Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Εδώ και χρόνια μουσικοί της ροκ και της τζαζ, θέλοντας να εκφράσουν τις όποιες ευαισθησίες τους, άφηναν για λίγο στην άκρη το όργανό τους για να πιάσουν το πινέλο ή το κάρβουνο μπροστά στην παλέτα.


Η πρόσφατη ανακάλυψη ενός γκαλερίστα στο Λονδίνο κάποιων ξεχασμένων και κακότεχνων σκίτσων του Τζον Λένον έφερε ξανά το θέμα


στην επιφάνεια, με τρόπο μάλιστα που θα στενοχωρούσε πολλούς ταλαντούχους ζωγράφους, που δεν έχουν όμως βαρυφορτωμένα από ροκ δόξα επώνυμα: οι σχεδόν μουντζούρες του Λένον κοστολογήθηκαν περί τα 35 εκατ. δρχ.!!!


«Αν βρεθώ κοντά σε σύνεργα ζωγραφικής και σε μουσικά όργανα ταυτοχρόνως, δεν ξέρω τι να επιλέξω. Ετσι, μερικές φορές ασχολούμαι και με τα δύο. Τρέχω από το ένα δωμάτιο στο άλλο κρατώντας στο ένα χέρι το πινέλο και στο άλλο την κιθάρα μου!». Ρον Γουντ, κιθαρίστας των Ρόλινγκ Στόουνς και ζωγράφος


Δεν έχει συμπληρωθεί ακόμη μήνας από εκείνο το κυριακάτικο πρωινό που ο Τζον Ντάνμπαρ αποφάσισε να βάλει μια τάξη στη σοφίτα του σπιτιού του, στο Λονδίνο. Οπως συμβαίνει σε εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον πλανήτη, έτσι και αυτός έφτιαξε μια κούπα με καφέ, φόρεσε πρόχειρα ρούχα και βάλθηκε να ξεκαθαρίσει την ακαταστασία ετών, εκτονώνοντας παράλληλα την κυριακάτικη πλήξη του πάνω σε άχρηστα περιοδικά, ξεχασμένες φωτογραφίες, μισοσκισμένα σημειώματα, ντοσιέ, τετράδια και μπλοκ.


