Ως τη νίκη του Σπύρου Λούη στον Μαραθώνιο των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα το 1896, οι εθνικοί ήρωες προέρχονταν από την αρχαιότητα και την Ελληνική Επανάσταση και ώφειλαν το μυθικό τους κλέος στα στρατιωτικά τους πρωτίστως και δευτερευόντως στα πολιτικά ή πνευματικά τους επιτεύγματα. Από την πρώτη Ολυμπιάδα και μετά όμως προστίθεται στο εθνικό πάνθεον μια νέα, καινοφανής κατηγορία ηρώων, οι πρωταθλητές και οι ολυμπιονίκες. Οσο και αν αυτό μοιάζει αυτονόητο στα τέλη του 20ού αιώνα, 100 χρόνια πριν, η καθιέρωση του αθλητή – ήρωα σήμαινε, και προϋπέθετε, μια βαθιά αλλαγή στις κοινωνικές και ιδεολογικές δομές. Μέσα στον αιώνα που πέρασε εξάλλου το ίδιο το πρότυπο του αθλητή υπέστη εξίσου βαθιές αλλαγές, σύμφωνα με τους ευρύτερους μετασχηματισμούς στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πεδίο.
Οι «ήρωες των σταδίων» γεννήθηκαν λοιπόν στα τέλη του περασμένου αιώνα μέσα στο πλαίσιο του συστήματος αξιών της ανερχόμενης αστικής τάξης. Πειθαρχία, θάρρος, αντοχή, δύναμη, ατομική επίδοση περιγράφουν το νέο ανδρικό πρότυπο, το οποίο δεν είναι πλέον μόνο ηθικό αλλά και σωματικό. Ολη η λογική των σπορ εξάλλου ανήκει σε αυτή την κρίσιμη αλλαγή στις νοοτροπίες.
Αφενός η ηθική αλλαγή. Ο αγώνας στον στίβο ή στο γήπεδο στηρίζεται στον «δημοκρατικό» ανταγωνισμό μεταξύ «ίσων» και ο «άριστος» υπερέχει όχι λόγω κοινωνικής θέσης ή κληρονομικού δικαιώματος αλλά χάρη στην προσωπική αξία και στην ατομική προσπάθεια. Ο ανταγωνισμός έχει επιπλέον κόσμιο και «πολιτισμένο» χαρακτήρα, εφόσον διέπεται από ένα σύστημα ορθολογικών κανόνων που συνθέτουν το λεγόμενο «fair play». Η οικειοθελής αποδοχή κανόνων και η ανιδιοτελής (χωρίς χρηματική αμοιβή) συμμετοχή ορίζουν εξάλλου το ερασιτεχνικό ήθος που επέβαλαν ως βασικό χαρακτηριστικό της αθλητικής αναμέτρησης οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες.
Το σωματικό κάλλος
Αφετέρου η αλλαγή στην κουλτούρα του σώματος. Σε αντίθεση με το αισθητικό πρότυπο της αριστοκρατίας, που στόχευε στον εξωραϊσμό της εξωτερικής εμφάνισης με περούκες και καλλυντικά που χρωμάτιζαν το πρόσωπο, η αστική τάξη επιλέγει τη φυσικότητα και την «ειλικρινή» εμφάνιση επομένως τη διατήρηση της επιδερμίδας και του σώματος, και μέσω της άσκησης. Το ωραίο σώμα είναι τώρα πιο λεπτό, πιο σφριγηλό, πιο ανδρικό. Ο αθλητισμός υπηρετεί πράγματι το νέο ανδρικό ιδεώδες και, γενικότερα, τη λατρεία του ανδρισμού που κυριαρχεί στα τέλη του 19ου αιώνα.
Στην Ελλάδα ο αντίκτυπος των αλλαγών αυτών είναι ορατός αμέσως μετά τους Ολυμπιακούς του 1896. Στον χώρο του αθλητισμού εισάγεται η εξειδίκευση των αθλητών με στόχο το ρεκόρ και τη διάκριση στους Πανελλήνιους και στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Στο εξής οι επιδόσεις των αθλητών θα καταγράφονται τόσο σε πανελλήνιο όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Τύπος, όπου ακόμη δεν έχει εμφανιστεί η αθλητική εφημερίδα ή το αθλητικό τμήμα στα ημερήσια φύλλα, θα συμβάλει στην προβολή των πρωταγωνιστών του σταδίου. Οι ίδιοι οι αθλητές αποκτούν αυτοπεποίθηση για το σωματικό τους κάλλος και φωτογραφίζονται γυμνοί από τη μέση και πάνω με το βλέμμα να αντικρίζει ευθέως τον φακό.
