Ρεπορτάζ
ΜΙΑ ΤΕΡΑΣΤΙΑ επένδυση, που απορρόφησε περίπου 3,5 δισ. δραχμές, ολοκληρώθηκε το 1996 από μια μεγάλη την πρώτη μάλιστα σε αξία πωλήσεων φαρμακοβιομηχανία, που τυχαίνει να είναι η μεγαλύτερη ανάμεσα στις θυγατρικές πολυεθνικών εταιρειών του τομέα. Επί της λεωφόρου Κηφισιάς, στο ύψος του Χαλανδρίου, μπορεί να θαυμάσει κανείς τα μεγάλα, πολυώροφα, άνετα και πολυτελή γραφεία της Glaxo – Wellcome ΑΕΒΕ, της πρώτης σε πωλήσεις από τις ελληνικές φαρμακευτικές βιομηχανίες που ανήκουν σε πολυεθνικά συγκροτήματα.
«Ούτε οι κορυφαίες ελληνικές επιχειρήσεις», επιμένουν όσοι ξεναγήθηκαν στα γραφεία, «δεν διανοήθηκαν να κατασκευάσουν τέτοια γραφεία». Την ίδια περίοδο στο Κρυονέρι Αττικής, εκεί όπου βρίσκεται το βιομηχανικό συγκρότημα της εταιρείας αυτής, θυγατρικής της κολοσσιαίας βρετανικής Glaxo – Wellcome που προέκυψε από τη συγχώνευση δύο διαφορετικών εταιρειών, η παραγωγή φαρμάκων σταματούσε. Η παραγωγή έδινε τη θέση της στη συσκευασία, απλώς, φαρμάκων που έρχονταν έτοιμα από το εξωτερικό. Οι φαρμακοβιομηχανίες κερδίζουν αρκετά χρήματα περισσότερο εισάγοντας και λιγότερο παράγοντας στην Ελλάδα. Η μετατροπή τους περισσότερο σε εισαγωγικές – εμπορικές και λιγότερο σε παραγωγικές συντελείται τους τελευταίους μήνες με ταχείς ρυθμούς.
Οπως πολλές άλλες φαρμακευτικές επιχειρήσεις με βιομηχανική δραστηριότητα, έτσι και η Glaxo – Wellcome ΑΕΒΕ, εταιρεία που διευθύνεται από ελληνικό επιτελείο με επικεφαλής τον κ. Νίκο Μανασάκη και διαθέτει μεταξύ άλλων το ευρέως διαδεδομένο φάρμακο Zantac, αντικαθιστά τα εγχωρίως παραγόμενα φάρμακα με εγχωρίως συσκευαζόμενα ή και έτοιμα «του κουτιού» εισαγόμενα φάρμακα.
Οι επικεφαλής της δεν κρύβουν ότι πολύ απλά αυτό συμφέρει τη μητρική εταιρεία. Είχαν δώσει αγώνα για να διατηρήσουν την παραγωγή στην Ελλάδα. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να μετατρέψουν τη βιομηχανία σε κέντρο συσκευασίας.
Η περίπτωση της Glaxo – Wellcome ΑΕΒΕ είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική από τις αρκετές ανάλογες περιπτώσεις «στροφής» ελληνικών φαρμακευτικών επιχειρήσεων από τη βιομηχανική δραστηριότητα στην εμπορική – εισαγωγική ή, στην καλύτερη περίπτωση, στη «συσκευαστική» δραστηριότητα. Ο κ. Βασίλης Αλεξάκος, πρόεδρος του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΦΕΕ) και βασικός μέτοχος της οικογενειακής εταιρείας φαρμάκων Φαρμαλέξ ΑΕ, αφήνει να φανεί ένα πικρό χαμόγελο καθώς καλείται να σχολιάσει την εκτίμηση της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος, της γνωστής μας ΕΣΥΕ, ότι η παραγωγή φαρμάκων στην Ελλάδα το 1995 σημείωσε αύξηση κοντά στο 20%. «Η αλήθεια είναι ότι με ταχείς ρυθμούς συνεχίζεται η υποκατάσταση εγχωρίως παραγομένων φαρμάκων με εισαγόμενα», θα πει. Εκφράζει την ευχή να αυξάνεται τουλάχιστον η συσκευασία φαρμάκων στην Ελλάδα. Τα περισσότερα πλέον από τα φάρμακα που διατίθενται στην Ελλάδα εισάγονται έτοιμα. Η εισαγωγή τους είναι πιο συμφέρουσα από την παραγωγή τους στην Ελλάδα. Η φαρμακοβιομηχανία δοκιμάζεται σκληρά και στρέφεται όλο και περισσότερο στις εισαγωγές.
