Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Από το όνειρο του ταξιδιού στην αμφισβήτησή του

Του Μάρκου Καρασαρίνη

Το Γραφείον Ταξιδίων Θόμψων και Σία είναι ένα μεταθανάτιο μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν το οποίο κυκλοφόρησε το 1907 και σήμερα θεωρείται από τους μελετητές έργο του γιου του, Μισέλ. Γραμμένο οπωσδήποτε στο πνεύμα αυτών του πατέρα του, με πλοκή, πλαίσιο και χαρακτήρες που δεν έχουν πολλά να ζηλέψουν από τα αντίστοιχα των κλασικών μυθοπλασιών εκείνου, αφηγείται τις περιπέτειες μιας ομάδας επίδοξων τουριστών τους οποίους ένας επιτήδειος βρετανός ταξιδιωτικός πράκτορας των αρχών του 20ού αιώνα παρασύρει σε μια προσιτή οικονομικά κρουαζιέρα στις Αζόρες, τη Μαδέρα και τα Κανάρια Νησιά. Ακολουθούν διάφορα ευτράπελα καθώς οι εκδρομείς ανακαλύπτουν την ανύπαρκτη οργάνωση, την παντελή απουσία οποιασδήποτε πρόβλεψης ακόμη και για τις στοιχειώδεις ανάγκες τους, την αριστεία του ατζέντη στην τέχνη της αρπαχτής. Επειτα από ατυχήματα, ασθένειες, ναυάγια, διασώσεις in extremis όλα διευθετούνται, στον καθένα αποδίδεται ό,τι αξίζει και επέρχεται το αναμενόμενο χάπι εντ. Από το έλασσον αυτό έργο του βερνικού κανόνα το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η προσέγγιση του φαινομένου ενός (σχεδόν) μαζικού τουρισμού: στο Λονδίνο του 1900 η προοπτική του φτηνού μακρινού ταξιδιού προσελκύει περισσότερους από 100 πελάτες.

Στην πορεία του 20ού αιώνα το όνειρο της κρουαζιέρας θα γίνει πρώτα λογοτεχνικός τόπος, διατρέχοντας τη μυθοπλασία από τον κινηματογράφο μέχρι το κόμικ, έπειτα χειροπιαστή πραγματικότητα με την καθιέρωση της άδειας μετ’ αποδοχών στη δεκαετία του 1960. Εφικτή πλέον για τους πολλούς, σε πακέτα για όλα τα βαλάντια και προορισμούς ανά τον κόσμο, αποτελεί ενσάρκωση της βιομηχανοποίησης της ανάπαυσης που χαρακτηρίζει την εποχή μας. Προσωποποιεί επίσης και τα όριά της. Η περίπτωση του ξεσπάσματος του χανταϊού στο MV Hondius υποδεικνύει το προβληματικό πλέγμα που συνθέτουν οι συνέπειες σύγκλισης παραγόντων όπως η μεγιστοποίηση του κέρδους, η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων, η καταστροφή του περιβάλλοντος, ο υπερτουρισμός. Πέρα από την τυποποίηση των «εμπειριών αυθεντικότητας» ή την επιβάρυνση των τοπικών κοινοτήτων από τη μαζική εισροή επισκεπτών, το μοντέλο της αναψυχής μοιάζει να φθείρεται από τη διαφαινόμενη απώλεια της ξέγνοιαστης αύρας του. Στην κοινωνία του ρίσκου, το όραμα της ανάπαυλας, της σχόλης, των διακοπών προϋποθέτει πια τη συμφιλίωση με την έννοια του κινδύνου.

Ουτοπίες και δυστοπίες της διαφυγής

Της Ιωάννας Λαλιώτου

Διακοπές, παραθερισμός, ταξίδι, αναψυχή, περιήγηση, εξερεύνηση. Οποιον όρο και να χρησιμοποιήσουμε, οι λέξεις αυτές αναφέρονται σήμερα σε ένα κοινό λίγο έως πολύ φαντασιακό: την επιθυμία των σύγχρονων ανθρώπων να διακόπτουν την κανονικότητα της καθημερινότητάς τους και να ζουν για περιορισμένα χρονικά διαστήματα «μια άλλη ζωή».

