ΜΑΔΡΙΤΗ, Απρίλιος.



Η Παλόμα Ντίαθ – Μας δεν κρύβει την ταυτότητά της: γεννήθηκε στη Μαδρίτη πριν από 44 χρόνια και τα τελευταία 16 ζει στη Βιτόρια, όπου διδάσκει λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Χώρας των Βάσκων. Δεν αρκείται όμως μόνο στο να διδάσκει λογοτεχνία, τη γράφει κιόλας. Ισως αναρωτηθείτε, παραφράζοντας το γνωστό λογοπαίγνιο, ότι η λογοτεχνία είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήσουμε στους καθηγητές της, στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση δεν έχετε δίκιο.


Από την πρώτη στιγμή που η Παλόμα Ντίαθ-Μας εμφανίστηκε στα ισπανικά γράμματα (Η αρπαγή του Αγιου Δισκοπότηρου, εκδόσεις Anagramma) κέρδισε τους πάντες με τη γραφή της. Τα βραβεία διαδέχονταν το ένα το άλλο, για να φθάσουμε στο 1992 όταν κέρδισε το βραβείο Herralde για το μυθιστόρημα Το όνειρο της Βενετίας, ένα πραγματικό λογοτεχνικό διαμάντι. Το μυθιστόρημα είναι οργανωμένο σε πέντε μέρη, πέντε αυτόνομα διηγήματα που τα διαπερνά το κοινό νήμα της ιστορίας ενός πίνακα ζωγραφικής. Ολα αυτά τα διηγήματα διατηρούν κοινά θεματικά στοιχεία και τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής της Παλόμα Ντίαθ – Μας. Η συγγραφέας κατέχει και ξετυλίγει άριστα το πικαρέσκο, το επιστολογραφικό, τις μελοδραματικές ιστορίες σε συνέχειες και μας διηγείται με μαεστρία συμβάντα σε μια συνοικία της Μαδρίτης, με τη σαφή ή υπονοούμενη ύπαρξη της αιμομειξίας, και την ιστορία ενός πίνακα που φιλοτεχνήθηκε τον 17ο αιώνα ως γαμήλιο δώρο των δύο πρωταγωνιστών της πρώτης ιστορίας. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί την ιστορία του πίνακα προκειμένου να θέσει επί τάπητος την αδυναμία μας να αναδημιουργήσουμε την Ιστορία και το παρελθόν με απόλυτη αντικειμενικότητα και αλήθεια. Το κάνει όμως με έναν τρόπο που σαγηνεύει τον αναγνώστη, με μια καταπληκτική αφηγηματική ικανότητα. Το πικρό χαμόγελο περίσκεψης που μας μένει στο τέλος είναι το κλειδί της ίδιας της ιστορίας.


­ Γιατί καταφύγατε στο ιστορικό μυθιστόρημα;


«Υποθέτω επειδή αποτελεί έναν λεπτό τρόπο για να μιλήσει κανείς για τη σύγχρονη πραγματικότητα. Στην περίπτωσή μου βέβαια δεν είναι ότι διηγούμαι αληθινά ιστορικά περιστατικά, απλώς η ιστορία είναι τοποθετημένη σε κάποια ή κάποιες ιστορικές περιόδους. Μπορώ έτσι να προχωρήσω σε συλλογισμούς γύρω από την επικαιρότητα, να παρουσιάσω με έναν τρόπο λίγο – πολύ μεταφορικό καταστάσεις που μπορεί τέλεια να αναγνωριστούν ως σημερινές, αφού αναφέρονται στα ανθρώπινα συναισθήματα που είναι παγκόσμια, σε προβλήματα ηθικής που ανήκουν σε όλες τις εποχές. Δεν θέλω να μιλήσω για το κοντινό, αφού ακόμη δεν υπάρχει μια άποψη με χρονική απόσταση επαρκή, ώστε να επιτρέψει την ανάλυσή του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το ιστορικό μυθιστόρημα μού χρησιμεύει για να εκφράσω αυτό που έχει χαρακτήρα παγκόσμιο, αποφεύγοντας την κοινοτοπία του καθημερινού».


