Για τον συγγραφέα ο τόπος της εξορίας μπορεί να αποβεί, γλωσσικά και ποιητικά, πιο αποδοτικός από τον τόπο καταγωγής του ή από την πολιτισμική ταυτότητα την οποία είχε ο ποιητής προτού γίνει φυγάδας. H γλώσσα και η γραφή επιμένουν να καταδεικνύουν την ανθεκτικότητά τους αν τύχει και βρεθούν κάτω από την πίεση της απόστασης. H απόσταση προσφέρει εξάλλου στον εξόριστο συγγραφέα και μιαν άλλη προοπτική: αυτή του να υπάρξει με τη θέλησή του μέσα σε μια δεύτερη γλώσσα συγκροτώντας με αυτήν μια νέα λογοτεχνική ταυτότητα. Στην περίπτωση αυτή ο εξόριστος συγγραφέας, αυτοεξόριστος μέσα στην άλλη γλώσσα, τη γλώσσα εκείνη την οποία εκ των υστέρων υιοθέτησε, έρχεται να προσθέσει μία ακόμη παραλλαγή στην ιδέα ότι οι συγγραφείς είναι, από τη φύση του εγχειρήματός τους, εξόριστοι στο εσωτερικό της γλώσσας. H εξορία τους αντιστοιχεί στην έννοια εκείνη της δυσκολίας που απασχολούσε τον Τόμας Μαν όταν έλεγε ότι ο συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος που εκφράζει τη δυσκολία του απέναντι στη γλώσσα.
Αλλά, ενώ οι τόποι της φυσικής και γλωσσικής εξορίας δεν ακυρώνουν τη λογοτεχνική ταυτότητα, οι τόποι εξορίας γίνονται καταλυτικοί όταν πρόκειται για τον ηθοποιό και την τέχνη του. Ο ηθοποιός είναι, περισσότερο από κάθε άλλον καλλιτέχνη, εκτεθειμένος ως σώμα και φωνή στις συνθήκες του παραστασιακού γεγονότος, στον συγκεκριμένο τόπο και τη στιγμή. H πολιτισμική ταυτότητά του, εγγεγραμμένη στη φωνή και στο σώμα του, ενώ τον διευκολύνει να επικοινωνήσει με τους θεατές στο εσωτερικό μιας ορισμένης γλώσσας και κουλτούρας, καθιστά το εκφραστικό διάβημά του δυσνόητο, ξένο, ακόμη και «εξωτικό» κάθε φορά που το πολιτισμικό πλαίσιο της παράστασης βρίσκεται μακριά από αυτή την πολιτισμική ταυτότητα. H περιπέτεια της θεατρικής επικοινωνίας και ανταλλαγής είναι σήμερα πρωτίστως υπόθεση των πολιτισμικών ταυτοτήτων του ηθοποιού. Αυτές όχι μόνο αποτελούν αντικείμενο μελέτης από θεατρολόγους, ανθρωπολόγους, κοινωνιολόγους, ψυχαναλυτές, αλλά είναι και βασικός κινητήριος μοχλός στη θεατρική αναζήτηση των ίδιων των ηθοποιών και πολλών σκηνοθετών. Εξόριστος είναι ο ηθοποιός που παίζει μπροστά σε ένα κοινό για το οποίο ισχύουν άλλες σωματικές και γλωσσικές παραδόσεις, άλλοι κώδικες και ιδέες για το θέατρο. Εξόριστος είναι κι αυτός που παίζει μιλώντας μια γλώσσα άλλη από τη μητρική του ή που χρησιμοποιεί τεχνικές και εικόνες δανεισμένες από άλλους θεατρικούς πολιτισμούς. Εξόριστος όμως είναι και εκείνος που επιθυμεί φεύγοντας από το δικό του θεατρικό παρόν, εγκαταλείποντας την κυρίαρχη παιδεία και παράδοση, να βρει κάτι χαμένο, μια ρίζα για το σώμα και τη φωνή κοινή, προτού επέλθουν οι διαφοροποιήσεις των θεατρικών πολιτισμών στο διάβα του χρόνου.
Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από την εύκολη διακίνηση των παραστάσεων σε διεθνές επίπεδο, από έναν λόγο όλο και πιο περίπλοκο γύρω από την πολυπολιτισμικότητα και διαπολιτισμικότητα, από τη θεατρική αξιοποίηση των τεχνολογικών επιτευγμάτων σε παγκόσμια κλίμακα, η φωνή και η γλώσσα του ηθοποιού, το σώμα και οι συμπεριφορές του είναι ένα κομβικό ζήτημα που μπορούμε να συνδέσουμε με την προβληματική της εξορίας.
Ενα άλλο σώμα σε μιαν άλλη κουλτούρα είχε αναζητήσει ο Αντονέν Αρτό ψάχνοντας για απάντηση στην κρίση του ευρωπαϊκού λογοκρατούμενου θεάτρου. H αναζήτησή του δεν ήταν απλώς ένα ψάξιμο σωματικής τάξης. Συνοδευόταν από το πνευματικό και καλλιτεχνικό αίτημα για αλλαγή της πολιτισμικής ταυτότητας του ηθοποιού. Το αλλιώτικο από φυσικής πλευράς σώμα ήταν κάτι περισσότερο από προϊόν μιας διαφορετικής αγωγής ύστερα από την εκμάθηση νέων τεχνικών. Ηταν η ενσάρκωση ενός οράματος για ένα άλλο θέατρο και προέκυπτε από μιαν αυτοεξορία. Το ερώτημα του Αρτό αν είναι δυνατόν να κατακτηθεί μια διαφορετική θεατρική κουλτούρα συνεχίζει να αποτελεί στοίχημα για διάφορους δημιουργούς, αυτοεξόριστους με τη σειρά τους σε άλλους θεατρικούς πολιτισμούς.
Οι ηθοποιοί του Πίτερ Μπρουκ είναι εξόριστοι, όχι επειδή καθένας άφησε πίσω την ιδιαίτερη σωματική ταυτότητά του και τις εικόνες του δικού του θεατρικού πολιτισμού αλλά επειδή βρέθηκε φυγάς στη διεθνική, διαπολιτισμική σκηνή του Μπρουκ να υποστηρίζει την ετερότητά του. H σκηνή είναι ένας τόπος εξορίας για ηθοποιούς προερχόμενους θεατρικά από την Αφρική ή την Ιαπωνία. Πάνω σ’ αυτήν οι ιδιαίτερες πολιτισμικές ταυτότητες οφείλουν να αναδειχθούν και να λειτουργήσουν μέσα σε ένα σύστημα αντινομιών. Στην πολυσυλλεκτική σκηνική πρόταση του Πίτερ Μπρουκ οι διαφορετικές πολιτισμικές ταυτότητες των ηθοποιών έχουν γίνει θέμα ενώ η κατάσταση εξορίας όσον αφορά τη φωνή, τη γλώσσα και το σώμα είναι αυτή που λειτουργεί ως δυναμικός παράγοντας τροφοδοτώντας συνεχώς το μπρουκικό παραστασιακό εφέ.
Τι είδους εξορία είναι αυτή που ζει ο ιάπωνας ηθοποιός όταν παίζει επικαλούμενος τις πολιτισμικές ταυτότητες ηθοποιών από το ευρωπαϊκό θέατρο; Το σώμα του φέρει ως μνήμη πολλά στοιχεία από τον παραδοσιακό ιαπωνικό πολιτισμό. Το ίδιο συμβαίνει και με τη φωνή του. H εικόνα όμως του άλλου σώματος καθώς παρεμβάλλεται είναι η εικόνα ενός φαντάσματος. H εξορία εδώ είναι το να υπάρχει ο ιάπωνας ηθοποιός σε ένα μεσοδιάστημα ανάμεσα στη βιωμένη ταυτότητα και σε ένα αινιγματικό είδωλο.