Παρά τις άπειρες παραλλαγές του περιεχομένου αυτής της σύντομης και επαναλαμβανόμενης συνήθως ενιαυσίως «άλλης ζωής», βασικό συστατικό στοιχείο αυτού του φαντασιακού παραμένει η μετακίνηση, η αλλαγή του τόπου και του «σκηνικού» εντός του οποίου επιλέγουμε ως σύγχρονοι άνθρωποι να ζήσουμε για λίγες μέρες «σαν άλλοι». Το φαντασιακό των διακοπών προϋποθέτει πάντα έναν «άλλον τόπο» στον οποίο μετακινούμαστε και στον οποίο συνήθως προβάλλουμε και επενδύουμε όλες τις συσσωρευμένες επιθυμίες, προσδοκίες αλλά και τις αγωνίες και τους φόβους της κανονικής μας ζωής.

Είναι λοιπόν οι διακοπές – ως έννοια αλλά και ως σύνολο πρακτικών – ένα είδος ουτοπίας της σύγχρονης εποχής; Και αν ναι, τι είδους ουτοπία είναι; Ο Καρλ Μάνχαϊμ στο περίφημο βιβλίο του Ιδεολογία και Ουτοπία (1929) πρότεινε μια ταξινόμηση των ειδών της ουτοπίας. Ξεχωριστό είδος σε αυτή την ταξινόμηση αποτελούν οι «ουτοπίες της διαφυγής», δηλαδή οι οραματισμοί που επιτρέπουν στους ανθρώπους να «ξεφεύγουν» από τα προβλήματα της καθημερινής ζωής τους.

Οι ουτοπίες της διαφυγής κατά τον Μάνχαϊμ είναι «συντηρητικές ουτοπίες» καθώς συνήθως πρεσβεύουν την επιστροφή σε έναν ιδεατό-ιδανικό κόσμο ο οποίος έχει για πάντα χαθεί μέσα από την ιστορική εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών.

Χαρακτηριστική μεταφορά των ουτοπιών διαφυγής, ή της συντηρητικής ουτοπίας, είναι ο χαμένος Κήπος της Εδέμ, ένας «τόπος» από τον οποίο οι άνθρωποι εκδιώχθηκαν λόγω του προπατορικού αμαρτήματος. Οι ουτοπίες της διαφυγής δεν υπόσχονται την παλινόρθωση ενός ιδεατού κόσμου, αλλά μέσω του οραματισμού επιτρέπουν την πρόσκαιρη τουλάχιστον λύτρωση των ανθρώπων από τις δυστοπίες της πραγματικής ζωής.

Εύκολα μπορούμε να συνδέσουμε το φαντασιακό των ετήσιων διακοπών μας ως ένα είδος ουτοπίας της διαφυγής, έναν οραματισμό που διέπει τη σκέψη και το θυμικό μας σε όλη τη διάρκεια του χρόνου και τελετουργικά επιτελείται μέσω σύντομων και περιστασιακών ποικίλων τουριστικών πρακτικών. Γιατί οι λέξεις, όπως και οι επιθυμίες, έχουν βέβαια τη δική τους ιστορία. Και η ιστορία τους διαρρέει από το επίπεδο του οραματισμού και δημιουργεί υλικότητες και πρακτικές, ενσώματες επιστροφές «στην έρημο του πραγματικού».

Ετσι, κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα η επιθυμία της διαφυγής από τον καθημερινό τρόπο ζωής στις δυτικές κυρίως κοινωνίες συνδέθηκε με την ανάπτυξη της βιομηχανίας του τουρισμού: ένα τεράστιο πλέγμα οικονομικών και πολιτισμικών διαδικασιών και πρακτικών που μετασχημάτισαν τον σύγχρονο τρόπο ζωής πλανητικά. Από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και μετά η βιομηχανία του τουρισμού αναδόμησε το φαντασιακό των «διακοπών» και της «διαφυγής» για ολοένα και ευρύτερα κοινωνικά στρώματα τόσο στη Δύση όσο και στις κοινωνίες των αναδυόμενων οικονομιών της Ανατολής και του Παγκόσμιου Νότου.