Οταν στα χέρια του βρέθηκε ένα σημειωματάριο γεμάτο «μουντζούρες» και «ορνιθοσκαλίσματα», δυσκολεύθηκε αρκετά να θυμηθεί τι μπορεί να ήταν αυτό που κρατούσε. Δυσκολεύθηκε γιατί στην πολυτάραχη ζωή του ο Ντάνμπαρ γνώρισε πολλούς ανθρώπους που θα μπορούσαν να έχουν αφήσει κάπου το εν λόγω σημειωματάριο. Ζωγράφος ο ίδιος, παντρεύτηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 τη Μάριαν Φέιθφουλ, έγινε φίλος με τους Μπιτλς και τους Ρόλινγκ Στόουνς, άνοιξε κατόπιν μια γκαλερί, όπου στη διάρκεια μιας έκθεσης, το 1966, πρωτοσυνέστησε τη Γιόκο Ονο στον ήδη καλό φίλο του Τζον Λένον. Κι όπως η ζωή του περνούσε μπροστά από τα μάτια του μέσα από όλα αυτά τα πεταμένα πράγματα, συνειδητοποίησε ξαφνικά πως το «εύρημά» του ήταν κάτι που κανένας από τους εκατομμύρια άλλους… ταξινομητές της Κυριακής δεν θα μπορούσε να ελπίζει πως θα βρει στη σοφίτα του: ένα σημειωματάριο με ζωγραφιές του Τζον Λένον! Ο Ντάνμπαρ παράτησε τη σοφίτα στην ακαταστασία της και έτρεξε να τηλεφωνήσει στον φίλο του Κάρι Ουάλας, ειδικό εκτιμητή του οίκου Κρίστις για θέματα σχετικά με τους Μπιτλς. Οταν άκουσε την πρώτη εκτίμηση για την αξία των σελίδων με τις «μουντζούρες» του Λένον, του έπεσε το τηλέφωνο από το χέρι. «Εκατό χιλιάδες λίρες Αγγλίας» (35 εκατ. δρχ.) ήταν η σίγουρη απάντηση από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Αμέσως ο Ντάνμπαρ κατάλαβε ότι έπρεπε επειγόντως να θυμηθεί πώς βρέθηκε το σημειωματάριο στα χέρια του, πράγμα που έμοιαζε δύσκολο, δεδομένου ότι οι ημέρες της γνωριμίας του με τον Λένον ήταν πια χαμένες σε ένα νέφος λήθης, αφού οι καταχρήσεις εκείνης της εποχής είχαν… «κάψει» αρκετά κύτταρα του εγκεφάλου του. Μια σελίδα όμως με το σχέδιο του Λένον για έναν οκταγωνικό πύργο τού θύμισε αμέσως την ξεχασμένη ιστορία. Λίγες ημέρες αργότερα ο Ντάνμπαρ αφηγείτο την ιστορία αυτών των ζωγραφιών σε συνέντευξη Τύπου «καρφώνοντας» τον Λένον για το επίπεδο των πονημάτων του. «Δεν μπορώ να το πιστέψω», δήλωσε ο περιχαρής Ντάνμπαρ. «Εκατό χιλιάδες λίρες για μερικά φριχτά σχέδια!». Και αμέσως μετά έδωσε το ιστορικό τους. Είπε, λοιπόν, πως όλα ξεκίνησαν μετά από ένα από τα περίφημα 24ωρα ψυχεδελικά πάρτι που έδιναν και έπαιρναν εν έτει 1967. Φορτισμένος από την (και τεχνητή) ενέργεια του πάρτι, ο Λένον έψαχνε τρόπους να συνεχίσει με κάτι ενδιαφέρον το υποβοηθούμενο από το LSD «ταξίδι» του. Και τότε θυμήθηκε μια αγγελία που είχε δει στη χθεσινή εφημερίδα για ένα νησάκι στην Ιρλανδία που επωλείτο έναντι χιλίων μόνο λιρών! Προτού ο Ντάνμπαρ καταλάβει τι είχε συμβεί στο κεφάλι του φίλου του, βρέθηκε στο αεροπλάνο για το Δουβλίνο καθισμένος πλάι στον Λένον. Και κατόπιν βρέθηκε πάλι πλάι του μέσα σε μια μαύρη λιμουζίνα διασχίζοντας την Ιρλανδία ως το Κλιού Μπέι, στην πλευρά του Ατλαντικού. Από εκεί πήραν μια εξωλέμβιο και τελικά έφθασαν στο προς πώλησιν νησάκι, ονόματι Ντόρνις Μπεγκ. «Το νησί δεν έλεγε και σπουδαία πράγματα», θυμάται σήμερα ο Ντάνμπαρ. «Με το που φθάσαμε όμως εκεί, ο Λένον στρώθηκε στη ζωγραφική, αρχίζοντας από κάτι γυμνά, συνεχίζοντας με μια δαντικής ατμόσφαιρας απεικόνιση φρικαλέων προσώπων και τεράστιων ματιών και καταλήγοντας στο σκιτσάρισμα ενός οκτάγωνου πύργου που θα ήθελε να χτίσει στο νησί, δίκην ησυχαστηρίου».


Τελικά, μετά από λίγες ώρες οι δύο φίλοι εγκατέλειψαν το νησάκι, αφού ολοκλήρωσαν τις διαδικασίες αγοράς του από τον Λένον. Παρ’ όλο τον ενθουσιασμό του, ο Λένον δεν επέστρεψε ποτέ εκεί, κυρίως λόγω της άρνησης της Γιόκο Ονο να απομονωθεί σε ένα τέτοιο ξερονήσι. Ο Ντάνμπαρ καταχώνιασε κάπου το σημειωματάριο και όσο για το ίδιο το νησάκι αποτέλεσε μέρος των δωρεών που έκανε συνεχώς ο Λένον, στο κλίμα του «χίπικου» ιδεαλισμού του εκείνης της εποχής. «Ενας άγνωστος με την οικογένειά του εμφανίστηκε στα γραφεία της ιδιόκτητης εταιρείας των Μπιτλς ζητώντας κάποια ενίσχυση και ο Λένον έγραψε στο όνομά του το νησί!», θυμάται σήμερα ο Ντάνμπαρ.


Με το νησάκι χαρισμένο, τις ζωγραφιές παραπεταμένες, τους Μπιτλς να διαλύονται, το ζεύγος Λένον – Ονο να φεύγει στις ΗΠΑ και το φονικό χέρι του Μαρκ Τσάπμαν να κόβει απότομα το νήμα της ζωής του Τζον, δεν είναι παράξενο που χρειάστηκε ένα κυριακάτικο ξεκαθάρισμα ρουτίνας για να έρθει στο φως αυτή η ιστοριούλα και οι ζωγραφιές του Λένον. Αν τις κοιτάξει κανείς προσεκτικά, θα βρει πιθανότατα ότι (όπως και η ίδια η αναζήτηση ενός ησυχαστηρίου από πλευράς Λένον) κρύβουν μέσα τους την ανάγκη του μεγάλου Μπιτλ να ξεφύγει από τις πιέσεις της δόξας και της φήμης του και από την ίδια την μπιτλομανία της εποχής.