Παράλληλα, όμως, οι διεθνείς φαρμακοβιομηχανίες είχαν εφεύρει τον τρόπο για να μην υφίστανται ή να περιορίζουν τις συνέπειες από το «πάγωμα τιμών» που ίσχυε στα φάρμακα από τον Μάιο του 1994, δηλαδή για δύο και πλέον χρόνια. Ολοένα και «νέα φάρμακα» αντικαθιστούσαν υπάρχοντα φθηνά φάρμακα, χωρίς να αποτελούν ουσιαστικά νέα φάρμακα.
Με τον τρόπο αυτόν οι φαρμακευτικές εταιρείες πολλές φορές υποκαθιστούσαν φθηνά φάρμακα με νέα ακριβότερα, που διέφεραν από τα φθηνά μόνο ως προς τη συσκευασία. Ετσι, η φαρμακευτική δαπάνη στην Ελλάδα μεγάλωνε ανεξαρτήτως του αν αυξανόταν η χρήση φαρμάκων. Πολύ περισσότερο συνέβαινε αυτό όταν επί σειρά ετών, ιδιαίτερα μετά το 1990, παρουσίασε μεγάλη αύξηση βοηθούντων αρκετών ιατρών… η κατανάλωση φαρμάκων.
Σε σύγκριση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αρκετά φάρμακα φαίνεται να είναι φθηνότερα στην Ελλάδα, παρά τις μεγάλες αυξήσεις που είχαν δοθεί την περίοδο 1990-1993. Οπως όμως και αρκετά άλλα φαίνεται να είναι λίγο ή πολύ ακριβότερα. Αυτό είναι ένα άλλο πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει το υπουργείο Ανάπτυξης, το οποίο ετοιμάζεται, κατά τα άλλα, να προχωρήσει σε γενική ανακοστολόγηση των φαρμάκων.
Οπως προαναφέρθηκε, σε όλα τα ήδη κυκλοφορούντα φάρμακα οι τιμές έμειναν αμετάβλητες. Εντός του Σεπτεμβρίου, όπως ανακοινώθηκε, το υπουργείο θα ορίσει νέες τιμές προσδιορίζοντας την τιμή του κάθε φαρμάκου με βάση τη φθηνότερη τιμή στην οποία το φάρμακο αυτό πωλείται κάπου στην Ευρώπη. Πολλοί αμφιβάλλουν αν θα γίνει αυτό ποτέ και πάντως τον Σεπτέμβριο. Ο ένας λόγος, όχι ο μοναδικός όμως και ίσως όχι ο κυριότερος, είναι ότι οι πολυεθνικές εταιρείες αντιδρούν σφόδρα. Για διάφορους λόγους σε κάθε χώρα «αφήνουν» πολύ χαμηλές τις τιμές κάποιων φαρμάκων και είναι φυσικό να προτιμούν τη μέση τιμή που έχει ένα φάρμακο σε δύο, τουλάχιστον, διαφορετικές χώρες.
Στελέχη θυγατρικών μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών έχουν «προειδοποιήσει» το υπουργείο Ανάπτυξης ότι ενδέχεται η Ελλάδα να μπει στον «μαυροπίνακα» των πολυεθνικών του φαρμάκου, αλλά και ότι αρκετά φάρμακα θα χρειαστεί να ανατιμηθούν ως και 200%, όπως άλλα θα μειωθούν ενδεχομένως ως και 40%, όπως αναφέρει ο υφυπουργός κ. Χρυσοχοΐδης, αν εφαρμοστεί κατά γράμμα η απόφαση για τον καθορισμό τιμών με βάση τη «φθηνότερη τιμή στην Ευρώπη». Αλλοι αμφιβάλλουν όμως ακόμη και για το αν είναι σε θέση οι υπηρεσίες του υπουργείου Ανάπτυξης να διαπιστώσουν ποια είναι η «φθηνότερη τιμή» κάθε φαρμάκου στις χώρες – μέλη της ΕΕ. Το υπουργείο ζήτησε προ ημερών από τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις να το ενημερώσουν οι ίδιες. «Μετά τον Αύγουστο βλέπουμε…» ήταν η απάντηση, για την ανακοστολόγηση που θα γίνει, υποτίθεται, τον Σεπτέμβριο.
