” Είμαι ένα χαλί που το πατάνε ”
Ηταν η πρώτη φορά που έμπαινα στο καμαρίνι του Λευτέρη Βογιατζή στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων. Μικρό, οικείο και τόσο γεμάτο από πράγματα, ρούχα και βιβλία που μόλις χωρούσε να κινηθείς. Στον τοίχο και σε ένα μικρό ράφι πολλές φωτογραφίες αλλά και αφίσες από θεατρικές παραστάσεις θιάσων του εξωτερικού. Ακριβώς από πάνω μας βρίσκονταν δύο αγαπημένοι του θεατρικοί συγγραφείς: ο Σάμιουελ Μπέκετ και ο Τόμας Μπέρνχαρντ. Ο Λευτέρης Βογιατζής λίγη σημασία έδινε στον χώρο του καμαρινιού. Αυτό που τον βασανίζει και σπεύδει να μου εξομολογηθεί σε κάθε συνάντηση είναι οι περιορισμοί και οι δυσκολίες που προκύπτουν από τον χώρο του θεάτρου στο οποίο δουλεύει… «Με ενδιαφέρει ένας χώρος τον οποίο θα φτιάξω εγώ. Ο,τι έχω βρει που να με ενδιαφέρει είτε δεν έχω κατορθώσει να το πάρω είτε χρειάζεται κατά κάποιον τρόπο να είμαι σε συνεννόηση με πολιτικούς, πράγμα που είναι αδιανόητο».
– Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τον Μολιέρο, δεδομένου ότι τα κείμενα με τα οποία ασχοληθήκατε τα τελευταία χρόνια είναι πολύ διαφορετικά;
«Πάντα με απασχολεί η επιστροφή στα κλασικά κείμενα. Ο Μολιέρος είναι ένας συγγραφέας που αγαπώ πολύ. Για την επιλογή πολλών πραγμάτων παίζουν ρόλο διάφορες συγκυρίες που κανένας δεν ερμηνεύει λογικά. Στο παρελθόν ασχολήθηκα με τον “Μισάνθρωπο” και με τον “Ταρτούφο”. Ηθελα να κάνω άλλον έναν Μολιέρο πάντοτε, ώσπου η Χρύσα Προκοπάκη μου είπε ότι θα μετέφραζε άλλο ένα έργο και συναποφασίσαμε αυτό. Οσον αφορά τα τελευταία έργα, της Σάρας Κέιν, του Μίλερ και της Αναγνωστάκη, είναι τρεις συγγραφείς που λατρεύω. Πάντα όμως με περιμένει στη γωνία ένα κλασικό έργο. Μου αρέσει αυτή η ανταλλαγή, αυτό το “πηγαινέλα”. Επίσης το γεγονός ότι κάνω αυτό μετά το “Λαχταρώ” είναι ακόμη πιο δυνατή αντίθεση και πολύ ενδιαφέρουσα. Βλέπει κανείς πώς μέσα στη δουλειά και στο θέατρο κυκλοφορούν πράγματα από το ένα έργο στο άλλο και ζυμώνονται εμπειρίες που έχουν αποκτηθεί ή πράγματα που πρέπει να ξεχάσει κανείς. Νομίζω ότι όλα τα πράγματα – εξαρτάται από το μυαλό και τον τρόπο δουλειάς – μπολιάζουν το ένα το άλλο. Παλαιότερα, πιο μικρός, ήμουν πιο απόλυτος. Ελεγα “ωχ, αν είναι να γίνει αυτό, να μη γίνει εκείνο”, ενώ τώρα βλέπω ότι πράγματι μια ανοιχτή διάθεση αγκαλιάζει πιο πολλά πράγματα και με πιο φυσικό τρόπο, χωρίς περιορισμούς. Στο κάτω κάτω της γραφής πρέπει κανείς να τολμά κάτι, με κίνδυνο να έχει κάνει λάθος. Αλλιώς δεν μπορώ να το ζητώ και εγώ αυτό από τους ηθοποιούς».