­ Γιατί πιστεύετε ότι στον κόσμο αρέσουν αυτού του είδους οι ιστορίες, σε βαθμό ώστε να γίνονται μπεστ σέλερ;


«Νομίζω ότι λίγο – πολύ για τους ίδιους λόγους. Επειδή υπάρχει αυτή η επιθυμία να συγκρίνουμε την πραγματικότητά μας με πραγματικότητες άλλων εποχών ή όπως θέλουμε εμείς να τις φανταζόμαστε αυτές. Στην πραγματικότητα η σκέψη και η ανάλυση πάνω στην ιστορία δεν είναι άλλο από σκέψη και ανάλυση των ίδιων μας των εαυτών».


­ Αναζητώντας την αλήθεια;


«Δεν το ξέρω αυτό… Αναζητώντας μάλλον μια σειρά από ανθρώπινες ανησυχίες που είναι παγκόσμιες και μπορεί κανείς να τις συναντήσει σε όλες τις εποχές».


­ Πιστεύετε ότι μέσω της ιστορίας πλησιάζουμε ή απομακρυνόμαστε από την αλήθεια;


«Είμαι ιστορικός, οπότε τι θέλετε να σας πω! Ιστορικός λογοτεχνίας μεν αλλά ιστορικός! Στο “Ονειρο της Βενετίας” βέβαια ένα από τα θέματα που θέτω, το μεδούλι του μυθιστορήματος, είναι αυτό το πρόβλημα. Σε ποιον βαθμό, με τα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας, ακόμη και με την πλέον αυστηρή μεθοδολογία, ένα μικρό λάθος μπορεί να μας οδηγήσει σε συμπεράσματα εξ ολοκλήρου λανθασμένα. Αυτό είναι κάτι που με ανησυχεί ως ιστορικό την ώρα που ερευνώ την ιστορική πραγματικότητα».


­ Κατά τη γνώμη σας, πού χωρίζονται και πού ενώνονται η ιστορία και η λογοτεχνία;


«Είναι δύσκολο να πει κανείς… Εγώ βέβαια βλέπω τη λογοτεχνία από την οπτική γωνία της ιστορικού. Θα έλεγα ότι έχω μιαν άποψη αρκετά ιστορικιστική για τη λογοτεχνία, μεταξύ άλλων επειδή δεν ασχολούμαι τόσο με την κριτική της λογοτεχνίας όσο με τη φιλολογία. Αυτό λοιπόν που με ενδιαφέρει στη λογοτεχνία είναι είτε το πώς εξελίχθηκε κατά μήκος της ιστορίας ή το πώς αντικατόπτρισε τις διαφορετικές εποχές. Ούτως ή άλλως παραμένει μια οπτική ιστορική»…


­ Μπορεί να διαβαστεί το «Ονειρο της Βενετίας» αντίστροφα, από το τέλος προς την αρχή;


«Δεν το είχα σκεφθεί αυτό! Είναι πιθανό να μπορεί να γίνει αυτό υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρηθεί η χρονική σειρά και δεν θα πραγματοποιηθούν άλματα. Και αυτό επειδή υπάρχει μια εσωτερική χρονολογία. Θα ήταν ένα ενδιαφέρον πείραμα!».


