονται ως αποτυχία, όταν μάλιστα υπάρχει φάλαγγα ολόκληρη προβληματικών και υπερχρεωμένων κρατικών επιχειρήσεων που η διατήρησή τους σε λειτουργία στοιχίζει στον προϋπολογισμό και στο τραπεζικό σύστημα δεκάδες δισεκατομμύρια κάθε χρόνο.
Η πώληση της Ελευσίνας όπως και του Νεωρίου πριν από τρία χρόνια κατέστη δυνατή γιατί η κυβέρνηση αλλά και τα ενδιαφερόμενα συνδικάτα απεδέχθησαν το πασιφανές ότι κανένας σοβαρός επιχειρηματίας δεν θα αγόραζε τα ναυπηγεία αν δεν μειωνόταν δραστικά το προσωπικό. Ετσι ο κ. Ν. Ταβουλάρης υπέγραψε την αγορά μόνο όταν δέχθηκε η κυβέρνηση να απορροφήσει αυτή σε άλλες θέσεις τους μισούς εργαζομένους έτσι ώστε η μονάδα να γίνει ανταγωνιστική και βιώσιμη απασχολώντας μόνο 750 εργαζομένους.
Ποιο ήταν όμως ως τώρα το ταμπού των κυβερνήσεων του ΠαΣοΚ που, υπό την ομηρεία των συνδικαλιστών, έθεταν απαράβατο όρο για τις ιδιωτικοποιήσεις; Η διατήρηση των υπαρχουσών θέσεων εργασίας! Γι’ αυτό δεν ιδιωτικοποιήθηκαν ως τώρα τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, η Πειραϊκή – Πατραϊκή, η Λάρκο, τα Λιπάσματα Δραπετσώνας και δεκάδες άλλες προβληματικές επιχειρήσεις. Βεβαίως αυτό το ταμπού κατέρρευσε στην πράξη όταν οι υπό κρατικό έλεγχο τράπεζες, με πρώτη την Εθνική, αρνήθηκαν να ρίχνουν τις αποταμιεύσεις του κοσμάκη στο τρύπιο βαρέλι των προβληματικών. ν.
Σήμερα όμως προβάλλει αμείλικτο το ερώτημα: Αν στις αρχές της δεκαετίας του ’80 η κυβέρνηση και το συνδικαλιστικό κατεστημένο είχαν δεχθεί απολύσεις προκειμένου οι μεγάλες βιομηχανίες της χώρας να γίνουν ανταγωνιστικές, δεν θα είχαν επιζήσει και τα ναυπηγεία και η Χαλυβουργία και οι μεγάλες κλωστοϋφαντουργίες τύπου Πειραϊκής, Λαυρίου κλπ.; Αν συγκεκριμένα είχαν δώσει στον Περατικό τα Ναυπηγεία Ελευσίνος το 1991 με 700 εργάτες, όπως τα παραχωρούν σήμερα στον κ. Ταβουλάρη, η μονάδα θα είχε επιζήσει, θα είχε αναπτυχθεί και κατά πάσα πιθανότητα θα είχε σήμερα πολλαπλάσιο αριθμό απασχολουμένων και θα ζούσε και ο άμοιρος Κ. Περατικός.
Και το πιο απογοητευτικό είναι ότι οι πολιτικοί που ευθύνονται για την καταστροφή όλων αυτών των μεγάλων βιομηχανιών που είχε η χώρα από τη δεκαετία του ’60 αναπτύσσουν τώρα θεωρίες ότι δήθεν ο τόπος δεν σηκώνει τέτοιες μονάδες και ο Ελληνας που ήταν πάντα έμπορος θα ευημερήσει με ανάπτυξη των υπηρεσιών!



