Σκηνοθέτη δίχως αντίπαλο» χαρακτήρισαν οι γιουγκοσλαβικές εφημερίδες τον Νικίτα Μιλιβόγεβιτς, που στα 34 χρόνια του ξεφεύγει από τα στενά όρια της πατρίδας του για να κερδίσει μια θέση στο σύγχρονο θέατρο. Γεννημένος στη Σερβία, ο Μιλοβόγεβιτς, που σήμερα ζει και εργάζεται στο Βελιγράδι, δεν είναι γνωστός στην Ελλαδα. Εχει όμως στο ενεργητικό του πολλά βραβεία και διακρίσεις ενώ έχει λάβει μέρος σε διεθνή φεστιβάλ. Το αθηναϊκό του ντεμπούτο γίνεται στο θέατρο «Αμόρε»: εκεί ο Γιάννης Χουβαρδάς τον κάλεσε για να συνεργασθεί με το «Θέατρο του Νότου», σε μια προσπάθεια να ανοίξουν τα σύνορα… Το έργο του Αντον Τσέχοφ «Ιβάνοφ» διάλεξε ο σκηνοθέτης, ο οποίος τρέφει ιδιαίτερη αγάπη στον ρώσο συγγραφέα. Ο «Γλάρος» ήταν άλλωστε και το πρώτο έργο που σκηνοθέτησε στο Νόβιισαντ, μόλις είχε πάρει το πτυχίο του από την Ακαδημία Θεάτρου και Κινηματογράφου του Βελιγραδίου.
«Θέλω να καθρεφτίζομαι στους ήρωές μου, θέλω να αναγνωρίζω δικά μου στοιχεία. Ο Ιβάνοφ είναι μια ειδική περίπτωση», λέει. «Πάντα έτρεφα μια ιδιαίτερη συμπάθεια για τον ήρωα του Τσέχοφ που δεν κατάφερε να κερδίσει τη φήμη των υπόλοιπων». Ο «Ιβάνοφ» είναι το πρώτο έργο που έγραψε ο Τσέχοφ, μέσα σε δύο εβδομάδες. Ως τότε ήταν κυρίως γνωστός από τα διηγήματά του. Η πρεμιέρα του έργου, στη Μόσχα του 1887, ήταν καταστροφική. Δύο χρόνια αργότερα, και αφού ο Τσέχοφ το είχε ξαναδούλεψει, το έργο ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία.
«Ο Ιβάνοφ δεν φωτίζεται αρκετά. Μέσα στο έργο όμως συναντούμε όλα τα μεγάλα θέματα που απασχόλησαν τον Τσέχοφ στα άλλα του θεατρικά», παρατηρεί ο 24χρονος σκηνοθέτης. «Πολλοί δεν καταλαβαίνουν ούτε τη σημασία του έργου ούτε του ήρωα. Ισως σε αυτό να φταίνε ορισμένα παλιομοδίτικα στοιχεία του έργου, όπως είναι οι μεγάλοι μονόλογοι. Από αυτές τις παγίδες πρέπει να προστατεύσουμε το έργο». Ο Νικίτα Μιλιβόγεβιτς θεωρεί τον Ιβάνοφ έναν συγκινητικό ήρωα. «Ξεχωρίζει μέσα στο περιβάλλον του και δεν ξέρει πώς να κρυφτεί. Ο έρωτας και η αγάπη, η πίστη και η θρησκεία, η ελευθερία και ο θάνατος είναι τα θέματα που μας απασχολούν όλους και απασχολούν και αυτό το έργο του Τσέχοφ».
* Ενα έργο, μια εποχή
Η άμεση σχέση του θεάτρου με τον τόπο και τον χρόνο καθόρισαν την παράσταση στο θέατρο «Αμόρε». «Πιστεύω», λέει ο σκηνοθέτης, «ότι μια παράσταση πρέπει να έχει αναφορές στην εποχή που ζούμε. Γι’ αυτό και ό,τι δεν ταίριαξε σε αυτή την ιδέα, βγήκε από την παράσταση. Ανεβάζω τον “Ιβάνοφ” σαν κωμωδία, με αίσθηση σοβαρότητας και ευθύνης, ακολουθώντας το πνεύμα του ίδιου του συγγραφέα. Συγκρίνω τον “Ιβάνοφ” με τους “Δαιμονισμένους” του Ντοστογέφσκι. Ο ήρωάς μου βασανίζεται να βρει τις απαντήσεις». Ο «δικός του» Ιβάνοφ είναι γεμάτος δύναμη: «Παλεύει, δεν έχει ακόμη καταρρεύσει. Πρέπει να τονίσω ότι η επιλογή του ηθοποιού έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος είναι ο τέλειος Ιβάνοφ για μένα».