Η μαζικοποίηση και η ταυτόχρονη εμπορευματοποίηση των «διακοπών» έχουν ήδη επιφέρει τεκτονικές αλλαγές που αφορούν τον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων, την οικονομία και τις εργασιακές σχέσεις, τον χωρικό σχεδιασμό και την περιβαλλοντική διαχείριση, την επισιτιστική επάρκεια και τη διαχείριση των υδάτινων πόρων, την αγροδιατροφική αλυσίδα, την κλιματική κρίση κ.τ.λ.

Ομως, από τις αρχές του 21ού αιώνα και μετά η μετακίνηση καθεαυτή συνδέθηκε ταυτόχρονα με τις αναδυόμενες δυστοπίες της σύγχρονης εποχής. Εμβληματικά γεγονότα, όπως η τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης, οι επιδημικές κρίσεις της Νόσου των Πτηνών και κυρίως της COVID-19, και οι κλιματικές καταστροφές που πλήττουν περιοδικά τους «εξωτικούς παραδείσους» της τουριστικής βιομηχανίας έχουν σταδιακά καταστήσει το «ταξίδι» ως μια πιθανή δυστοπία.

Οι τουριστικές μορφές κινητικότητας μεταβάλλονται σιγά-σιγά σε πρακτικές υψηλού ρίσκου με ενδεχόμενη ασύμμετρη επικινδυνότητα. Το φαντασιακό των διακοπών μεταλλάσσεται σταδιακά ενσωματώνοντας όχι πια μόνο τις προσδοκίες αλλά εξίσου και τους φόβους της ύστερης νεωτερικότητας μετατρέποντας την ουτοπία της διαφυγής σε δυστοπία της καταστροφής.

*Η κυρία Ιωάννα Λαλιώτου είναι καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Το τέλος της ανέμελης φυγής

Του Γιώργου Ρακκά

Το πρόσφατο περιστατικό με το κρουαζιερόπλοιο «MV Hondius» και την παγκόσμια ανησυχία που προκάλεσαν τα κρούσματα χανταϊού τα οποία εμφανίστηκαν εν πλω επανέφερε μνήμες και φόβους πανδημίας. Αξίζει να σημειώσουμε τη μεγάλη αντίφαση: η κρουαζιέρα, σύμβολο αναψυχής και ανεμελιάς από τη μία, ένα υγειονομικό περιστατικό με δυνητικά παγκόσμιες επιπτώσεις από την άλλη. Πρόκειται για ένα περιστατικό που καταδεικνύει ότι το ρίσκο και η αβεβαιότητα έχουν εμφιλοχωρήσει πια για τα καλά ακόμα και σε αυτές τις δραστηριότητες της σχόλης.

Συγκεκριμένα, ο τουρισμός αντιμετωπίζει σήμερα ένα διπλό όριο – εσωτερικό και εξωτερικό. Το εσωτερικό όριο τίθεται από τις ίδιες τις αντιφάσεις του, κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές. Προκύπτουν αυτές από τον ιδιαζόντως εντατικό του χαρακτήρα, καθώς το σημερινό τουριστικό μοντέλο είναι ταυτοχρόνως μαζικό ως προς τις ροές, τις ανάγκες του σε υποδομές και τους πόρους που καταναλώνει και εξατομικευμένο ως προς το ύφος του, δυνητικά προσαρμόσιμο στις ανάγκες κάθε χρήστη.