– Αν δεν υπήρχε το θέμα της επιχορήγησης και η δέσμευσή σας να κάνετε αυτή την παράσταση λόγω της ιδιότυπης σχέσης σας με τον χρόνο, θα την ανεβάζατε τώρα;
«Εχει να κάνει με τον χώρο. Για να κατεβεί το “Λαχταρώ”, μόνο για να φύγει το σκηνικό, έκανε ενάμιση μήνα και για να μπει αυτό άλλον ενάμιση. Είναι τρελό να μην το έπαιζα, είναι μια παραγωγή που ανήκει στον περυσινό χρόνο. Το θέατρο εδώ είναι ένα συνεχές εργοτάξιο, δεν μένει στιγμή που να μη δουλεύει, είναι τραγικό. Και δεν παίζουμε τον περισσότερο καιρό. Το περίεργο είναι το εξής: πιέστηκα πάρα πολύ και νιώθω μια κούραση και μια τρέλα. Δεν ξέρω τι θα κάνω μέσα από αυτή την ένταση. Δεν μπορώ να απαντήσω ακριβώς γιατί οι συνθήκες είναι συνθήκες. Δεν μπορώ να τις αγνοήσω και να ξέρω τι θα έκανα. Αλλά νομίζω ότι μπήκα σε μια τροχιά και θεωρώ πιο φυσιολογικό αυτό που έγινε τελικά, παρά την κούραση και την αδυναμία να ανταποκριθούμε, ως μη μεγάλος οργανισμός, σε ορισμένα πράγματα. Θα το έκανα όμως γιατί πρέπει να κάνω τη δουλειά μου».
– Ολη αυτή την ένταση που έχετε και το άγχος σας σχετικά με τον χώρο πώς καταφέρνετε να τα απομακρύνετε στην παράσταση;
«Στην αρχή υπάρχει και με διάφορα μαγικά απομακρύνεται. Μετά κάπως μπαίνει σε μια τροχιά το πράγμα και αρχίζει από μόνο του να κυλάει. Παρ’ όλο που από εδώ και πέρα δεν ξέρω κάτα πόσο θα συμβεί αυτό, γιατί με όλες αυτές τις υποχρεώσεις πρέπει να συνηθίσω να αρχίζω αμέσως εργασία για το επόμενο».
– Δεν σας χρειάζεται χρόνος για να «αδειάσει το μυαλό»;
«Απολύτως και γι’ αυτό δεν ξέρω τι θα κάνω».
– Επιμένετε όμως…
«Εχω ορισμένες υποχρεώσεις. Δεν μπορώ να τις κάνω τυπικά. Εγώ θα ήθελα να ξεκουραστώ. Πώς να μην τις κάνω; Να σταματήσω το θέατρο; Δεν τα πήγαινα ποτέ καλά με αυτές τις λογικές λύσεις του τύπου “να κάτσω έναν χρόνο”, παρ’ ότι το χρειάζομαι και θα μπορούσα να ανανεώσω τις ιδέες μου για διάφορα πράγματα που θα ήθελα να κάνω».
– Να δείτε άλλες παραστάσεις βρήκατε χρόνο;
«Οσο μπορώ πηγαίνω και με ευχαριστεί πάρα πολύ».
– Εχετε δει κάτι που σας εντυπωσίασε;
«Την παράσταση του Χουβαρδά “Τόσο όμορφα” του Γιον Φόσε. Μου άρεσε και το έργο και μου πάει πολύ ως συγγραφέας».
– Δεδομένης της πληθώρας των θεατρικών παραστάσεων έχετε νιώσει την ανάγκη να γίνουν τα πράγματα στο θέατρο πιο ομαδικά και λιγότερο ατομικά;
«Μπορεί και να ήταν καλύτερα. Μπορεί αυτό να προκύψει μέσα από μια ανάγκη και όχι από μια καθοδήγηση του τύπου “τι πρέπει και τι δεν πρέπει”. Πρέπει να αφήσουμε τα πράγματα να εξελίσσονται ελεύθερα και ό,τι γίνεται να γίνεται από ανάγκη. Είναι ένας ελεύθερος χώρος, δεν μπορεί κανείς να καθοδηγήσει και κάτι τέτοιο μάλλον κακό κάνει. Δεν ξέρω τι να πω γι’ αυτή την πληθώρα των θεαμάτων, των έργων που ανεβαίνουν, δεν μπορώ να είμαι κατακριτικός. Ολα τα πράγματα έχουν μια καλή και μια κακή πλευρά. Τώρα μας φαίνεται κακό ότι έχουν συσσωρευθεί όλα αυτά, από την άλλη όμως κάτι δοκιμάζεται. Βλέπει ο καθένας τι είδους δυνάμεις χρειάζεται για να διατηρηθεί. Ολα τα πράγματα μπορούν να μπολιάσουν το ένα το άλλο».