­ Οχι μόνο υπάρχει μια εσωτερική χρονολογία αλλά και ένα ιδιαίτερο λεξιλόγιο που αντιστοιχεί σε κάθε χρονολογία. Αυτή η χρήση διαφορετικού λεξιλογίου είναι ένα απλό λογοτεχνικό εφέ ή υπάρχει και κάτι άλλο;


«Η ιδέα ήταν να δει κανείς κάθε εποχή με τα μάτια των ανθρώπων της εποχής. Αυτό αντικατοπτρίζεται ασφαλώς στο λεξιλόγιο. Το λεξιλόγιο βέβαια στην ουσία του δεν διαφέρει τόσο πολύ, είναι περισσότερο θέμα λογοτεχνικού στυλ, είναι θέμα δημιουργίας περιβάλλοντος σεβόμενη τις λογοτεχνικές συμβάσεις της κάθε εποχής. Προσπάθησα κάθε πρόσωπο να διηγείται την εποχή όπως θα την έβλεπε ένα πρόσωπο της εποχής του. Το μόνο εργαλείο που είχα ήταν αυτές οι λογοτεχνικές συμβάσεις της κάθε εποχής».


­ Πιστεύετε ότι το να διδάσκει και το να γράφει κανείς λογοτεχνία είναι ιδιότητες συμβατές;


«Πιστεύω ότι όχι μόνο είναι συμβατές αλλά και ότι τροφοδοτεί η μία την άλλη. Κατ’ αρχήν το γεγονός ότι διδάσκω λογοτεχνία με υποχρεώνει να διαβάζω πολύ, κάτι που είναι πολύ καλό για έναν συγγραφέα, και να διαβάζω έργα που υπό κανονικές συνθήκες δεν τοποθετούσα στο κομοδίνο μου. Ανακάλυψα έτσι πολλές κρυμμένες αξίες, που με τη σειρά τους με βοήθησαν έπειτα στο λογοτεχνικό μου έργο. Είναι μια συνεχής άσκηση συλλογισμού πάνω στη λογοτεχνία».


­ Ποιο είναι όμως αυτό που σας χαροποιεί περισσότερο: το να τη γράφετε ή το να τη διδάσκετε;


«Μου αρέσει πολύ να διδάσκω και τα περνάω θαυμάσια στις αίθουσες διδάσκοντας. Η διδασκαλία με χαλαρώνει πολύ. Στην περίπτωσή μου η διδασκαλία της λογοτεχνίας με χαροποιεί πάντα, το γράψιμό της όμως είναι πιο επίπονο και ανάλογα με το αν σου βγαίνει καλά ή κακά προσδιορίζει και τη διάθεσή σου. Αλλοτε χαίρεσαι και άλλοτε απογοητεύεσαι μαζί της».


­ Σας αρέσει περισσότερο να υπονοείτε από το να είστε απολύτως σαφής;


«Προτιμώ το πρώτο, επειδή το να λέει κανείς τα πράγματα με το όνομά τους φτωχαίνει ένα διήγημα. Πρέπει να αφήνει κανείς ένα περιθώριο στον αναγνώστη και αν τα συμπεράσματά του είναι εντελώς διαφορετικά, δεν πειράζει καθόλου. Ο αναγνώστης πλουτίζει πάντα ένα μυθιστόρημα με τις ερμηνείες του».


­ Για να επιστρέψουμε στο θέμα του «Ονείρου της Βενετίας», μπορείτε να μου πείτε για τι πράγμα μιλούμε όταν αναφερόμαστε στην «ιστορική αλήθεια»;


«Νομίζω ότι την απάντηση σε αυτό το ερώτημα την αφήνω να διαφανεί στο αλληγορικό κείμενο που προτάσσω του μυθιστορήματος… Οταν κυκλοφόρησε μάλιστα το μυθιστόρημα υπήρξαν κριτικοί που πίστεψαν ότι επρόκειτο για απόσπασμα πραγματικό! Αυτή η εικόνα της Αλήθειας, που τυφλή οδηγείται αιώνια από το Λάθος, κρατώντας μια κρησάρα που δεν είναι άλλη από την ανθρώπινη Μνήμη, διατηρεί το ογκώδες και εντυπωσιακό, αφήνοντας να ξεφύγει το λεπτό και ουσιώδες. Αυτή είναι μια από τις κύριες ανησυχίες μου γύρω από την ιστορία και τον τρόπο αναδημιουργίας της. Με το “Ονειρο της Βενετίας” θέλησα να εκφράσω ένα είδος σκεπτικισμού σε σχέση με τη μνήμη, την ιστορία και τη γνώση».