Υπό τη βαρύτητά του, οι πόλεις δεν μεταβάλλονται απλά σε τόπους φιλοξενίας, αλλά αναδιαμορφώνονται σαν θεματικά πάρκα. Κάτοικοι τις εγκαταλείπουν· η αξία της στέγης απορρυθμίζεται από την υβριδική χρήση των κατοικιών από τις βραχυχρόνιες μισθώσεις σαν δυνάμει «επενδυτικά ακίνητα»· η τοπική οικονομία φτάνει να εξαρτάται από τη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού, ενώ ο συνωστισμός του πιέζει τις υποδομές, την κατανάλωση ενέργειας και νερού, τα απορρίμματα και τα μέσα μαζικής μεταφοράς· η «εντοπιότητα» γίνεται asset και την ίδια στιγμή υπονομεύονται οι πραγματικοί όροι επιβίωσής της. Χάνονται η διαταξικότητα, το μωσαϊκό των επαγγελμάτων και οι μεικτές χρήσεις, στοιχεία αναπόσπαστα και συνδεδεμένα ιστορικά με την ακμή της ευρωπαϊκής πόλης.

Υπάρχει όμως και το εξωτερικό όριο στον καλπασμό της τουριστικής δραστηριότητας. Πρόκειται για «σκληρούς» όσο και αστάθμητους παράγοντες, που απηχούν καίρια χαρακτηριστικά της εποχής μας και θέτουν υπό αίρεση τη συνθήκη αμεριμνησίας πάνω στην οποία πατά το σύγχρονο τουριστικό μοντέλο. Ενα υγειονομικό συμβάν, όπως φάνηκε στην περίπτωση του χανταϊού. Η αύξηση του κόστους μετακινήσεων – ήδη, πρόσφατα, η τουριστική Θεσσαλονίκη βρέθηκε εκτεθειμένη ενώπιον της αναδίπλωσης της RyanAir από το αεροδρόμιο της πόλης, η οποία συνέβη ακριβώς στο πλαίσιο μιας επικείμενης αναδιάρθρωσης που οφείλεται στην αύξηση των τιμών καυσίμων από τον πόλεμο στο Ιράν. Μπορεί να είναι η απορρύθμιση του κλίματος: προ διετίας, οι ιδιαίτερα έντονοι καύσωνες του Ιουλίου καθώς και οι πυρκαγιές δημιούργησαν μια «μαύρη τρύπα» στο μέσο της τουριστικής σεζόν. Εκτοτε, προορισμοί όπως η Βόρεια Αγγλία ή η Σκανδιναβία κερδίζουν διαρκώς έδαφος για το καλοκαίρι.

Τέλος, οι αναταράξεις μπορεί να έχουν να κάνουν με την πίεση που αντιμετωπίζουν τα εισοδήματα λόγω πληθωρισμού. Και βέβαια είναι η ίδια η «σχόλη» που κινδυνεύει να καταστεί… αναγκαστική ελέω Τεχνητής Νοημοσύνης και ενδεχόμενης μαζικής υποκατάστασης της ανθρώπινης εργασίας τουλάχιστον σε πολλά παραδεδομένα επαγγέλματα. Υπό το βάρος των ίδιων των εξελίξεων, λοιπόν, κυοφορούνται ανατροπές στο τουριστικό μοντέλο. Η αρχή της εγγύτητας (και άρα για τους κοντινούς προορισμούς προτίμηση στα τρένα και όχι τις πτήσεις χαμηλού κόστους), ο ηθικός τουρισμός (με σεβασμό και προστασία του κοινωνικο-πολιτιστικού ενδιαιτήματος), τα απαραίτητα όρια στην επισκεψιμότητα ή την οικιστική τουριστική ανάπτυξη, το κατά το δυνατόν μειωμένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα κατά την τουριστική δραστηριότητα, η υποχρέωσή της να ενσωματώνει ένα μεγάλο μέρος του κόστους που της αντιστοιχεί (υποκαθιστώντας με αφαλατώσεις, λόγου χάρη, το νερό που καταναλώνει ώστε να μην το στερούνται οι άλλες δραστηριότητες) είναι ορισμένα αιτήματα που ακούγονται ολοένα και περισσότερο.