– Οι καλλιτέχνες οι οποίοι έχουν διαγράψει μια πορεία στον χώρο όπως εσείς υποστηρίζονται από την πολιτεία;
«Οπως ξέρετε, υπάρχουν τεράστια σχέδια με τις επιχορηγήσεις και τεράστια καθυστέρηση επίσης. Κατά τη γνώμη μου, αν έχεις προσφέρει πολλά, θα πρέπει να το λάβει υπόψη της κάθε επιτροπή. Τώρα έχει καθυστερήσει η πρώτη δόση. Εγώ θεωρείται ότι πρέπει να παίρνω αυτά τα χρήματα – επειδή δεν είμαι εντάξει με τις ημερομηνίες – αφού ανεβάσω το έργο. Πώς θα γίνει αυτό όμως; Εγώ συνηθίζω να πληρώνω τα πάντα από την πρώτη στιγμή. Φανταστείτε κάποιος που δεν έχει μεγάλη ευχέρεια στο να ανταποκριθεί σε τέτοιου είδους πράγματα. Δεν μπορώ να κοιμάμαι ήσυχος και να ξέρω ότι χρωστώ τόσα πράγματα. Δεν γίνεται. Εχω πιο σοβαρά προβλήματα: τα ίδια τα έργα. Ετσι η μοίρα με έχει ρίξει σε αυτό».
– Ως καλλιτέχνης επηρεάζεστε από την πολιτική. Σας ενδιαφέρει;
«Βέβαια και άμεσα».
– Πιστεύετε ότι οι καλλιτέχνες έχουν παρεμβατικό χαρακτήρα στην κοινωνική ζωή και στην πολιτική;
«Στην πολιτική έχουν πιο πολύ γιατί γίνονται βουλευτές! Στην πραγματικότητα δεν το ξέρω, εκτός από όσους ασχολούνται με άμεσα πολιτικά θέματα – κάποιοι ξένοι ηθοποιοί και σκηνοθέτες π.χ. με διαδηλώσεις».
– Στην Ελλάδα γίνεται αυτό;
«Δεν είμαι σίγουρος. Δεν ακούγεται και πολύ».
– Επιστρέφοντας στη θεατρική δουλειά σας συνειδητοποιώ ότι η πειθαρχία και η ακρίβεια είναι από τα ζητούμενά σας. Από την άλλη, όμως, είναι και το ρίσκο και η ελευθερία κινήσεων. Πώς ισορροπούνται;
«Κατ’ αρχήν η ελευθερία δεν είναι η ασυδοσία ούτε το φλου. Μια καλλιτεχνική πράξη είναι μια πράξη δοσμένη σε σχέση με την πυκνότητά της και αυτή η πυκνότητα απαιτεί στοιχεία όπου εκεί μέσα μπορείς να αισθανθείς την ελευθερία σου. Δηλαδή, να βάλεις τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι και να αρχίσεις να αισθάνεσαι ελεύθερος. Δεν μπορεί να αισθάνεσαι ελεύθερος κάνοντας ό,τι γουστάρεις. Θα πρέπει να έχεις την αίσθηση ότι μπορείς να κάνεις ό,τι γουστάρεις αλλά μέσα σε ορισμένα πλαίσια. Αλλιώς δεν έχει αξία. Κάποτε ένας σκηνογράφος μου είπε να το κάνουμε αυτό γιατί έτσι θέλουμε. Ολα τα κάνουμε γιατί έτσι θέλουμε. Υπάρχει όμως ένα άγρυπνο ματάκι που παρακολουθεί και, χωρίς καθόλου να μπορείς να δικαιολογήσεις γιατί υπάρχει, κάνει τη δουλειά του και επιτελεί έναν σκοπό, τον πιο απαραίτητο. Είναι αυτό που απαιτεί με ακρίβεια να δίνει την αντίληψη μιας πολύ μεγάλης ελευθερίας».