­ Σε αυτή την προσπάθεια αναδημιουργίας πιστεύετε ότι μας βοηθούν περισσότερο οι ιστορικοί ή οι λογοτέχνες;


«Πιστεύω ότι μας βοηθούν περισσότερο οι ιστορικοί. Οι αφηγητές αυτό που κάνουμε είναι να αναπαριστούμε τις καταστάσεις με έναν τρόπο λίγο – πολύ φανταστικό, επινοημένο. Η αφήγηση δεν χρησιμεύει για την αναδημιουργία της ιστορίας. Χρησιμεύει για να προκαλέσει τον συλλογισμό πάνω σε κάποια συγκεκριμένα θέματα, αν δεν ήταν όμως οι ιστορικοί δεν θα ξέραμε τίποτε γύρω από το παρελθόν. Το πρώτο που κάνουν άλλωστε αυτοί που γράφουν ιστορικά μυθιστορήματα είναι να καταφύγουν σε έγγραφα ιστορικών για την εποχή στην οποία θέλουν να αναφερθούν. Η βάση της ιστορικής λογοτεχνίας είναι οι μελέτες των ιστορικών».


­ Και για τη ρήση σύμφωνα με την οποία «την ιστορία τη γράφουν οι νικητές» τι έχετε να μου πείτε;


«Είναι αληθές… Προσέξτε όμως: τη στιγμή που γράφεται τη γράφουν όντως οι νικητές, αυτό που συμβαίνει όμως είναι ότι με το πέρασμα του χρόνου ανακαλύπτει κανείς και την οπτική γωνία των ηττημένων. Θέλω να πω με αυτό ότι τίποτε δεν μένει άθικτο. Σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή μπορεί να υπάρχει μια επίσημη αλήθεια, μια ιστορική αλήθεια, το πέρασμα το χρόνου κάποιες φορές ξεκαθαρίζει όμως τα πράγματα και τους προσδίδει την πραγματική τους λάμψη. Αυτή είναι άλλωστε και η δουλειά μας».


­ Το μυθιστόρημα που ετοιμάζετε τώρα βρίσκεται επίσης τοποθετημένο στον χώρο της ιστορίας;


«Ναι, δεν μπορώ να ξεφύγω από αυτό! Πρόκειται για την ιστορία ενός κυρίου την εποχή του Μεσαίωνα. Την αφήνω όμως για λίγον καιρό να “κοιμηθεί”, γιατί είναι κάτι που μου αρέσει πολύ να κάνω: να αφήνω αυτό που έγραψα να ξαποστάσει για κάποιους μήνες και έπειτα να το ξαναδιαβάζω για να δω την εντύπωση που μου προκαλεί. Είναι ένας τρόπος να διορθώνει κανείς»…


­ Το ίδιο συνέβη με το «Ονειρο της Βενετίας»;


«Ναι, είναι μια ιστορία που μου πήρε περίπου πέντε χρόνια για να τη γράψω. Και αυτό εξαιτίας αυτών των διαλειμμάτων ανάσας που αφήνω να πάρει το κείμενο».


* Το βιβλίο «Το Ονειρο της Βενετίας» κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Αίολος, σε μετάφραση του Κωστή Γιούργου και της Νατιβιδάδ Γκάλβεθ. Η Παλόμα Ντίαθ-Μας επισκέπτεται την Αθήνα αύριο Δευτέρα 6 Απριλίου προσκεκλημένη του Ινστιτούτου Θερβάντες, όπου και θα μιλήσει με θέμα το λογοτεχνικό της έργο.


Ο κ. Χάρης Παπαγεωργίου είναι δημοσιογράφος και μεταφραστής ισπανικής λογοτεχνίας.