Η ΕυρωπαΪκή Ενωση διευρύνεται. Σε μια ιστορικής σημασίας σύνοδο, την επόμενη Τετάρτη στην Αθήνα, 25 ηγέτες από ισάριθμες χώρες υπογράφουν τη Συνθήκη Ενταξης και η ως τώρα ΕΕ των «15» γίνεται ο ενιαίος οικονομικός (προς το παρόν, ελπίζουμε σύντομα και πολιτικός!) χώρος των είκοσι πέντε. Πρόκειται για μια πράξη που θα ολοκληρωθεί ουσιαστικώς σε τρεις φάσεις. Η πρώτη ολοκληρώνεται στις 16 Απριλίου στην Αθήνα, με την υπογραφή των πρωτοκόλλων προσχώρησης δέκα κρατών: των τριών Βαλτικών – Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία -, των τεσσάρων κεντροευρωπαϊκών – Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία -, μιας πρώην βαλκανικής – Σλοβενία – και δύο μεσογειακών – Μάλτα και Κύπρος. Σε δεύτερη φάση, πιθανότατα το 2007, δύο ακόμη βαλκανικές χώρες, η Βουλγαρία και η Ρουμανία, εντάσσονται στην ΕΕ. Και, τέλος, το μεγάλο ερώτημα: η σχέση με την Τουρκία, η οποία όπως δείχνουν τα πράγματα έχει πολύ δρόμο για να διανύσει. Τι σημαίνουν όλα αυτά για την οικονομία και ποια αναμένεται να είναι τα επόμενα βήματα διερευνά ο σημερινός φάκελος του «Βήματος».
Η ιστορία των διευρύνσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι απολύτως συνυφασμένη με την ίδια την ιστορία της. Πώς άλλωστε να μη συμβαίνει αυτό όταν η υπόσταση και η εξέλιξη της ΕΕ εξαρτώνται απόλυτα από το μέγεθος της δύναμής της. Και η δύναμή της – τόσο η πολιτική όσο και η οικονομική – μεγαλώνει με την αύξηση των μελών της. Ισχυρή Ευρώπη είναι μια μεγάλη αριθμητικά και γεωγραφικά Ευρώπη, και αυτό φαίνεται ότι το είχαν καταλάβει από την αρχή οι πατέρες της μετέπειτα Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι οποίοι πριν από 50 και πλέον χρόνια έριξαν τους πρώτους σπόρους για την ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Μέσα από τις στάχτες του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου ξεπήδησε μια Ευρώπη που είχε περισσότερο από ποτέ άλλοτε την ανάγκη να συνεργαστεί για να βγει πιο ενωμένη και πιο δυνατή. Ποιος θα το φανταζόταν όμως ότι από μια συνεργασία για τον ευρωπαϊκό άνθρακα και χάλυβα θα προέκυπτε μια οικονομική ένωση που θα οδηγούσε σε μία ενιαία αγορά, ένα κοινό νόμισμα και σε μια ενωμένη Ευρώπη που εκτείνεται από τον Ατλαντικό Ωκεανό ως τα σύνορα με τη Ρωσία;
Πρέπει να πάμε 50 και πλέον χρόνια πίσω για να θυμηθούμε την περίφημη Διακήρυξη της 9ης Μαΐου 1950 του γάλλου υπουργού Εξωτερικών της εποχής εκείνης Ρομπέρ Σουμάν, με την οποία πρότεινε τη σταδιακή δημιουργία μιας κοινής αγοράς για όλα τα ευρωπαϊκά προϊόντα, αρχίζοντας από τον άνθρακα και τον χάλυβα – δύο προϊόντα στα οποία στηριζόταν η μεταπολεμική ανασυγκρότηση της ηπείρου μας. Οι ιδέες του Ζαν Μονέ είχαν αρχίσει να πιάνουν τόπο και έναν χρόνο αργότερα η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) αποτελούσε πραγματικότητα.
Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία ήταν οι έξι χώρες που πήραν μέρος σε αυτή την πρώτη μορφή οικονομικής συνεργασίας. Η επιτυχία του εγχειρήματος ήταν τέτοια που μέσα σε λίγα χρόνια η συνεργασία επεκτάθηκε στην ατομική ενέργεια (ΕΚΑΕ – Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας) και στην οικονομία γενικότερα (ΕΟΚ – Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα) με την υπογραφή των δύο νέων συνθηκών στη Ρώμη, στις 27 Μαρτίου του 1957. Η ΕΟΚ, η ΕΚΑΧ και η ΕΥΡΑΤΟΜ αποτέλεσαν τις τρεις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Κύριος στόχος της ΕΟΚ ήταν η δημιουργία μιας οικονομικής κοινότητας που θα βασίζεται στην ελεύθερη διακίνηση προϊόντων, υπηρεσιών και εργαζομένων.
* Η πρώτη διεύρυνση
Η μοναδική από τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες που είχε μείνει έξω από τις κοινότητες ήταν η Βρετανία, λόγω των γνωστών βρετανικών φόβων για την ομοσπονδιοποίηση της Ευρώπης και του ανταγωνισμού της με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως δε με τη Γαλλία.
Ο μεγάλος ρυθμός ανάπτυξης της ΕΟΚ υποχρέωσε τη Βρετανία να αλλάξει γνώμη και να υποβάλει αίτηση ένταξης σε αυτήν το 1961. Λίγο αργότερα ακολούθησαν η Νορβηγία, η Δανία και η Ιρλανδία, ενώ η Αυστρία, η Σουηδία και η Ελβετία ζήτησαν να συνάψουν συμφωνίες σύνδεσης. Η Γαλλία είχε όμως αντιρρήσεις για αυτή την πρώτη απόπειρα διεύρυνσης της ΕΟΚ και οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν.
Το 1967 η Βρετανία υπέβαλε νέα αίτηση προσχώρησης, μαζί με τη Δανία, την Ιρλανδία και τη Νορβηγία, αλλά για μία ακόμη φορά συνάντησε την αντίδραση των Γάλλων. Επρεπε να αποχωρήσει ο Σαρλ ντε Γκωλ από την ενεργό πολιτική δράση για να ανοίξει ο δρόμος για τη διεύρυνση. Με τον πρόεδρο Πομπιντού, η Γαλλία έδωσε το πράσινο φως για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τις υποψήφιες χώρες.
Αυτές ολοκληρώθηκαν τρία χρόνια αργότερα και το 1972 υπογράφηκε η συνθήκη προσχώρησης των τριών νέων μελών. Η Νορβηγία είχε στο μεταξύ αποχωρήσει ύστερα από το αρνητικό αποτέλεσμα ενός σχετικού δημοψηφίσματος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε από την 1η Ιανουαρίου του 1973 η Ευρώπη των Εννέα.
Η Ελλάδα είχε υπογράψει συμφωνία σύνδεσης με την ΕΟΚ από το 1961. Η περιπέτεια της επτάχρονης δικτατορίας πάγωσε τις σχέσεις της χώρας μας με τους Εννέα και η προπαρασκευή της Ελλάδας για την προσχώρηση σταμάτησε. Με τη μεταπολίτευση, το 1974, η Ελλάδα επανήλθε στο αίτημά της και στις 12 Ιουνίου 1975 η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή υπέβαλε αίτηση προσχώρησης. Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν τυπικά τον Ιούλιο του 1976 και ουσιαστικά δύο χρόνια αργότερα, για να καταλήξουν επιτυχώς τον Απρίλιο του 1979. Η συνθήκη προσχώρησης υπογράφηκε στις 28 Μαΐου 1979 στην πανηγυρική τελετή στο Ζάππειο Μέγαρο. Την 1η Ιανουαρίου του 1981 η Ελλάδα έγινε επίσημα μέλος της ΕΟΚ, που είχε πλέον δέκα μέλη.
Δύο άλλες χώρες που είχαν βγει από πολύχρονες δικτατορίες – η Ισπανία και η Πορτογαλία – υπέβαλαν αιτήσεις προσχώρησης το 1977. Οι αιτήσεις τους εξετάστηκαν χωριστά από την ελληνική – παρά την αντίθετη επιθυμία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – και η πορεία των διαπραγματεύσεών τους καθυστέρησε σημαντικά, λόγω των επιφυλάξεων ορισμένων χωρών για τις συνέπειες που θα είχε αυτή η διεύρυνση.