Ο Λούης, πρώτος στη σειρά των ελλήνων ολυμπιονικών, αντιπροσωπεύει μια πρώιμη φάση στο πρότυπο του αθλητή – ήρωα. Είναι χαρακτηριστικό ότι εκείνος δεν φωτογραφίστηκε ποτέ, απ’ όσο γνωρίζω, επιδεικνύοντας τους μυς ή το καλογυμνασμένο του σώμα. Αντίθετα, εμφανίζεται παντού με την εθνική ενδυμασία, τη φουστανέλα, επιβεβαιώνοντας τον εθνικό συμβολισμό του. Ακόμη περισσότερο, δεν ασκήθηκε στα γυμναστήρια των αθλητικών συλλόγων ούτε μέτρησε την επίδοσή του με την ακρίβεια του χρονομέτρου ώστε να τη βελτιώσει με συνεχή προσπάθεια, ως την τελική νίκη. Η αγροτική του προέλευση επαλήθευε, στα μάτια των δημοτικιστών κυρίως, την υπεροχή της ελληνικής υπαίθρου και της φυσικής ζωής, ενώ στα μάτια της Δυτικής Ευρώπης πρόβαλλε το σθένος και τη διαχρονική αξία της «μικράς Ελλάδος». Η σωματική ρώμη παρέπεμπε στην εθνική ρώμη.
Κοντά στο πρότυπο του Λούη στέκεται ένας άλλος έλληνας ολυμπιονίκης αυτός στο Λονδίνο (1908) και στη Στοκχόλμη (1912) , ο Κώστας Τσικλητήρας. Η ηρωοποίηση του Τσικλητήρα έγινε σε χώρο συμπληρωματικό προς το στάδιο, στο μέτωπο των Βαλκανικών Πολέμων. Εκεί πέθανε το 1912, σε νεαρή ηλικία, στρατιώτης της πατρίδας, αφού μόλις είχε στεφθεί ολυμπιονίκης. Γίνεται έτσι διπλό εθνικό σύμβολο, εφόσον στο πρόσωπό του συναντώνται ο αθλητής που δοξάζει την πατρίδα του στον διεθνή στίβο των Ολυμπιάδων και ο γενναίος στρατιώτης που θυσιάζει τη ζωή του για τη δόξα της πατρίδας.
Τα νέα είδωλα
Στις αρχές του 20ού αιώνα ωστόσο παρατηρούμε μια μετάβαση από το πρώιμο πρότυπο που εκπροσωπούν ο Λούης και ο Τσικλητήρας στο σύγχρονο εξατομικευμένο πρότυπο του πρωταθλητή που εκπροσωπεί ο αθλητής του Πανιωνίου Δ. Καραμπάτης. Η βασική αλλαγή εντοπίζεται στην αντιστροφή των σχέσεων μεταξύ βιοποριστικού επαγγέλματος και αθλητικής δραστηριότητας. Κατά την προηγούμενη περίοδο, εκτός από τους επαγγελματίες γυμναστές που δίδασκαν στα σχολεία, οι αθλητές ασκούσαν άλλο επάγγελμα και δευτερευόντως ασχολούνταν με τον αθλητισμό. Στη συνέχεια όμως ο πρωταθλητισμός αποτελεί βασική ιδιότητα με την οποία συνδέονται όλες οι υπόλοιπες. Ο σύγχρονος πρωταθλητής αποκτά συνεπώς συνείδηση της ιδιαίτερης ταυτότητάς του και χρησιμοποιεί τα σωματικά του προτερήματα και για βιοποριστικούς λόγους. Ο γνωστός Τόφαλος, προτού στραφεί στον επαγγελματισμό μεταναστεύοντας στην Αμερική, εμφανίζεται να διαφημίζει πατρινό κοκκινέλι, ενώ ο Καραμπάτης παρουσιάζεται να αποδίδει τη νίκη του σε αγώνα πυγμαχίας στην κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων από γνωστό κατάστημα της πρωτεύουσας.
Οι επαγγελματίες αθλητές πληθαίνουν από τον Μεσοπόλεμο, ο αθλητισμός στίβου παραμερίζει μπροστά στην άνοδο των ομαδικών σπορ κυρίως του ποδοσφαίρου , ενώ ο Τύπος, αθλητικός και μη, καθιερώνει τα νέα αθλητικά είδωλα. Αυτοί στελεχώνουν την αθλητική μυθολογία, με πρώτο τον Λούη και τελευταίο τον Παυλακάκη, «εθνικοί ήρωες» και οι δύο, παρά τις προφανείς διαφορές μεταξύ τους.
Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι επίκουρη καθηγήτρια της Ιστορίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.