Οπως και σε άλλες χώρες, έτσι και στην Ελλάδα η τελική τιμή του φαρμάκου, αυτή δηλαδή στην οποία το αγοράζει κανείς στο φαρμακείο της γειτονιάς του, είναι πολύ διαφορετική από την «τιμή χονδρικής» στην οποία το διαθέτει η φαρμακευτική εταιρεία. Μεσολαβούν οι φαρμακαποθήκες, μεσολαβούν τα φαρμακεία και κυρίως ανεβάζουν τις τιμές οι φόροι. Ανάμεσα σε όλες τις χώρες – μέλη της ΕΕ η Ελλάδα επιβαρύνει περισσότερο από κάθε άλλη το φάρμακο με μεγάλους φόρους. Η τιμή πώλησης των φαρμάκων από τις φαρμακοβιομηχανίες είναι αρκετά μικρότερη από το 50% της τελικής τιμής του. Η εξεύρεση της τιμής χονδρικής του κάθε φαρμάκου σε όλες τις χώρες – μέλη της ΕΕ είναι ζητούμενο αυτή τη στιγμή για το υπουργείο Ανάπτυξης, οι υπεύθυνοι του οποίου δεν διανοούνται βέβαια ότι μπορεί η Ελλάδα να είναι σήμερα σε θέση να μειώσει, όπως θα πρέπει να κάνει κάποια στιγμή, τους πρόσθετους φόρους που έχει βάλει στα φάρμακα.
Οι Ελληνες που διευθύνουν τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις της χώρας, είτε αυτές είναι ελληνικών κεφαλαίων είτε είναι θυγατρικές πολυεθνικών, ανησυχούν μεταξύ άλλων για το ενδεχόμενο να οδηγηθούμε σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση της παραγωγής φαρμάκων στη χώρα μας, αν το σύνολο των μέτρων που η κυβέρνηση δείχνει να μελετά αποθαρρύνει τελικά την εγχώρια παραγωγή.
Τα ελληνικά επιτελεία επιχειρήσεων που ανήκουν είτε κατά 50% είτε πλήρως σε πολυεθνικές φαρμακοβιομηχανίες πασχίζουν να πείσουν τις μητρικές επιχειρήσεις ότι αξίζει να συνεχιστεί η παραγωγή στην Ελλάδα, είτε σε δικές τους εγκαταστάσεις είτε σε εγκαταστάσεις άλλων φαρμακοβιομηχανιών ελληνικών κεφαλαίων. Λέγεται ότι οι έλληνες φαρμακοβιομήχανοι και ειδικότερα ορισμένοι από αυτούς, οι οποίοι και πραγματοποιούν και δηλώνουν μεγάλα κέρδη, έχουν υποβάλει στην κυβέρνηση ξεχωριστό «μνημόνιο» με τις θέσεις των επιχειρήσεών τους, προτείνοντας μέτρα που αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στον έλεγχο και τελικά στον περιορισμό της χρήσης φαρμάκων ώστε να εξοικονομηθούν όπως πιστεύεται αρκετά δισ. δραχμές με αυτόν τον τρόπο. Δεν είναι λίγοι αυτοί που φοβούνται ότι στο επόμενο δωδεκάμηνο η επιβάρυνση του Δημοσίου και των Ταμείων από τα νέα φάρμακα με τις υψηλές τιμές ίσως πλησιάσει το ποσό των 100 δισ. δραχμών. Διεθνές παιχνίδι
με τις τιμές
ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ που πέρασε, μετά από σειρά μέτρων που έλαβε ειδικότερα το ΙΚΑ, έγινε ένα πρώτο καλό βήμα για τον περιορισμό τουλάχιστον του ρυθμού αύξησης των πωλήσεων φαρμάκων. Οι συνολικές πωλήσεις φαρμάκων σε όγκο αυξήθηκαν λιγότερο από 3%. Παρά το «πάγωμα τιμών», όμως, σε αξία οι πωλήσεις φαρμάκων αυξήθηκαν κοντά στο 10%. Η υποκατάσταση φθηνών και συνήθως εγχωρίως παραγομένων φαρμάκων με άλλα ισοδυνάμου θεραπευτικής αξίας αλλά πολύ ακριβότερα και συνήθως εισαγόμενα φάρμακα συνεχίστηκε. Το «πάγωμα τιμών» αποδεικνυόταν αναποτελεσματικό.