Η Γαλλία και η Ιταλία κυρίως φοβόντουσαν για την τύχη των αγροτικών προϊόντων τους όταν η ευρωπαϊκή αγορά θα κατακλυζόταν από την ισπανική παραγωγή. Εξάλλου οι οικονομικές συγκυρίες εκείνης της εποχής είχαν επιδεινωθεί και η ανεργία βρισκόταν σε υψηλά επίπεδα. Παρά τις αντιξοότητες και την αποτυχία της συνόδου κορυφής των Αθηνών (Δεκέμβριος 1983), οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν με επιτυχία και το 1986 η ΕΟΚ δέχθηκε άλλα δύο μέλη του ευρωπαϊκού Νότου. Η Ευρώπη των Δώδεκα ήταν γεγονός.
* Η Ευρώπη των Δεκαπέντε
Οι οικονομικές ανισότητες ανάμεσα στα κράτη-μέλη και οι διαφωνίες για την κατανομή των δημοσιονομικών βαρών σημάδεψαν αυτή την περίοδο της ευρωπαϊκής πορείας, που χαρακτηρίστηκε από την εμφάνιση ευρωσκεπτικιστών τάσεων σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και συνέπεσε με τις επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης.
Η Λευκή Βίβλος που παρουσίασε το 1985 ο τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζακ Ντελόρ έδωσε νέα πνοή στις συζητήσεις για το μέλλον της Ευρώπης, αφού, με την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ως το 1993 που έθεσε σαν στόχο, δημιούργησε και την ανάγκη για την οικονομική και νομισματική ένωση. Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1986 ολοκλήρωσε το θεσμικό πλαίσιο για τη δημιουργία της νέας αγοράς. Οι κοσμογονικές αλλαγές που συνέβησαν στην Ευρώπη με την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου και με τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης επέσπευσαν τη διαδικασία ενοποίησης της Ευρώπης και οδήγησαν στην αναθεώρηση των ιδρυτικών συνθηκών της, με τις συνθήκες του Μάαστριχτ (1991) και του Αμστερνταμ (1997). Ο νέος άνεμος που πνέει στην Ευρώπη ενισχύεται και από την αύξηση των μελών της κατά τρία, με την ένταξη της Σουηδίας, της Φινλανδίας και της Αυστρίας το 1995. Οι συνθήκες προσχώρησής τους υπογράφηκαν στην Κέρκυρα τον Ιούνιο του 1994, κατά τη διάρκεια της τρίτης ελληνικής προεδρίας.
Κατά μία ευτυχή συγκυρία, μία ακόμη ελληνική προεδρία – η τέταρτη κατά σειρά – συμπίπτει με τη μεγαλύτερη διεύρυνση στην ιστορία της ΕΕ, η οποία είναι αποτέλεσμα των κοσμοϊστορικών γεγονότων που συνέβησαν στην ευρωπαϊκή ήπειρο κατά την περασμένη δεκαετία. Με την αποκατάσταση της δημοκρατίας στις χώρες της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης, η ΕΕ αντιμετώπισε μια νέα πρόκληση: την ενσωμάτωση των νέων αυτών δημοκρατιών στην οικογένεια της ενωμένης Ευρώπης.
Η τελευταία – μέχρι στιγμής – φάση της διεύρυνσης ξεκίνησε το 1990 με τις αιτήσεις προσχώρησης που υπέβαλαν η Κύπρος και η Μάλτα. Ακολούθησαν οι αιτήσεις των χωρών της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης, και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λουξεμβούργου, το 1997, ενέκρινε την έναρξη των διαπραγματεύσεων με έξι από αυτές – Εσθονία, Ουγγαρία, Πολωνία, Δημοκρατία της Τσεχίας, Σλοβενία και Κύπρο.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι, το 1999, αποφάσισε την έναρξη διαπραγματεύσεων με έξι ακόμη χώρες – Λετονία, Λιθουανία, Μάλτα, Σλοβακία, Βουλγαρία και Ρουμανία. Οι δύο τελευταίες θα πρέπει να περιμένουν ακόμη, αφού δεν περιελήφθησαν στην ομάδα των δέκα χωρών για την ένταξη των οποίων γνωμοδότησε θετικά τον Οκτώβριο του 2002 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης, τον περασμένο Δεκέμβριο, αποφασίστηκε η ένταξη των χωρών αυτών στην ΕΕ τον Μάιο του 2004.