Πέραν όμως αυτών, είναι σαφές ότι σε χώρες και περιοχές που εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από τον τουρισμό η αναπόφευκτη υποχώρηση των μεγεθών που θα προκύψει τις αφήνει εκτεθειμένες. Και άρα πιέζει για προσαρμογές.

Η συζήτηση αυτή αφορά σε πολύ μεγάλο βαθμό και την Ελλάδα, όπου το 1/3 του ΑΕΠ εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα από την τουριστική δραστηριότητα. Γεγονός το οποίο εν τέλει αφήνει την ελληνική οικονομία αθωράκιστη στην παρούσα φάση μετάβασης και αναταραχών του παγκόσμιου συστήματος, που απ’ ό,τι φαίνεται ήρθε για να μείνει μαζί μας για καιρό.

*Ο κ. Γιώργος Ρακκάς είναι πολιτικός επιστήμονας. Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί το βιβλίο του «Υπερτουρισμός. Ανέμελος καπιταλισμός και κοινωνική κρίση της πόλης».

Η κρουαζιέρα στη σκιά του μαζικού τουρισμού

Της Πολυξένης Μοίρα

Η κρουαζιέρα αποτελεί την πλέον εντατική μορφή του μαζικού τουρισμού, καθώς ενσωματώνει πλήρως τη μαζική μεταφορά, τη μαζική διαμονή, τη μαζική εστίαση και τη μαζική αναψυχή σε μια τυποποιημένη εμπειρία. Στην πραγματικότητα, η κρουαζιέρα μεταφέρει το μοντέλο του μαζικού τουρισμού από την ξηρά στη θάλασσα, μετατρέποντας το κρουαζιερόπλοιο σε «πλωτό θέρετρο» που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της μαζικής κατανάλωσης. Τα σύγχρονα κρουαζιερόπλοια λειτουργούν ως «πλωτοί θύλακες» που προσφέρουν μια προκατασκευασμένη εμπειρία αναψυχής, όπου ο επιβάτης καταναλώνει τον χρόνο και τον τόπο χωρίς ουσιαστική επαφή με τον γηγενή πληθυσμό. Η μαζικότητα αυτή οδηγεί στην εμπορευματοποίηση της εμπειρίας, καθώς ο ταξιδιώτης περιορίζεται σε μια επιφανειακή «θέαση» προορισμών υπό την πίεση του χρόνου. Το ταξίδι αυτό μετατρέπει την έννοια της σχόλης σε μια τυποποιημένη «βιομηχανική» διαδικασία.

Η βιομηχανοποίηση επεκτείνεται και στην ξηρά, δημιουργώντας μια «σκηνοθετημένη αυθεντικότητα». Τοπικές παραδόσεις και έθιμα αλλοιώνονται για να χωρέσουν στο περιορισμένο πρόγραμμα των επιβατών, χάνοντας τον συμβολικό τους χαρακτήρα. Ακόμη και η τοπική τέχνη μαζικοποιείται μέσω φθηνών αναμνηστικών που συχνά δεν έχουν καμία σχέση με την παράδοση. Τελικά, η κρουαζιέρα λειτουργεί ως μηχανισμός «κατανάλωσης» του τόπου, όπου η ανάγκη για κέρδος συχνά παρακάμπτει ή αλλοιώνει την πολιτισμική ταυτότητα και επιβαρύνει τη φέρουσα ικανότητα των προορισμών.

Ως το ταχύτερα αναπτυσσόμενο τμήμα της τουριστικής βιομηχανίας, η κρουαζιέρα επιφέρει αμφίρροπες κοινωνικοπολιτισμικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιδράσεις. Η «ανθρώπινη συμφόρηση» είναι η πλέον ορατή επίπτωση σε πόλεις-λιμάνια όπως η Βαρκελώνη, η Βενετία και το Ντουμπρόβνικ, ή σε μικρές κοινότητες όπως η Σαντορίνη. Το φαινόμενο αυτό διαταράσσει την καθημερινότητα των κατοίκων και υποβαθμίζει την εμπειρία των επισκεπτών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πάρκο Γκουέλ στη Βαρκελώνη, το οποίο από χώρος αναψυχής των κατοίκων μετατράπηκε σε κορεσμένο τουριστικό αξιοθέατο με περιορισμούς πρόσβασης.