Πιστεύει ότι ο Ιβάνοφ είναι ένας αμφιλεγόμενος ήρωας. «Υπάρχει συνεχώς ένα κατά και ένα υπέρ. Και αυτό είναι κάτι που το επεδίωξα. Εγώ ο ίδιος όμως τον εμπιστεύομαι, τον καταλαβαίνω και τον αγαπώ. Αλλωστε με το τέλος που επιλέγει ο Ιβάνοφ, την αυτοκτονία, γίνονται όλα ξεκάθαρα. Η εμμονή του θανάτου, που κινείται στην ατμόσφαιρα του έργου, κυριαρχεί στο τέλος». Ο Μιλιβόγεβιτς αναζήτησε και στον τσεχοφικό αυτό ήρωα τον σωσία του εαυτού του. «Μόνον έτσι μπορώ να συγκρουσθώ μαζί του και να επικοινωνήσω. Μόνον όταν νιώσω τον ήρωα μπορώ να μη φοβηθώ την παράσταση. Μόνο τότε μπορώ και προσπερνώ τα εμπόδια και πηγαίνω καταπάνω του».
Η παράσταση κινείται ανάμεσα σε δύο άκρα: τη φρέσκια ματιά του σκηνοθέτη και το αρχετυπικό πρότυπο. Τίποτε το παράξενο ή το διαφορετικό δεν την χαρακτηρίζει. Τίποτε όμως δεν υπακούει στο σύνδρομο Τσέχοφ: «Δεν υπάρχει σκηνικό ούτε κοστούμια που να θυμίζουν Τσέχοφ», σημειώνει. Αλλωστε και η μετάφραση υπακούει στις επιλογές του σκηνοθέτη, αφού έγινε με βάση τις οδηγίες του, από τον Λεωνίδα Καρατζά. «Εκ των υστέρων έκανα τη διασκευή», προσθέτει. Αναγνωρίζει όμως τις δυσκολίες να σκηνοθετεί σε μια γλώσσα που δεν γνωρίζει, αλλά τονίζει ότι χάρη στην Γκάγκα Ρόσιτς (μεταφράστρια – διερμηνέα) όλα κύλησαν ευκολότερα. «Στο κείμενο υπάρχουν τομές που φαινομενικά μοιάζουν με κενά. Αυτά τα κενά μεταφράζονται σε χάσματα ψυχής».
* Ειδικός χώρος
Οι αλλαγές που συνέβησαν στην πατρίδα του τον σημάδεψαν, όπως και τους άλλους νέους καλλιτέχνες. «Η αλλαγή ήταν απότομη και ριζική. Αρα ήταν αναπόφευκτο ένα μέρος αυτής της εποχής να μη φανεί στη δουλειά μου στο θέατρο. Αφού όμως τις έζησα αυτές τις στιγμές, προσπάθησα να τις εντάξω μέσα στη δουλειά μου. Δεν περιγράφονται αλλά με σημάδεψαν για πάντα». Επισημαίνει ότι η αναστάτωση έφερε αλλαγές και νέα πρόσωπα στο προσκήνιο. «Ερχεται μια νέα γενιά, μια γενιά που ωρίμασε με όσα συνέβησαν και θα δημιουργήσει έναν νέα βαλκανικό πυρήνα στην τέχνη, στην κουλτούρα γενικότερα. Αυτό το καινούργιο το αναζητούμε και ξέρω ότι θα έρθει και θα δώσει ένα ένα νέο στίγμα. Τα Βαλκάνια είναι ένας ειδικός χώρος και ανάμεσα στις χώρες αυτές υπάρχει κάτι κοινό. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το πρόβλημα του Ιβάνοφ αφορά και την πατρίδα μου, όπως αφορά και τα Βαλκάνια».
Πολυβραβευμένος στην πατρίδα του, ο Νικίτα Μιλιβόγεβιτς πιστεύει ότι οι διακρίσεις που έχει κερδίσει του έχουν δώσει τη δυνατότητα να δουλεύει με καλύτερους όρους. «Αυτή είναι η μεγαλύτερη ελευθερία στην τέχνη. Αλλωστε αυτά τα βραβεία με έφεραν και στην Ελλάδα», λέει και αναφέρεται στα μελλοντικά του σχέδια που αφορούν τη συμμετοχή του στα Φεστιβάλ της Αβινιόν και του Τορόντο.
«Αμόρε»: «Ιβάνοφ» του Αντον Τσέχοφ από το «Θέατρο του Νότου». Μετάφραση Λεωνίδας Καρατζάς, σκηνοθεσία – διασκευή Νικίτα Μιλιβόγεβιτς, σκηνογραφία Λίλη Πεζανού, κοστούμια Κλερ Μπρέισγουελ, μουσική Δημήτρης Καμαρωτός, φωτισμοί Ανδρέας Σινάνος. Παίζουν: Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Γιάννης Βογιατζής, Τασσώ Καββαδία, Ερση Μαλικένζου, Σμαράγδα Σμυρναίου, Κλέων Γρηγοριάδης, Ναταλία Δραγούμη, Μάνος Βακούσης, Κώστας Ζαχαράκης, Αρης Τρουπάκης, Αργύρης Ξάφης, Θάλεια Προκοπίου, Κώστας Δαμάκης, Μελίνα Βαμβακά, Δημοσθένης Ελευθεριάδης
* Παραστάσεις στην Κεντρική Σκηνή του «Αμόρε» ως τις 7/12.