Αυτή τη φυγή από τη ροκ πραγματικότητα μέσω της ζωγραφικής την είχε επιδιώξει ο Λένον και στο παρελθόν (με αξιολογότερα έργα μάλιστα) αλλά και πολλοί άλλοι ομότεχνοί του πριν και μετά από εκείνον. Τα «καλά» δείγματα της ζωγραφικής του ο Λένον τα είχε δώσει υπό μορφήν ασπρόμαυρων σκίτσων, από το 1965 ήδη, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Lennon In His Own Write». Την ίδια περίπου εποχή εκδηλώνει το εικαστικό του ταλέντο και ο ντράμερ των Ρόλινγκ Στόουνς, ο εξαίρετος κ. Τσάρλι Ουότς, εικονογραφώντας το οπισθόφυλλο του δίσκου τους «Between the Buttons». Ο Ουότς, εξαιρετικά σεμνός ως χαρακτήρας, «ενταφίασε» συνειδητά την ενασχόλησή του με τη ζωγραφική ως τις αρχές της δεκαετίας μας, οπότε και ξανάδωσε δείγματα εικονογραφώντας το παιδικό (!) βιβλίο του για τον μεγάλο σαξοφωνίστα Τσάρλι «Μπερντ» Πάρκερ.


Τη σεμνότητα του Ουότς δεν ενστερνίστηκε ο από εικοσαετίας συνάδελφός του στους Ρόλινγκ Στόουνς, ο κιθαρίστας Ρον Γουντ. Προερχόμενος από οικογένεια με εικαστικές κατευθύνσεις και έχοντας αποφοιτήσει από τις Σχολές Καλών Τεχνών του Ράισλιπ και του Ιλινγκ, ο Γουντ θεωρείται ένας από τους πιο ακριβούς ρόκερ – ζωγράφους, με τις τιμές των έργων του να κυμαίνονται από 15.000 ως 50.000 δολάρια!


Αυτό οφείλεται στο ότι ποτέ δεν εγκατέλειψε την παλέτα για χάρη της κιθάρας του, αλλά και στην πεισματικά ιδιαίτερη θεματολογία των ακριβότερων από τα έργα του: έχοντας εδώ και πολλά χρόνια καταξιωθεί σαν ένας «κοσμοπολίτης» της σκηνής, σαν άνθρωπος δηλαδή που προτίθεται να παρατήσει οτιδήποτε προκειμένου να ανεβεί στο πάλκο αυτοσχεδιάζοντας πλάι σε μουσικούς που εκτιμά και θαυμάζει, συνδύασε το τερπνόν μετά του ωφελίμου, ζωγραφίζοντας και τα πορτρέτα των ανθρώπων που τον φιλοξένησαν στις συναυλίες τους: από τον Ρέι Τσαρλς ως την Τίνα Τέρνερ και από τον Μπομπ Μάρλεϊ ως τον Τζέρι Λι Λούις, το ανφάν – γκατέ του ροκ απεικονίζεται στην πινακοθήκη πορτρέτων του Ρον Γουντ. Τα έργα του (όσα τουλάχιστον δεν χαρίζει στα ίδια του τα «θέματα») εκτίθενται σε γκαλερί από τη Φραγκφούρτη ως το Λος Αντζελες και πωλούνται στις προαναφερθείσες τιμές ή, αν πρόκειται για τις α λα Βαν Γκογκ χρωματικές του απόπειρες, και λίγο ακριβότερα. Και ανάμεσα στα πορτρέτα αυτά υπάρχουν και δυο-τρία συναδέλφων του με αμφότερες τις ιδιότητες: του μουσικού και του ζωγράφου. Σαν αυτό του Λένον ή του επιστήθιου φίλου του Γουντ, του μεγάλου Μπομπ Ντίλαν. Από τη δεκαετία του ’60 ήδη ο Ντίλαν ζωγράφιζε και σκιτσάριζε και έργα του έχουν κοσμήσει κατά καιρούς εξώφυλλα δίσκων δικά του και φίλων του. Εννοείται πως ουδέποτε είχε κίνητρα για να εκθέσει, αλλά μέχρι σχετικά πρόσφατα όλο και «στριμώχνει» κάποια ζωγραφιά του στους δίσκους και στα λίγα βιβλία του. Το έργο του πάντως που έχει μείνει ιστορικό είναι η παιδικής αφέλειας εικονογράφηση του εξωφύλλου του παρθενικού δίσκου των φίλων του που αποτελούσαν το συγκρότημα Δε Μπαντ.