Σα, να μην έφθανε αυτό, το πανίσχυρο διεθνώς φαρμακευτικό λόμπι, που «ξεγλίστρησε» με επιτυχία από τις πιέσεις των κυβερνήσεων του Κλίντον στις ΗΠΑ και του καγκελαρίου Κολ στη Γερμανία «εξουδετερώνοντας» αρκετά από τα μέτρα που ελήφθησαν στις χώρες αυτές με σκοπό να μειωθούν τα ελλείμματα, είχε προσφύγει εναντίον της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Για πολλούς μήνες η ελληνική κυβέρνηση «κώφευε» στα αιτήματα των φαρμακευτικών επιχειρήσεων, αιτήματα που εδράζονται στην ευρωπαϊκή αλλά και στην ελληνική νομοθεσία, για την αναπροσαρμογή των τιμών υπαρχόντων φαρμάκων αλλά και για την κυκλοφορία νέων φαρμάκων. Η κυβέρνηση φαίνεται ότι «πρόλαβε» τις εταιρείες με την απόφαση που έλαβε την περασμένη εβδομάδα για τον καθορισμό τιμών σε περίπου 700 νέα, κατά βάση, σύμφωνα με τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκου (ΕΟΦ), φαρμακευτικά σκευάσματα. Με λίγες εξαιρέσεις, τα φάρμακα στα οποία ορίστηκαν τιμές αποτελούν νέες μορφές φαρμάκων ή είναι καινούργια, απολύτως πρωτότυπα όπως τονίζεται φάρμακα. Καθορίζοντας το ίδιο το υπουργείο Ανάπτυξης τιμές φαίνεται να «πρόλαβε» τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις, που ετοιμάζονταν να θέσουν σε κυκλοφορία αυτά τα φάρμακα έχοντας από τον νόμο το δικαίωμα να ορίσουν οι ίδιες τις τιμές.
Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα δεν είχε το δικαίωμα, όπως άλλωστε και καμία κοινοτική χώρα, να αρνηθεί την κυκλοφορία αυτών των φαρμάκων. Οι εταιρείες βέβαια έχουν φροντίσει ώστε να διαφοροποιήσουν φυσικά όχι μόνο για την Ελλάδα αρκετά από τα παλαιά και δοκιμασμένα αλλά φθηνά φάρμακα, ενισχύοντας όπως λέγεται τις θεραπευτικές τους ιδιότητες και αλλάζοντας κυρίως τη συσκευασία τους.
Ολοι θα έτυχε να δούμε τελευταία ότι η περίφημη ασπιρίνη δεν είναι αυτή που χρόνια γνωρίζαμε. Εδώ και λίγους μήνες δεν παράγεται πλέον στην Ελλάδα. Εισάγεται έτοιμη από τη Γερμανία. Η Bayer έχει διαφοροποιήσει, πρώτα πρώτα, τη συσκευασία της. Εκείνο που είχε δικαίωμα να κάνει η Ελλάδα, με βάση την πολιτική που έχει χαράξει τους τελευταίους μήνες, ήταν να ορίσει τιμές λαμβάνοντας υπόψη τη φθηνότερη τιμή στην οποία πωλείται το ίδιο φάρμακο σε κάποια άλλη χώρα – μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το υπουργείο Ανάπτυξης τονίζει ότι αυτό ακριβώς έκανε. Η αλήθεια είναι ότι πιέστηκε να το κάνει αυτό, με την «απειλή» ότι ορισμένα ευρέως διαδεδομένα φάρμακα θα «έλειπαν» από την ελληνική αγορά. Οπως έχει αποδειχθεί επανειλημμένα την τελευταία εικοσαετία, καμία ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να «χρεωθεί» ένα τέτοιο πολιτικό κόστος. Ο υφυπουργός Ανάπτυξης κ. Μιχάλης Χρυσοχοΐδης είχε το θάρρος, όταν ανακοίνωσε τις τιμές των φαρμάκων που τέθηκαν σε κυκλοφορία, να επισημάνει ότι υπήρχε κίνδυνος «απόσυρσης» σειράς φαρμάκων από την ελληνική αγορά. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι οι διεθνείς φαρμακοβιομηχανίες δεν είναι φιλανθρωπικές επιχειρήσεις και σπανίως «αστειεύονται»!