– Αυτό απαιτείται να το έχει κάθε μέλος της ομάδας ή δίνεται από τον σκηνοθέτη;
«Δίνεται. Δεν μπορείς να το απαιτήσεις. Ο κώδικας επικοινωνίας της ομάδας πρέπει να είναι κοινός. Είναι πολύ δύσκολο γιατί προερχόμαστε από διαφορετικούς χώρους. Παίζει ρόλο και μια ευρύτερη αίσθηση του χώρου όπου πολλά πράγματα είναι ανελεύθερα μέσα μας. Το πιστεύω αυτό γιατί βλέπω ότι υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες σε δυναμικό το οποίο δεν μπορεί να βρει τρόπο να εκφραστεί, εμποδίζει τον εαυτό του μέσα από πολύ συμβατικές αντιλήψεις – δεν εννοώ μη πρωτοποριακές, εννοώ συμβατικές με τη βαθύτερη έννοια. Ο σκηνοθέτης πρέπει να πει “κάνε αυτό” αλλά πρέπει ο άλλος να το προχωρήσει και να το κάνει δημιουργικά δικό του. Είτε να το προχωρήσει είτε να το ανατρέψει δημιουργικά. Οι φόβοι είναι κάτι τρομερό. Νομίζω ότι είναι ο βασιλιάς μας οι φόβοι».
– Τους έχετε νικήσει εσείς;
«Οχι, καθόλου. Αλλιώς δεν θα είχα αυτή την ένταση. Είναι το πιο φυσικό πράγμα ο φόβος. Αν όμως το πιο φυσικό πράγμα είναι αυτό που σε εμποδίζει, η πιο λογική λειτουργία είναι να τα βάλεις με αυτό που σε εμποδίζει. Καλύτερα να ασχοληθείς έναν χρόνο με το πώς αντιλαμβάνεσαι τους φόβους σου παρά να κάνεις ότι τους έχεις κατανικήσει. Ο φόβος δημιουργεί την ανελευθερία, την έλλειψη ανάγκης να δέχεσαι. Καμιά φορά βέβαια οι φόβοι είναι καλύτεροι από το θράσος…».
– Διαβάζω συχνά σε συνεντεύξεις ηθοποιών ότι «όνειρό μου είναι να δουλέψω με τον Λευτέρη Βογιατζή». Πώς νιώθετε για αυτό;
«Με συγκινεί πάρα πολύ. Καμιά φορά έχω την αίσθηση αυτή με τα νέα παιδιά που έρχονται και τα “προειδοποιώ”. H αλήθεια και η πραγματικότητα απέχουν πολύ. H πραγματικότητα είναι αυτή που βιώνω, το πάθος μου να μπορώ να συνδιαλέγομαι με ελεύθερους ανθρώπους απέναντί μου. Τώρα πώς μπορούμε να το εννοήσουμε αυτό; Αν πρέπει να πιέσω κάποιον, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια ανάσχεση. Ολα αυτά είναι ένα ρινγκ. Δεν είναι απλό πράγμα να βγάλεις στην επιφάνεια προσωπικά σου πράγματα. Αλλιώς όμως δεν έχει ενδιαφέρον. Οταν τα φυλάς με μανία, εκεί ίσως επέλθει κάποια σύγκρουση. Αυτή είναι και η περιοχή της δουλειάς μας. Γίνεσαι ηθοποιός γιατί έχεις μια βαθύτερη ανάγκη να διαβάζει κάποιος μέσα σου. Αφού αυτή είναι η ουσία της δουλειάς, δεν είναι δυνατόν από μεγάλο αριθμό ανθρώπων που την κάνουν να ζητούμε το αντίθετο, δηλαδή ασφάλεια, το πώς δεν θα αφήσουμε να βγουν τα πολύ προσωπικά μας στοιχεία. Αρα εκεί μπορεί να υπάρξει μια σύγκρουση. Αλλά αυτό δεν χαρακτηρίζει την πραγματική φύση του δικού μου τρόπου επικοινωνίας. Καθόλου. Εγώ θα έλεγα για τον εαυτό μου ότι είμαι ένα χαλί που το πατάνε. Κανονικά όμως. Ποτέ δεν παραιτήθηκα στην προσπάθειά μου ακόμη και με τον πιο αρνητικό χαρακτήρα. Θα έλεγα ότι αυτός είναι ο χαρακτήρας μου».
H παράσταση «Σχολείο γυναικών» του Μολιέρου κάνει πρεμιέρα την Τρίτη 13 Απριλίου στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή και μετάφραση Χρύσας Προκοπάκη. Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι της Ελλης Παπαγεωργακοπούλου. Πρωταγωνιστούν, εκτός από τον σκηνοθέτη, η Αγγελική Παπούλια, ο Νίκος Κουρής, η Αλεξάνδρα Λέρτα κ.ά.