Σε πολιτισμικό επίπεδο, οι τοπικοί πολιτισμοί προσαρμόζονται στον χρόνο των επιβατών, παρατηρείται «εμπορευματοποίηση της παράδοσης» και «σκηνοθετημένη αυθεντικότητα», ενώ η μαζική άφιξη επισκεπτών συνδέεται ενίοτε με φαινόμενα «τουριστικής θυματοποίησης». Οι πιέσεις αυτές γεννούν κοινωνικές αντιδράσεις, όπως στη Βενετία, όπου επιβλήθηκε τέλος εισόδου, ή στη Βαρκελώνη, όπου έκλεισαν σταθμοί κρουαζιέρας για να προστατευθεί η ποιότητα ζωής των κατοίκων, ή σε παράκτιες πόλεις της Γαλλικής Ριβιέρας (Νίκαια, Κάννες, Βιλφράνς-σιρ-Μερ) που επιβλήθηκε ανώτατο όριο στον αριθμό των επιβατών που μπορούν να αποβιβαστούν καθημερινά από κρουαζιερόπλοια.

Από οικονομική άποψη, αν και η κρουαζιέρα αποφέρει λιμενικά τέλη και έσοδα από τις δαπάνες των επιβατών, η συνολική συμβολή της αμφισβητείται. Η «διαρροή» κεφαλαίων είναι έντονη, καθώς οι εταιρείες ελέγχουν τις εκδρομές και τις υπηρεσίες, ενώ ο επιβάτης δαπανά λιγότερα στον προορισμό σε σχέση με τον κλασικό τουρίστα, αφού σιτίζεται και διανυκτερεύει στο πλοίο. Μελέτες δείχνουν ότι η μέση δαπάνη των επιβατών που αποβιβάζονται είναι συχνά ιδιαίτερα χαμηλή, ενώ έως και το 40% των επιβατών επιλέγει να μην εξέλθει καν από το πλοίο.

Το περιβαλλοντικό κόστος είναι επίσης βαρύ. Τα κρουαζιερόπλοια απειλούν τη θαλάσσια βιοποικιλότητα μέσω της απόρριψης έρματος, λυμάτων και της ηχορύπανσης. Σε οικολογικά ευαίσθητες περιοχές, όπως τα Γκαλαπάγκος, η επιβάρυνση είναι κρίσιμη. Ο λιμένας της Βαρκελώνης είχε χαρακτηριστεί ως ο πλέον ρυπογόνος στην Ευρώπη, με τις εκπομπές θείου να υπερβαίνουν αυτές των αυτοκινήτων της πόλης. Ωστόσο, η πίεση για αλλαγή εντείνεται. Από την 1η Μαΐου 2025 η Μεσόγειος αποτελεί περιοχή ελέγχου εκπομπών θείου, επιβάλλοντας τη χρήση ναυτιλιακών καυσίμων με περιεκτικότητα σε θείο έως 0,1%, γεγονός που αναμένεται να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα του αέρα.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η κρουαζιέρα φέρει τα εγγενή μειονεκτήματα του μαζικού all inclusive τουρισμού, απομυζώντας πόρους και προκαλώντας οχλήσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η ανάγκη για ορθολογική διαχείριση και αειφόρο ανάπτυξη είναι επιτακτική. Η μελλοντική βιωσιμότητα του κλάδου εξαρτάται από την υιοθέτηση περιβαλλοντικά φιλικών πρακτικών, τον σεβασμό στη φέρουσα ικανότητα των προορισμών και τη δίκαιη διάχυση των οικονομικών ωφελειών στις τοπικές κοινωνίες.

*Η κυρία Πολυξένη Μοίρα είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Διοίκησης Τουρισμού του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.