Για εξώφυλλα δίσκων φίλων της ζωγράφισε και η Τζόνι Μίτσελ. Η καναδικής καταγωγής τραγουδοποιός δεν παρέλειψε να στολίσει με την (ακριβή όσο και του Ρον Γουντ) τέχνη της και δικά της εξώφυλλα. Από αυτά ιδιαίτερης μνείας αξίζει το εξώφυλλο του δίσκου της «Mingus», που είναι ένα ηχητικό και εικαστικό αφιέρωμα στον μεγάλο μουσικό της τζαζ Τσαρλς Μίνγκους, με τον οποίο η Μίτσελ συνδέθηκε πριν τον θάνατό του το 1979.


Στα ίδια τα χωράφια της τζαζ θα εντοπίσουμε αρκετούς μουσικούς ζωγράφους, αλλά εκείνος που κατάφερε να μπει γερά στις γκαλερί, έστω και λίγο μόνο πριν τον θάνατό του, ήταν ο μεγάλος τρομπετίστας Μάιλς Ντέιβις. Η ζωγραφική του Ντέιβις μοιάζει με του Λένον, μόνο που τον δρόμο προς την αναγνώριση του εικαστικού του ταλέντου δεν τον άνοιξαν τα σκίτσα του, αλλά τα φολκλορικού χαρακτήρα αφρικανοκεντρικά λάδια του. Μετά τον θάνατο του Ντέιβις το 1991, αυτά τα λάδια συγκεντρώθηκαν και ως περιοδεύουσα έκθεση φιλοξενήθηκαν σε αρκετές γκαλερί των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Μάλιστα πέρυσι, για κάποιες λεπτομέρειες και μόνον, ματαιώθηκε η έκθεση αυτών των έργων του σε γκαλερί της περιοχής Θησείου. Μιλώντας για γκαλερί, πάντως, ας κλείσουμε αυτή την αναφορά σε μουσικούς που ζωγραφίζουν με τον πιο ευπρόσδεκτο στις αίθουσες τέχνης, τον ρόκερ με τον ακριβότερο τιμοκατάλογο στα ζωγραφικά του έργα, που δεν είναι άλλος από τον «πολύ» Ντον βαν Βλιτ, γνωστότερο ως Κάπτεν Μπίφχαρτ. Ο πρωτοπόρος και εκκεντρικός αυτός μουσικός θεωρούσε ανέκαθεν την εικόνα απαραίτητο συμπλήρωμα της μουσικής και των δίσκων του.


Πολλοί από αυτούς είχαν εξώφυλλα φιλοτεχνημένα από τον ίδιο, αλλά αυτή η συνήθειά του δεν είχε προϊδεάσει κανέναν για το γεγονός ότι ο Μπίφχαρτ θα μπορούσε να παρατήσει τη μουσική για χάρη της ζωγραφικής! Και όμως έγινε και αυτό και μάλιστα το εγχείρημα στέφθηκε από επιτυχία. Μακριά λοιπόν από τη μουσική εδώ και χρόνια, ο Κάπτεν Μπίφχαρτ έχει πια αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Εκθέτει, πουλάει, μάλλον ακριβά, και είδε πέρυσι τα έργα του να κυκλοφορούν με επιτυχία σε ένα λεύκωμα μεγέθους βιβλίου «coffee-table». Αυτή την «τιμή» από μουσικούς – ζωγράφους την έχουν γευθεί μόνον ο Μπίφχαρτ και ο Φρανκ Σινάτρα. Οι υπόλοιποι, παλιότεροι και νεότεροι, έχουν ως κυρίως «βήμα» τους τα εξώφυλλα δίσκων και κάποια περιστασιακή έκθεση. Και ως κυρίως κίνητρο τη «φυγή» από τα άγχη των σόου-μπίζνες αλλά και μια άλλου τύπου έκφραση των ευαισθησιών τους. Ο κατάλογος πλουτίζεται και τα τελευταία χρόνια με ζωγραφική που έβγαλαν προς τα έξω μουσικοί όπως ο Ρόμπιν Χίτσκοκ, ο Κερτ Κέρκγουντ του συγκροτήματος Μιτ Πάπετς, η Τζάστιν Φρίσμαν του αγγλικού συγκροτήματος Ελάστικα και (το κάποτε αγόρι της) ο Ντέιμον Αλμπερν του συγκροτήματος Μπλερ, αλλά και ο Μαρκ Ντάρσεϊ, μπασίστας των Μπιγκ Τσιφ από το Ντιτρόιτ.


Ο τελευταίος εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την ενασχόληση των σημερινών ρόκερ με μια εικαστική φόρμα πολύ πιο σύγχρονη και πιο κοντά στη ροκ κουλτούρα: το κόμικ. Αυτό όμως είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο και, προφανώς, ένα μελλοντικό μας θέμα…